Δέν εἶ­ναι μό­νο ἡ θρη­σκευ­τι­κή πε­ρι­συλ­λο­γή καί τά ὡ­ραῖ­α ἀν­θρω­πι­στι­κά λό­για τῆς Ὑ­μνο­γρα­φί­ας, πού κά­νουν τίς ἡ­μέ­ρες αὐ­τές τῶν Χρι­στου­γέν­νων γα­λη­νε­μέ­νες καί εἰ­ρη­νο­ποι­ές. Εἶ­ναι καί ἡ ἴ­δια ἡ ἀ­νάγ­κη τῶν ἀν­θρώ­πων, μέ­σα στίς δύ­σκο­λες χει­μω­νι­ά­τι­κες ὧ­ρες, νά ξε­φύ­γουν ἀ­πό τούς φυ­σι­κούς φό­βους τους. Εἶ­ναι ὕ­στε­ρα ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α τους, μέ­σα στήν τύρ­βη τῆς πολ­λα­πλα­σι­α­σμέ­νης ζω­ῆς τους, νά ἠ­ρε­μή­σουν ἀ­πό τήν κο­σμι­κή τα­ρα­χή, νά ξα­να­γυ­ρί­σουν στόν «ἑ­αυ­τό» τους καί νά ζή­σουν ἀ­γα­πη­μέ­να καί ζε­στά, στήν πρώ­τη βι­ο­τι­κή ὁ­μά­δα τους, τήν οἰ­κο­γέ­νεια. Τό σπί­τι, τίς ἡ­μέ­ρες αὐ­τές, ὅ­λες τίς δώ­δε­κα ἡ­μέ­ρες, ἀ­πό τά Χρι­στού­γεν­να ὡς τά Φῶ­τα, γί­νε­ται ἑ­στί­α καί φρού­ριο τῶν ἀν­θρω­πί­νων αἰ­σθη­μά­των, φω­λιά ἀ­γά­πης καί ζε­στα­σιᾶς, πού τήν πε­ρι­μέ­νουν μέ λα­χτά­ρα ὅ­σοι ἑ­τοι­μά­ζον­ται νά τή ζή­σουν, ἀλ­λά καί μέ τρα­γι­κή νο­σταλ­γί­α ἐ­κεῖ­νοι πού θά τή στε­ρη­θοῦν.
Πε­ρί­ο­δος ἐ­θί­μων, πού μπο­ρεῖ νά ξε­κί­νη­σαν ἀ­πό ἀν­θρώ­πι­νες εὐ­ε­τη­ρια­κές ἐ­πι­νο­ή­σεις καί φό­βους, πού μπο­ρεῖ νά τά γέν­νη­σε ἡ ἀ­νάγ­κη τῆς σπι­τι­κῆς ἀ­να­μο­νῆς μπρο­στά στό με­γά­λο φυ­σι­κό φαι­νό­με­νο τῆς ἡ­λια­κῆς ἀλ­λα­γῆς, ἀλ­λά πού κα­θα­γι­ά­στη­καν ἀ­πό τόν χρι­στι­α­νι­κό συμ­βο­λι­σμό. Δέν ἔ­χει ση­μα­σί­α ὅ­τι ἄλ­λα­ξαν, ἀ­πό τά πρω­τό­γο­να ἤ ἀ­πό τά πα­λιά πα­ρα­δο­σια­κά χρό­νια, οἱ συν­θῆ­κες τῆς ζω­ῆς καί οἱ ἀν­θρώ­πι­νες σκέ­ψεις. Στούς τρεῖς σταθ­μούς τῆς πο­λι­τι­στι­κῆς μας ἐ­ξέ­λι­ξης, τόν πρω­τό­γο­νο, τόν προ­γο­νι­κό καί τόν σύγ­χρο­νο, ἡ ἀν­θρώ­πι­νη ἐ­θι­μι­κή συμ­πε­ρι­φο­ρά πα­ρα­μέ­νει ἡ ἴ­δια.
Στήν Ἑλ­λά­δα δέν εἴ­χα­με τούς βό­ρει­ους χει­μῶ­νες, πού ἔ­δω­σαν στά Χρι­στού­γεν­να ἄλ­λων λα­ῶν τήν πο­λύ ζε­στή καί ἀ­πο­κλει­στι­κή σπι­τι­κή τους ἀ­τμό­σφαι­ρα. Εἴ­χα­με ὅ­μως πάν­τα κι ἐ­μεῖς τήν οἰ­κο­γε­νεια­κή «πε­ρι­συλ­λο­γή» τῶν σκορ­πι­σμέ­νων με­λῶν, μέ τούς ξε­νι­τε­μέ­νους πού γύ­ρι­ζαν ἀ­πό τά τα­ξί­δια, μέ τούς στρα­τι­ῶ­τες πού ἔρ­χον­ταν μέ τήν «ἄ­δεια», μέ τά παι­διά, πού ἔ­παυ­αν τά μα­θή­μα­τα στό σχο­λεῖ­ο. Ἀλ­λά εἴ­χα­με καί τά χι­ο­νι­σμέ­να χω­ριά τῆς πο­λυ­ποί­κι­λης γε­ω­γρα­φι­κά χώ­ρας μας, πού ἔ­νι­ω­θαν τήν ἀ­νάγ­κη τῆς χει­μω­νι­ά­τι­κης αὐ­τῆς θαλ­πω­ρῆς, εἴ­χα­με καί τ’ ἀ­πο­μο­νω­μέ­να ἀ­πό τίς τρι­κυ­μί­ες νη­σιά μας, πού πε­ρί­με­ναν τή Βά­φτι­ση, γιά νά δοῦν νά τούς ἀ­νοί­γον­ται ξα­νά οἱ θα­λασ­σι­νοί δρό­μοι.
Τό ἀν­θρώ­πι­νο στοι­χεῖ­ο γέ­μι­ζε τίς ἡ­μέ­ρες αὐ­τές μέ κοι­νω­νι­κή πυ­κνό­τη­τα τόν ἑλ­λη­νι­κό χῶ­ρο. Ξα­νά­δι­ναν στό σπί­τι τή χα­ρού­με­νη πα­ρου­σί­α τους τά παι­διά τοῦ σχο­λεί­ου. Τούς πε­ρίσ­σευ­ε μά­λι­στα χρό­νος γιά νά γυ­ρί­ζουν καί στίς ἄλ­λες γει­το­νι­ές, μέ τά κά­λαν­τα. Δι­α­πλά­τω­ναν πά­λι οἱ ἐκ­κλη­σι­ές καί χτυ­ποῦ­σαν οἱ καμ­πά­νες τους, πιό πο­λύ γιά νά χα­ροῦν, πα­ρά γιά νά κα­λέ­σουν. Δέ­νον­ταν οἱ δρό­μοι μέ τίς ἀ­λυ­σί­δες τῶν ἑ­ορ­τα­στῶν, πού γυρ­νοῦ­σαν καί εὔ­χον­ταν ἀ­πό σπί­τι σέ σπί­τι. Ἄς εἶ­ναι εὐ­λο­γη­μέ­νη ἡ μνή­μη τῶν πα­λι­ῶν δα­σκά­λων καί λα­ο­γρά­φων, πού κα­τά­λα­βαν τή ση­μα­σί­α τῆς ἐ­θνι­κῆς μας ζω­ῆς καί βάλ­θη­καν νά κα­τα­γρά­ψουν ἀ­πό χρό­νια τά πα­ρα­δο­σια­κά ἔ­θι­μα καί τή γλώσ­σα τους. Ἄς εἶ­ναι ἐ­παι­νε­τές ἰ­δι­αί­τε­ρα κι οἱ ἑλ­λη­νί­δες λα­ο­γρά­φοι πού, σέ πο­σο­στό πο­λύ με­γα­λύ­τε­ρο ἀ­πό κά­θε ἄλ­λον ἐ­ρευ­νη­τι­κό κλά­δο, μᾶς ἔ­δω­σαν πε­ρι­γρα­φές γιά ἔ­θι­μα, ντύ­σι­μο, χο­ρούς, τέ­χνη καί λό­γο τοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ λα­οῦ.
Ἀ­πό τά ἔ­θι­μα αὐ­τά μπο­ροῦ­με νά σκε­φτοῦ­με ἐ­δῶ ὅ­σα δεί­χνουν τόν θε­με­λια­κό ρό­λο τῆς Ἑλ­λη­νί­δας νοι­κο­κυ­ρᾶς στό χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κο πα­ρα­δο­σια­κό σπί­τι.­
Δέν θά πα­ρα­γνω­ρί­σου­με βέ­βαι­α καί τῆς σύγ­χρο­νης ἀ­στι­κῆς γυ­ναί­κας τίς ἔ­γνοι­ες καί τίς φρον­τί­δες. Πο­λύ λί­γο τό κα­τα­λα­βαί­νου­με ἐ­μεῖς οἱ ἄν­τρες (ἀ­πό τούς γέ­ρους πού πε­ρι­μέ­νουν νά κα­λο­φᾶ­νε, ὡς τά παι­διά πού ἀ­παι­τοῦν τά δῶ­ρα καί τά παι­χνί­δια τους) πό­σο βά­ρος πέ­φτει, τίς μέ­ρες αὐ­τές, στή νοι­κο­κυ­ρά. Μπο­ρεῖ σή­με­ρα νά τή βο­η­θά­ει στούς ἐ­θι­μι­κούς κό­πους της, ἡ βι­ο­μη­χα­νι­κή συ­νερ­γα­σί­α καί πα­ρα­γω­γή. Αὐ­τό ὅ­μως δέν τήν ἀ­παλ­λάσ­σει ἀ­πό τήν ἔ­γνοι­α τῆς προ­ε­τοι­μα­σί­ας πού, ἀ­πό ἁ­πλή στήν ἀρ­χή, γί­νε­ται σι­γά σι­γά ἀγ­χώ­δης, ἰ­δι­αί­τε­ρα μέ τήν ὁ­μα­δι­κή πα­ρόρ­μη­ση καί τούς ἐ­θι­μι­κούς ἐ­ξω­τε­ρι­κούς πει­ρα­σμούς.
Θά ἀ­να­τρέ­ξου­με ὅ­μως στά πα­λι­ό­τε­ρα πα­ρα­δο­σια­κά χρό­νια (ὅ­πως συ­νε­χί­ζον­ται καί σή­με­ρα στά πιό πολ­λά χω­ριά), ὅ­ταν ἡ νοι­κο­κυ­ρά τά ἑ­τοί­μα­ζε ὅ­λα μέ τά χέ­ρια της, ὅ­ταν ἡ ἀ­νη­συ­χί­α της ἦ­ταν ἴ­ση μέ τήν εὐ­θύ­νη καί μέ τά οἰ­κο­νο­μι­κά της προ­βλή­μα­τα γιά τήν προ­μή­θεια τῶν ὑ­λι­κῶν. Συγ­κρί­νον­τας τίς δι­α­φο­ρές τῶν γε­νε­ῶν, δέν πρέ­πει μό­νο νά ἐ­παι­ρό­μα­στε γιά τά δι­κά μας ἀ­γα­θά. Θά πρέ­πει νά σκε­φτό­μα­στε καί τίς δυ­σκο­λί­ες τῶν πα­λαι­ό­τε­ρων. Καυ­χό­μα­στε, βέ­βαι­α, ὅ­τι μπο­ροῦ­με μέ τόν ἠ­λε­κτρι­κό φοῦρ­νο νά ψή­νου­με τή χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κη γα­λο­πού­λα ἤ ὄρ­νι­θα, ὅ­τι μπο­ροῦ­με νά ζη­τή­σου­με μέ τό τη­λέ­φω­νο τά με­λο­μα­κά­ρο­να τῆς γι­ορ­τῆς, ὅ­τι μπο­ροῦ­με νά κά­νου­με σπι­τι­κή φω­το­χυ­σί­α μέ τόν δι­α­κό­πτη. Θά πρέ­πει ὅ­μως νά σκε­φτό­μα­στε καί τή για­γιά - ἔ­στω τήν πα­λιά προ­για­γιά μας – πού ἔ­βγαι­νε στό λόγ­γο νά κό­ψει τά ξύ­λα γιά τό φοῦρ­νο της, πού ξε­νυ­χτοῦ­σε κο­σκι­νί­ζον­τας τ’ ἀ­λεύ­ρι γιά τά χρι­στο­κού­λου­ρα, πού ἀ­να­ζη­τοῦ­σε τό κε­ρί ἤ τό λι­γο­στό πε­τρέ­λαι­ο γιά τόν ἑ­ορ­τα­στι­κό φω­τι­σμό τοῦ σπι­τιοῦ. Ἄς σκε­φτό­μα­στε τίς συγ­κι­νη­τι­κές δυ­σκο­λί­ες τῶν προ­γε­νε­στέ­ρων μας, γιά νά χαι­ρό­μα­στε ὀρ­γα­νι­κά τή συ­νέ­χεια τοῦ πο­λι­τι­σμοῦ μας. Μό­νο ἔ­τσι δέν θά ξι­πα­ζό­μα­στε ἀ­πό τή βο­λε­μέ­νη ζω­ή μας. Ἡ νε­ο­λαί­α ἰ­δι­αί­τε­ρα ἄς μή βλέ­πει τίς ἀ­νέ­σεις καί τίς δυ­να­τό­τη­τές της σάν αὐ­τό­μα­τες δη­μι­ουρ­γί­ες στά μέ­τρα της. Προ­η­γή­θη­καν μό­χθοι καί ὑ­λι­κές μι­ζέ­ρι­ες, πρίν ἀ­πό τό ξέ­σπα­σμα τῶν ση­με­ρι­νῶν ἀ­γα­θῶν. Χρει­ά­ζε­ται ν’ ἀ­να­ζη­τοῦ­με καί νά μα­θαί­νου­με ὅ,τι προ­η­γή­θη­κε, ἄν θέ­λου­με νά συ­νε­χί­σου­με μέ κά­ποι­ο ἦ­θος τόν ἴ­διο πο­λι­τι­σμό.
Τρί­α εἶ­ναι τά θε­με­λια­κά στοι­χεῖ­α πού ἀ­πα­σχό­λη­σαν καί ἀ­πα­σχο­λοῦν τό ἑλ­λη­νι­κό σπί­τι καί τή νοι­κο­κυ­ρά του τίς μέ­ρες αὐ­τές τῶν Χρι­στου­γέν­νων ὡς τά Θε­ο­φά­νεια: ἡ ἑ­στί­α, τά γεύ­μα­τα καί ἡ φι­λο­ξε­νί­α.
Ἡ ἑ­στί­α, μέ τήν πλα­τύ­τε­ρη ἔν­νοι­α τῆς σπι­τι­κῆς συ­νο­χῆς καί διά­ρκειας, μέ τήν ὑ­γεί­α, τή δύ­να­μη, τήν εὐ­τε­κνί­α καί τή χα­ρά, ἔ­πρε­πε νά συν­τη­ρεῖ, ὅ­λο τό Δω­δε­κα­ή­με­ρο, τήν πυ­ρά καί τό φῶς της. Τό με­γά­λο ἤ τά με­γά­λα κλα­ριά γιά τή φω­τιά (τά χρι­στό­ξυ­λα) κι ἡ ἀ­ρω­μα­τι­κή στά­χτη τους ἔ­πρε­πε νά μέ­νουν ἀ­ναμ­μέ­να ὡς τήν ἡ­μέ­ρα τ’ Ἁ­για­σμοῦ. Ἐ­κεῖ γύ­ρω ἀ­πό τήν ἑ­στί­α (τή «γω­νιά» ἤ τό τζά­κι τῶν ποι­κί­λων σπι­τι­ῶν), μα­ζεύ­ον­ταν ὅ­λα τά μέ­λη τῆς οἰ­κο­γέ­νειας.Περ­νοῦ­σαν ἔ­τσι καί τίς ἄλ­λες βρα­δι­ές, κου­βεν­τι­ά­ζον­τας καί τρώ­γον­τας «εὐ­καρ­πια­κές» λι­χου­δι­ές. Ἄ­γρυ­πνος ἀ­νε­φο­δια­στής πάν­τα, καί τῆς φω­τιᾶς καί τοῦ πο­τοῦ καί τῆς λι­χου­διᾶς, ἡ νοι­κο­κυ­ρά χαι­ρό­ταν νά βλέ­πει τή συγ­κέν­τρω­ση τῶν δι­κῶν της καί ν’ ἀ­κού­ει τό χα­ρού­με­νο «μι­λη­τα­ριό», πού, περ­νών­τας οἱ γι­ορ­τές, θά τό ἔ­χα­νε.
Ἑ­στια­κό ἐ­πί­σης ἔ­θι­μο ἦ­ταν καί τό στό­λι­σμα τοῦ σπι­τιοῦ μέ τήν ἁ­πλή πρα­σι­νά­δα τοῦ λόγ­γου (τή μυρ­τιά ἤ τό σκί­νο, τή δάφ­νη καί τήν κου­μα­ριά), μέ τά πορ­το­κά­λια στά πιά­τα καί στά πα­ρά­θυ­ρα, πού ἀν­τι­κα­τα­στά­της τους σή­με­ρα ἔ­γι­νε τό Χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κο Δέν­τρο μέ τά στο­λί­δια του.­.. Καί πε­ρί­με­νε ἡ νοι­κο­κυ­ρά τήν ἡ­μέ­ρα τῶν Θε­ο­φα­νεί­ων, γιά νά τε­λέ­σει τό τε­λευ­ταῖ­ο ἑ­στια­κό ἔ­θι­μο, τό ράν­τι­σμα τοῦ σπι­τιοῦ μέ τόν ἁ­για­σμό τοῦ «Ἰ­ορ­δά­νη».
Τά γεύ­μα­τα ἔ­πει­τα, πλου­σι­ο­πά­ρο­χα ὅ­σο γί­νε­ται, πάν­τα πιό πλού­σια ἀ­πό τίς ἄλ­λες μέ­ρες καί στόν πιό φτω­χό. «Ὅ­πως τρῶ­με σή­με­ρα, νά τρῶ­με ὅ­λο τό χρό­νο». Εἶ­ναι μιά συγ­κι­νη­τι­κή προ­σπά­θεια τῶν ἀν­θρώ­πων νά ἐκ­βιά­σουν τή ζω­ή, νά μήν ἀ­φή­νει πει­να­σμέ­νους στό διά­βα της. Ὄ­χι μό­νο τούς σπι­τι­κούς, ἀλ­λά καί τούς ἄλ­λους. Ἀ­πό ἐ­δῶ πη­γά­ζουν κι οἱ κοι­νω­νι­κές φρον­τί­δες μας γιά τούς φτω­χούς, ἀ­πό ἐ­δῶ καί ἡ ἐν­το­νό­τε­ρη «φι­λαν­θρω­πι­κή» κί­νη­ση πού χα­ρα­κτη­ρί­ζει ἀ­πό πα­λι­ό­τε­ρα τίς Γι­ορ­τές. Ἡ ζε­στα­σιά τῆς ἑ­στί­ας καί τό κα­λό φα­γη­τό δέν μπο­ροῦ­σε ν’ ἀ­φή­σει ξε­χα­σμέ­νο τόν συ­νάν­θρω­πο. Τό τρα­πέ­ζι στό σπί­τι δέν ξε­στρώ­νε­ται, γιά νά τρῶ­νε κι οἱ πε­ρα­στι­κοί. Ἀ­κό­μα καί τά ζῶ­α, εἴ­τε στόν γε­ωρ­γι­κό κάμ­πο, εἴ­τε στό κτη­νο­τρο­φι­κό βου­νό, πρέ­πει νά φᾶ­νε κα­λύ­τε­ρα. Μπο­ρεῖ νά τά ρω­τή­σει ὁ ἴ­διος ὁ Χρι­στός ἤ ὁ Ἅ­η - Βα­σί­λης. (Ποι­ά ἑ­ται­ρί­α ζω­ο­φί­λων σκέ­φτη­κε τέ­τοι­α κύ­ρω­ση;­).
Ὅ­λα τά ἔ­χει πά­λι προ­βλέ­ψει καί κα­λο­φρον­τί­σει ἡ νοι­κο­κυ­ρά. Ὅ­σες ἔ­ζη­σαν καί ζοῦν ἀ­κό­μη τή δύ­σκο­λη αὐ­τή φρον­τί­δα τῆς ἑ­τοι­μα­σί­ας τῶν χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κων φα­γη­τῶν (ἀ­πό τά χοι­ρο­μα­γει­ρέ­μα­τα ὡς τά ψη­σί­μα­τα τῶν γι­ορ­τό­ψω­μων καί τ’ ἀ­πα­νω­τά γλυ­κού­δια) μπο­ροῦν καί νά κα­μα­ρώ­νουν γιά τόν πα­ρα­δο­σια­κό αὐ­τό κό­πο τους. Με­γά­λη ἀ­μοι­βή τους ἡ ἔκ­δη­λη εὐ­χα­ρί­στη­ση τῶν δι­κῶν τους, πού κα­λο­τρῶ­νε καί κα­λο­κά­θον­ται στό τρα­πέ­ζι. Δι­και­ο­λο­γη­μέ­νη κα­τα­ξί­ω­ση γιά τήν προ­σω­πι­κό­τη­τά της κι ὁ τίτ­λος τῆς «ἀρ­χόν­τισ­σας», πού θά τῆς δώ­σουν τά παι­δι­κά κά­λαν­τα.
Ἀ­κο­λου­θεῖ ἡ φι­λο­ξε­νί­α. Ἀ­πό αὐ­τήν ξε­κι­νᾶ ἡ με­γά­λη φρον­τί­δα γιά τά πολ­λά γλυ­κί­σμα­τα τοῦ Δω­δε­κα­η­μέ­ρου. «Πάν­τα γλυ­κα­σμέ­νοι νά ’­στε!­». Ἁ­πλή εὐ­χή, ἀλ­λά τό­σο ἀ­πα­ραί­τη­τη γιά τή δύ­σκο­λη ζω­ή μας, μέ τά ἄγ­χη, τίς αὐ­θαι­ρε­σί­ες καί τούς φα­να­τι­σμούς.
Δέν θά ἤ­θε­λα νά θί­ξω κι ἕ­να με­λαγ­χο­λι­κό ἑρ­μή­νευ­μα, πού δί­νε­ται γιά με­ρι­κά ἀ­πό τά μει­λίγ­μα­τα τῶν ἡ­με­ρῶν αὐ­τῶν (τά με­λο­μα­κά­ρο­να, τή βα­σι­λό­πι­τα κ.ἄ.­), ὅ­τι ἀ­πο­τε­λοῦν θύ­μη­ση καί προ­σφο­ρά στούς νε­κρούς. Για­τί ὄ­χι; Χρει­α­ζό­μα­στε κι ἐ­κεί­νων τή συμ­πα­ρά­στα­ση καί τήν εὐ­χή, γιά ὅ­σα μᾶς ἀ­νη­συ­χοῦν ἤ ἐ­πι­δι­ώ­κου­με στή ζω­ή μας.Εἶ­χε καί στόν το­μέ­α αὐ­τό ἡ νοι­κο­κυ­ρά τήν πιό με­γά­λη καί καλ­λι­τε­χνι­κή, θά λέ­γα­με, ἁρ­μο­δι­ό­τη­τα. Τά σχή­μα­τα, οἱ ποι­ό­τη­τες καί τά ὀ­νό­μα­τα τῶν ἑλ­λη­νι­κῶν γλυ­κι­σμά­των τοῦ Δω­δε­κα­η­μέ­ρου μπο­ροῦν νά συν­θέ­σουν ἐν­δι­α­φέ­ρον βι­βλι­α­ρά­κι μέ ἀ­πο­κα­λυ­πτι­κό ὀ­νο­μα­το­λό­γιο. Σή­με­ρα τή βο­η­θοῦν ἐ­πί­σης, πο­λύ­μορ­φα καί ἐ­θι­μι­κά, οἱ ἀρ­το­ποι­οί καί οἱ ζα­χα­ρο­πλά­στες. Ὅ­λα τά ἐμ­πο­ρι­κά καί βι­ο­τε­χνι­κά ἐ­παγ­γέλ­μα­τα προ­σαρ­μό­ζον­ται στά ἔ­θι­μα καί μᾶς βο­η­θοῦν.
Με­γέ­θυν­ση λα­ϊ­κῶν ἐ­θί­μων εἶ­ναι κι οἱ φαν­τα­χτε­ροί ἠ­λε­κτρο­φω­τι­σμοί στίς με­γα­λου­πό­λεις, οἱ τε­λε­τές, τά φι­λαν­θρω­πι­κά λα­χεῖ­α, οἱ σω­μα­τεια­κές βα­σι­λό­πι­τες, τά πο­λυ­τε­λῆ δῶ­ρα, ὅ­πως καί ὁ .­.. 13ος μι­σθός. Τό σπί­τι ὅ­μως μέ­νει στήν ἀρ­χι­κή του πα­ρά­δο­ση, μέ ἐ­λά­χι­στες ἐ­ξε­λί­ξεις. Κρα­τεῖ τή χα­ρά τῆς συγ­κέν­τρω­σης, τή ζε­στα­σιά τῆς ἀ­γά­πης, τήν ἀρ­χον­τιά τῆς φι­λό­ξε­νης μορ­φῆς τοῦ ἑ­ορ­τα­σμοῦ. Καί στήν ἀρ­χον­τιά αὐ­τή, με­γα­λό­πρε­πη καί ἱ­ε­ρα­τι­κή, ὅ­πως εἴ­πα­με, προ­βάλ­λει πάν­τα ἡ πα­ρα­δο­σια­κή ὑ­πό­στα­ση τῆς Ἑλ­λη­νί­δας Νοι­κο­κυ­ρᾶς.