Στήν βο­ρει­ο­δυ­τι­κή πλευ­ρά τοῦ Στύ­λου Στα­γῶν (= Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος) καί ἀ­πέ­να­ντι ἀ­πό τήν νό­τι­α πλευ­ρά τοῦ Ρου­σά­νου ἀ­ντι­κρύ­ζου­με ἕ­να τε­ρά­στι­ο σπή­λαι­ο σέ σχῆ­μα τρι­γώ­νου, ὕ­ψους 60 μέ­τρων ἀ­πό τήν γῆ, τό ὁ­ποῖ­ο ὀ­νο­μά­ζε­ται Φυ­λα­κές τῶν Κα­λο­γή­ρων.

Στήν βά­ση ὑ­πάρ­χει μί­α σκο­τει­νή κοι­λό­τη­τα με­γά­λου ὕ­ψους καί βά­θους, ὅ­πως ἕ­να ἀ­νοι­κτό σ­α­γό­νι. Κα­θώς εἰ­σερ­χό­μα­στε, δε­ξι­ά, ὑ­πάρ­χει ἕ­νας λα­ξευ­μέ­νος βρά­χος σέ σχῆ­μα ἀ­χι­βά­δας. Στήν εἴ­σο­δο συ­να­ντᾶ­με ὑ­πο­λείμ­μα­τα πέ­τρι­νων κτι­σμά­των.

Στήν γνω­στή χαλ­κο­γρα­φί­α τοῦ μο­να­χοῦ Παρ­θε­νί­ου τοῦ ἔ­τους 1782 εἰ­κο­νί­ζε­ται εὐ­με­γέ­θης ὁ Στύ­λος Στα­γῶν. Στήν ΒΑ πλευ­ρά τοῦ βρά­χου, σέ τρι­πλή σει­ρά κτι­σμά­των ἀ­πό τά ρι­ζά τοῦ βρά­χου καί ἐ­ντός σχι­σμῆς, εἶ­ναι σχε­δι­α­σμέ­νο τό ἐν λό­γῳ σπή­λαι­ο, ἡ Πα­να­γί­α τῶν Φυ­λα­κῶν, ἄ­νευ ἐ­πι­γρα­φῆς.

*  *  *

Ὁ ἀρ­χι­μαν­δρί­της Πορ­φύ­ρι­ος Οὐ­σπέν­σκυ στά 1859 μᾶς δί­δει μί­α πε­ρι­γρα­φή τοῦ σπη­λαί­ου: «Ἔ­βλε­πα ἕ­να τρί­γω­νο κα­τά τήν εἴ­σο­δο καί ἐ­πά­νω ἀ­πό τήν εἴ­σο­δο μέ­σα ὑ­πῆρ­χε μί­α με­γά­λη σπη­λι­ά, ὅ­πως αὐ­τή τῆς Δρα­κο­σπη­λι­ᾶς. Ἐ­πά­νω ἀ­πό τήν σπη­λι­ά στά πλα­ϊ­νά της ὑ­πῆρ­χαν μι­κρές σπη­λί­τσες δι­α­φο­ρε­τι­κῶν με­γε­θῶν. Τίς μέ­τρη­σα καί τίς βρῆ­κα δέ­κα τέσ­σε­ρες. Πρός ὅ­λες τίς σπη­λι­ές ὑ­πῆρ­χαν δρο­μά­κι­α, ὅ­που φαί­νο­νται ἀ­κό­μη οἱ ρω­γμές (σχι­σμές) καί τά δο­κά­ρι­α. Ἐ­κεῖ ἦ­ταν ἔ­γκλει­στοι οἱ στυ­λί­τες μο­να­χοί, οἱ ὁ­ποῖ­οι εἶ­χαν πέ­σει σέ κά­ποι­ο πα­ρά­πτω­μα. Ἡ ἴ­δι­α εἴ­σο­δος εἶ­χε πα­λαι­ό­τε­ρα ἕ­να τοῖ­χο, τά ἐ­ρεί­πι­α τοῦ ὁ­ποί­ου φαί­νο­νται ἀ­κό­μη καί σή­με­ρα. Ἐ­πά­νω ἀ­πό τήν εἴ­σο­δο εἶ­χε κτι­στεῖ μί­α μι­κρή ἐκ­κλη­σί­α, ἡ ὁ­ποί­α ὑ­πῆρ­χε ἕ­ως τό ἔ­τος 1751, ὅ­που ὁ ἱ­ε­ρέ­ας Ρί­ζος ζω­γρά­φι­σε τήν εἰ­κό­να τῆς Πα­να­γί­ας, τήν ὁ­ποί­α ἀ­φι­έ­ρω­σε στήν μο­νή Ρου­σά­νου. Φαί­νε­ται, ἐ­πί­σης, μί­α κόγ­χη πού ὑ­πῆρ­χε τό ἱ­ε­ρό βῆ­μα καί κά­ποι­ες ἐ­σο­χές στόν βρά­χο ἀ­π’ ὅ­που οἱ φυ­λα­κι­σμέ­νοι πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σαν τήν θεί­α Λει­τουρ­γί­α. Στήν ἔ­ξο­δο ὑ­πῆρ­χε μί­α κοι­λό­τη­τα πού ἔ­μοι­α­ζε σάν κα­θρέ­πτης, ἤ σάν βα­θύ πι­ά­το, ἐ­κεῖ ἔ­με­νε ὁ φύ­λα­κας. Τώ­ρα ἡ ‘Φυ­λα­κή’ εἶ­ναι κε­νή καί οἱ ποι­μέ­νες βό­σκουν τά αἰ­γο­πρό­βα­τά τους»[1].

Ἡ ὅ­λη δι­α­μόρ­φω­ση τοῦ σπη­λαί­ου μέ δε­κα­τέσ­σε­ρες μι­κρό­τε­ρες σπη­λι­ές ἑ­κα­τέ­ρω­θεν τῆς εἰ­σό­δου καί σέ ἀρκετό ὕ­ψος, ἔ­δι­νε τήν ἐ­ντύ­πω­ση μι­ᾶς πο­λύ­πλο­κης φυ­λα­κῆς. Ἡ εἴ­σο­δος εἶ­χε πα­λαι­ό­τε­ρα ἕ­να τοῖ­χο (μέ πύ­λη), μέ­ρος τοῦ ὁ­ποί­ου σώ­ζε­ται καί σή­με­ρα. Πά­νω ἀ­πό τήν χα­μη­λή εἴ­σο­δο σώ­ζο­νται ἐ­πί τοῦ βρά­χου με­γά­λες ὀ­πές ξυ­λο­δο­κῶν, ὅ­που στό ση­μεῖ­ο αὐ­τό ὑ­πο­θέ­τει ὁ Π. Οὐ­σπέν­σκυ ὅ­τι ὑ­πῆρ­χε ἡ ἐκ­κλη­σί­α τῆς Πα­να­γί­ας τῶν Φυ­λα­κῶν, καθ’ ὅσον ὁ Οὐ­σπέν­σκυ εἶ­δε στήν μο­νή Ρου­σά­νου εἰ­κό­να τῆς Πα­να­γί­ας, ἐ­πί τῆς ὁ­ποί­ας ὑ­πῆρ­χε ἡ ση­μεί­ω­ση: «ἱ­στο­ρή­θη­κε τό ἔ­τος 1751 γι­ά τόν να­ό τῆς μο­νῆς τῶν Φυ­λα­κῶν, δι­ά χει­ρός Ρί­ζου ἱ­ε­ρέ­ως, κα­τό­πιν πα­ραγ­γε­λί­ας τῶν ἱ­ε­ρο­μο­νά­χων τῶν Φυ­λα­κῶν Βησ­σα­ρί­ω­νος καί Δα­μα­σκη­νοῦ»[2].

Πι­θα­νῶς αὐ­τοί ἦ­ταν πνευ­μα­τι­κοί ἐ­πι­στά­τες καί ἐ­ξο­μο­λό­γοι. Κά­τι ἀ­ντί­στοι­χο πλη­ρο­φο­ρεῖ ὁ ἅ­γι­ος Ἰ­ω­άν­νης τῆς Κλί­μα­κος, ὅ­τι δη­λα­δή ὑ­πῆρ­χε ἔ­μπει­ρος πνευ­μα­τι­κός ὁ­δη­γός στήν Σι­να­ΐ­τι­κη ‘Φυ­λα­κή τῶν Με­τα­νο­ού­ντων’.

*  *  *

 Οἱ ‘φυ­λα­κές τῶν Κα­λο­γή­ρω­ν’ δέν ἦ­ταν ἀ­σφα­λῶς γι­ά ποι­νι­κά ἀ­δι­κή­μα­τα. Ἴ­σως ἦ­ταν κά­τι ἀ­νά­λο­γο μέ τήν ‘φυ­λα­κή τῶν με­τα­νο­ού­ντω­ν’, πού ἀ­να­φέ­ρει ὁ ἅ­γι­ος Ἰ­ω­άν­νης τῆς Κλί­μα­κος.[3] Γρά­φει, δη­λα­δή, ὁ Σι­να­ΐ­της συγ­γρα­φεύς, ὅ­τι σάν πα­ράρ­τη­μα ἑ­νός αὐ­στη­ροῦ καί ἁ­γι­α­σμέ­νου κοι­νο­βί­ου τοῦ Σι­νᾶ ὑ­πῆρ­χε ἕ­νας σκο­τει­νός καί στε­ρού­με­νος καί τῆς πα­ρα­μι­κρῆς ἀ­νέ­σε­ως χῶ­ρος, ὅ­που ἔ­στελ­ναν τούς μο­να­χούς, πού ἔ­πε­φταν καί σέ ἀ­σή­μα­ντα με­ρι­κές φο­ρές σφάλ­μα­τα, γι­ά ἕ­να-δυ­ό χρό­νι­α, γι­ά νά συ­ναι­σθαν­θοῦν τό σφάλ­μα τους, νά πεν­θή­σουν τήν ἀ­δυ­να­μί­α τους καί ἔ­τσι τα­πει­νού­με­νοι νά γί­νουν ἄ­ξι­οι πολ­λοῦ ἐ­λέ­ους καί χά­ρι­τος ἐκ μέ­ρους τοῦ Κυ­ρί­ου.

Ὡ­στό­σο δέν σώ­ζε­ται κα­νέ­να ἐ­πί­ση­μο ἔγ­γρα­φο στά Με­τέ­ω­ρα, ὅ­που νά ἐμ­φαί­νε­ται ἡ ἀ­πο­πο­μπή με­τε­ω­ρί­τη μο­να­χοῦ στίς ἐν λό­γῳ Φυ­λα­κές. Ὁ Π. Οὐ­σπέν­σκυ τίς θε­ω­ρεῖ φυ­λα­κές τῶν ἀ­σκη­τῶν τοῦ Στύ­λου.

 


*  *  *

Δεύ­τε­ρη ὀ­νο­μα­σί­α τοῦ σπη­λαί­ου τῶν Φυ­λα­κῶν, ἀλ­λά καί τῆς πέ­ριξ πε­ρι­ο­χῆς εἶ­ναι Ὀ­γλᾶς.

Ὁ Léon Heuzey στά 1858 ἀ­να­φέ­ρει τό μο­νύ­δρι­ο μέ τήν ὀ­νο­μα­σί­α Ὀ­γλᾶς με­τα­ξύ ἄλ­λων ἕν­δε­κα με­τε­ω­ρί­τι­κων μο­νυ­δρί­ων, πε­ρί τῶν ὁ­ποί­ων ἔ­λα­βε γνώ­ση ἀ­πό τήν ἐ­ντό­πι­α προ­φο­ρι­κή πα­ρά­δο­ση.[4]

Ἀ­ξι­ο­ση­μεί­ω­τη εἶ­ναι ἡ πλη­ρο­φο­ρί­α τοῦ Π. Οὐ­σπέν­σκυ ὅ­τι στά 1859 ἡ Φυ­λα­κή ἦ­ταν ἤ­δη ποι­μνι­ο­στά­σι­ο. Αὐ­τό θά μπο­ροῦ­σε νά ἑρ­μη­νεύ­σει τήν δεύ­τε­ρη ὀ­νο­μα­σί­α τῶν Φυ­λα­κῶν - Ὀ­γλᾶς. Oglac: στά τουρ­κι­κά ση­μαί­νει κα­τσι­κά­κι. Τό Ὀ­γλᾶς εἶ­ναι πι­θα­νῶς τούρ­κι­κη λέ­ξη καί ἦ­ταν ἐν χρή­σει στούς Κα­στρα­κι­νούς μέ­χρι τά μέ­σα τοῦ 20ο αἰ­ώ­να. Σέ και­ρό δη­λα­δή πού δέν λει­τουρ­γοῦ­σε τό ἀ­σκη­τή­ρι­ο, εἶ­χε με­τα­τρα­πεῖ σέ ποι­μνι­ο­στά­σι­ο, ὅ­πως ἔ­γι­νε καί μέ ἄλ­λα σπή­λαι­α τῶν Με­τε­ώ­ρων. Μέ­χρι τά μέ­σα τοῦ 20ο αἰ. στήν κο­ρυ­φή τῆς Σουρ­λω­τῆς, στό Μό­δι, στό Ἅ­γι­ο Πνεῦ­μα ἀ­νέ­βα­ζαν οἱ Κα­στρα­κι­νοί τά γί­δι­α γι­ά βό­σκη­ση. Σή­με­ρα δέν χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται πι­ά ἡ ὀ­νο­μα­σί­α αὐ­τή. Τήν γνω­ρί­ζουν μό­νο οἱ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νοι Κα­στρα­κι­νοί.

Μέ τήν ὑ­π’ ἀ­ριθ. 19/5.2.1995 πρά­ξη τοῦ σε­βα­σμι­ω­τά­του μη­τρο­πο­λί­τη Στα­γῶν καί Με­τε­ώ­ρων κ. Σε­ρα­φείμ τό ‘σπή­λαι­ο τῆς Πα­να­γί­ας τῶν Φυ­λα­κῶ­ν’ εἶ­ναι με­τό­χι τῆς ἱ­ε­ρᾶς μο­νῆς Ρου­σά­νου.

(Απόσπασμα από το βιβλίο της μοναχής Θεοτέκνης,
Άγια Μετέωρα-το πέτρινο δάσος της Ελλάδος, έκδ. Ι. Μ. Αγίου Στεφάνου)

[1] Ου­σπεν­σκυ, Χρι­στι­α­νι­κή Ἀ­να­το­λή, σ. 219 -220.Πρβλ. Nicol,Meteora, σ. 162.

[2] Ου­σπεν­σκυ, Χρι­στι­α­νι­κή Ἀ­να­το­λή, σ. 215, 219, 444.

[3] Ιω­αν­νου Σι­να­ϊ­του, Κλῖ­μαξ, Λό­γος Ε΄, Πε­ρί Με­τα­νοί­ας,σ. 116-128, § 5.

[4] Heuzey – Daumet,Mission Archéologique de Macédoine,σ. 440, σημ. 2.