Σέ ἀρ­χαί­ους Ἕλ­λη­νεςσυγ­γρα­φεῖς[1] μπο­ροῦ­με νά βροῦ­με ἀ­μυ­δρές πλη­ρο­φο­ρί­ες γι­ά τήν βρα­χώ­δη πε­ρι­ο­χή τῶν Ἁ­γί­ων Με­τε­ώ­ρων.

Ὁ Ἡ­ρό­δο­τος πα­ρα­δέ­χε­ται, ὅ­τι στήν θεσ­σα­λι­κή πε­ρι­ο­χή, στούς πα­νάρ­χαι­ους χρό­νους, θά ὑ­πῆρ­χε καί λί­μνη, πού πε­ρι­βαλ­λό­ταν ἀ­πό ὄ­ρη καί ὅ­τι ἡ δη­μι­ουρ­γί­α τοῦ Πη­νει­οῦ πο­τα­μοῦ ὀ­φει­λό­ταν σέ δι­α­χω­ρι­σμό τῶν βου­νῶν κα­τό­πιν με­γά­λου σει­σμοῦ.

«Τὴν δὲ Θεσ­σα­λί­ην λό­γος ἐ­στι τὸ πα­λαι­ὸν εἶ­ναι λί­μνην, ὥ­στε γε συ­γκε­κλη­ϊ­μέ­νην πά­ντο­θεν ὑ­περ­μή­κε­σι ὄρεσι... Αὐ­τοὶ μὲν νῦν Θεσ­σα­λοί φα­σι Πο­σει­δέ­ω­να ποι­ῆ­σαι τὸν αὐ­λῶ­να, δι’ οὗ ῥέ­ει ὁ Πη­νει­ός, οἰ­κό­τα λέ­γο­ντες· ὅ­στις γὰρ νο­μί­ζει Πο­σει­δέ­ω­να τὴν γῆν σεί­ειν καὶ τὰ δι­ε­στῶ­τα ὑ­πὸ σει­σμοῦ τοῦ θε­οῦ τού­του ἔρ­γα εἶ­ναι, καὶ ἂν ἐ­κεῖ­νο ἰ­δὼν φαί­η Πο­σι­δέ­ω­νι ποι­ῆ­σαι.Ἔ­στι γὰρ σει­σμοῦ ἔρ­γον, ὡς ἐ­μοὶ ἐ­φαί­νε­το εἶ­ναι, ἡ δι­ά­στα­σις τῶν οὐ­ρέ­ων»[2].

[Ἑρ­μη­νεί­α: «Σύμ­φω­να μέ μι­ά πα­ρά­δο­ση Θεσ­σα­λί­α ἦ­ταν τόν πα­λι­ό και­ρό λί­μνη πού γύ­ρω-γύ­ρω τήν ἔ­κλει­ναν ψη­λά βου­νά... Οἴ­δι­οι τώ­ρα ο Θεσ­σα­λοί λέ­γουν ὅ­τι ὁ Πο­σει­δών εἶ­ναι πού ἔ­κα­με τήν φά­ραγ­γα αὐ­τήν, δι­ά τς ὁ­ποί­ας ρέ­ει Πη­νει­ός καί αὐ­τό πού λέ­νε εἶ­ναι πι­θα­νόν. Ὅ­ποι­ος δη­λα­δή πι­στεύ­ει, ὅ­τι ὁ Πο­σει­δών κά­νει τούς σει­σμούς ες τήν γν καί ὅ­τι τά ἀ­νοί­γμα­τα πού κά­νει σει­σμός εἶ­ναι ἔρ­γα το θε­οῦ αὐ­τοῦ, μπο­ρεῖ νά εἴ­πῃ, ἅ­μα τό ἴ­δῃ καί ἐ­κεῖ­νο, ὅ­τι κι’ αὐ­τό Πο­σει­δών τό ἔ­κα­με, δι­ό­τι το σει­σμοῦ ἀ­πο­τέ­λε­σμα εἶ­ναι, ὅ­πως μοἐ­φαί­νε­το ἐ­μέ­να, τό ἄ­νοι­γμα αὐ­τό με­τα­ξύ τν ὀ­ρέ­ων»].

Ὁ­πωσ­δή­πο­τε στήν πε­ρι­ο­χή τῆς Θεσ­σα­λί­ας θά συ­νέ­βαι­ναν συ­γκλο­νι­στι­κές γε­ω­λο­γι­κές με­τα­βο­λές, ἀ­νά­μνη­ση τῶν ὁ­ποί­ων ἀ­πη­χοῦν οἱ μύ­θοι τῆς γι­γα­ντο­μα­χί­ας καί τό γε­γο­νός ὅ­τι ὁ Πο­σει­δών, ὁ ὁποῖος κα­τά τόν Πίν­δα­ρο[3] στήν Θεσ­σα­λί­α ἐ­λέ­γε­το Π ε τ ρ α ῖ ο ς, εἶ­χε τήν ἕ­δρα του στήν ὄ­μορ­φη κοι­λά­δα τῶν Τε­μπῶν.

Στόν Στρά­βω­να[4] εὑ­ρί­σκου­με ἐ­πί­σης τήν πα­λαι­ά ἀ­κό­μη πε­ποί­θη­ση, ὅ­τι ἡ «ἐ­ρι­βῶ­λαξ» θεσ­σα­λι­κή χώ­ρα στήν πα­νάρ­χαι­ά της κα­τά­στα­ση θά ἦ­ταν  μι­ά ἐ­κτε­τα­μέ­νη λί­μνη μέ ὑ­ψη­λές βρα­χώ­δεις ἀ­κτές: «Τὸ δὲ πα­λαι­ὸν καὶ ἐ­λίμναζε πᾶν,ὡς λό­γος, τὸ πε­δί­ον (=πε­δι­ά­δα) ἔκ τε τῶν ἄλ­λων με­ρῶν ὄ­ρε­σι πε­ρι­ειρ­γό­με­νον (=πε­ρι­κλει­ό­με­νον), καὶ τῆς πα­ρα­λί­ας με­τε­ω­ρό­τε­ρα τῶν πε­δί­ων ἐ­χού­σης τὰ χω­ρί­α. Ὑ­πὸ δὲ σει­σμῶν ῥή­γμα­τος γε­νο­μέ­νου περὶ τὰ νῦν κα­λού­με­να Τέ­μπη καὶ τὴν Ὄσ­σαν ἀ­πο­σχί­σα­ντος ἀ­πὸ τοῦὈ­λύ­μπου, δι­ε­ξέ­πε­σε ταύ­τῃ πρὸς θά­λατταν ὁ Πη­νει­ὸς καὶ ἀ­νέ­ψυ­ξε τὴν χώ­ραν ταύ­την. Ὑ­πο­λεί­πε­ται δ’ ὅ­μως ἥ τε Νεσω­νὶς λί­μνη μεγάλη καὶ ἡ Βοι­βη­ΐς, ἐ­λάτ­των δὲ ἐ­κεί­νης καὶ πλη­σι­ε­στέ­ρα τῇ πα­ρα­λί­ᾳ».

Στό θέ­μα τῆς γε­νέ­σε­ως τῶν βρά­χων οἱ σχε­τι­κές ἀ­πό­ψεις τοῦ ἰ­α­τροῦ-πε­ρι­η­γη­τῆ H. Holland[5], τοῦ Γάλ­λου δι­πλω­μά­τη καί ἱ­στο­ρι­ο­γρά­φου Fr. Pouqueville[6], τοῦἌγ­γλου συ­ντα­γμα­τάρ­χη W. Leake καί τοῦἝλ­λη­να ἀρ­χαι­ο­λό­γου N. Γι­αν­νο­πού­λου,[7] καί ἄλ­λων, δέν δί­δουν μι­ά ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νη ἀ­πά­ντη­ση. Ἡ γνώ­μη, πά­λι, ὅ­τι οἱ βρά­χοι αὐ­τοί θά ἦ­ταν μί­α συ­στά­δα ὑ­φά­λων σέ μι­ά ἐ­κτε­τα­μέ­νη θά­λασ­σα, ἤ κα­τ’ ἄλ­λους τά ὀ­στά τῶν λό­φων, πού ἀρ­χι­κά τούς ἐ­κά­λυ­πταν καί ἔ­πει­τα ἀ­πο­γυ­μνώ­θη­καv, δέν ἐ­ξη­γοῦν τήν γε­ω­λο­γι­κή ὑ­φή τῶν βρά­χων αὐ­τῶν, ἡὁ­ποί­α κα­τά τούς εἰ­δι­κούς εἶ­ναι κρο­κα­λο­ει­δής.

Ὡς πι­ό πι­θα­νή καί ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νη κρί­νε­ται ἡ θε­ω­ρί­α τοῦ Γερ­μα­νοῦ γε­ω­λό­γου Αl. Philippson, τήν ὁ­ποί­α εὑ­ρί­σκου­με στό βι­βλί­ο του «Θεσ­σα­λί­α καί Ἤ­πει­ρος»[8] (1897). Κα­τ' αὐ­τόν, τό συ­γκρό­τη­μα τῶν με­τε­ώ­ρων βρά­χων προ­ῆλ­θε ἀ­πό ἕ­να δελ­το­γε­νή στό σχῆ­μα κῶ­νο [δη­λα­δή ἕ­ναν ὄ­γκο ἀ­πό πο­τα­μί­ους λί­θους, ἄμ­μο καί ἰ­λύ] ἑ­νός πο­τα­μοῦ, πού κα­τά τόν τρι­το­γε­νή[9] αἰ­ώ­να (πε­ρί­που 60 ἑκατομμύρια χρό­νι­α π.Χ.) εἶ­χε τίς ἐκ­βο­λές του κα­τα­λή­γο­ντας σέ χεί­μαρ­ρο σ' ἕ­να βα­θύ, ἀλ­λά στε­νό τμῆ­μα τῆς θεσ­σα­λι­κῆς θά­λασ­σας, στήν πε­ρι­ο­χή τῆς ση­με­ρι­νῆς Κα­λα­μπά­κας. Ὅ­ταν ἀρ­γό­τε­ρα ἀ­πο­σύρ­θη­καν τά νε­ρά τῆς θά­λασ­σας αὐ­τῆς, ὁ συσ­σω­ρευ­μέ­νος αὐ­τός ὄ­γκος μέ τήν δι­α­βρω­τι­κή ἐ­νέρ­γει­α τοῦὕ­δα­τος, μέ σφο­δρούς ἀ­νέ­μους, βρο­χές καί σει­σμι­κές δο­νή­σεις, κα­τα­τμή­θη­κε σέ λό­φους καί βρά­χo­υς δι­α­φό­ρων σχη­μά­των.

Οἱ σύγ­χρο­νοι γε­ω­λό­γοι ἐ­νι­σχύ­ουν τήν θε­ω­ρί­α τοῦ Phi­lippson κα­τα­λή­γο­ντες ὅ­τι οἱ βρά­χοι συ­να­πο­τε­λέ­σθη­σαν ἀ­πό τήν συσ­σω­μά­τω­ση κρο­κα­λῶν, δη­λα­δή στρογ­γυ­λε­μέ­νων ἀ­πό τό νε­ρό πο­τα­μί­ων λί­θων.

Κα­τά τόν Γερ­μα­νό γε­ω­λό­γο, ἡ στε­ρε­ο­ποί­η­ση τῶν πο­τα­μί­ων κρο­κα­λῶν καί τῆς ἄμ­μo­υ σέ συ­μπα­γή πε­τρώ­μα­τα ἦ­ταν ἀ­πο­τέ­λε­σμα τῆς δι­α­λύ­σε­ως τοῦἀ­σβε­στί­ου τῶν ἀ­σβε­στο­λι­θι­κῶν πε­τρω­μά­των καί τῆς πι­έ­σε­ως, πού ἄ­σκη­σαν ἐ­πί πολ­λές χι­λι­ε­τη­ρί­δες τά ἐ­πά­νω πε­τρώ­μα­τα στά κά­τω.

Δέν μπο­ροῦ­με βε­βαί­ως νά ἐκ­φέ­ρου­με γνώ­μη μέ βε­βαι­ό­τη­τα γι­ά φυ­σι­κά φαι­νό­με­να, πού ἔ­γι­ναν μέ τήν πά­ρο­δο ἑ­κα­τομ­μυ­ρί­ων ἐ­τῶν. Ἡ θε­ω­ρί­α ὅ­μως τοῦ Phi­lippson μπο­ρεῖ νά θε­ω­ρη­θεῖ ὁ­λo­κλη­ρω­μέ­νη, δι­ό­τι καί τήν κρο­κα­λο­ει­δή ὑ­φή τῶν βρά­χων καί λό­φων ἐ­ξη­γεῖ καί τήν πα­λαι­ά πα­ρά­δο­ση τῆς Θεσ­σα­λι­κῆς θα­λάσ­σης (λί­μνης) συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νει.

Ὁ κα­θη­γη­τής τῆς Γε­ω­λο­γί­ας τοῦ Ἀριστοτελείου Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης κ. Λά­ζα­ρος Σω­τη­ρι­ά­δης[10], κα­τό­πιν εἰ­δι­κῶν ἐ­πι­στη­μο­νι­κῶν ἐ­ρευ­νῶν σέ σχε­τι­κή με­λέ­τη του πε­ρί τοῦ σχη­μα­τι­σμοῦ τῶν ὀ­ρο­σει­ρῶν τῆς λε­κά­νης τῆς Θεσ­σα­λί­ας καί τῶν Με­τε­ω­ρί­τι­κων βρά­χων, κα­τα­λή­γει ὅ­τι «ἡἡ­λι­κί­α τοῦ σχη­μα­τι­σμοῦ τῶν βρά­χων τῶν Με­τε­ώ­ρων, σύμ­φω­να μέ τήν ὅ­λη τε­κτο­νι­κή ἱ­στο­ρί­α τῆς πε­ρι­ο­χῆς, θά πρέ­πει νά ἄρ­χι­σε κα­τά τίς ἀρ­χές τοῦ τε­ταρ­το­γε­νοῦς (25 ἑκατομμύρια χρό­νι­α π.Χ.). Τά αἴ­τι­α σχη­μα­τι­σμοῦ τῶν βρά­χων τῶν Με­τε­ώ­ρων εἶ­ναι: α΄. Τε­κτο­νι­κά γε­γο­νό­τα (κα­τα­βύ­θι­ση τῆς με­σο­γει­α­κῆς λε­κά­νης, ἀ­νύ­ψω­ση μο­λα­σι­κῶν σχη­μα­τι­σμῶν, πα­ρου­σί­α ἀ­συ­νε­χει­ῶν στούς μο­λα­σι­κούς σχη­μα­τι­σμούς. β΄. Δι­ά­βρω­ση, κυ­ρί­ως τοῦ ρέ­ο­ντος ὕ­δα­τος» (μέ τήν μορ­φή ἐ­πι­φα­νει­α­κῶν ἤὑ­πο­γεί­ων ὑ­δά­των).

Σύμ­φω­να μέ τήν νε­ό­τε­ρη γε­ω­λο­γι­κή με­λέ­τη τῶν κα­θη­γη­τῶν Μ. Δερ­μιτ­ζά­κη, Χ. Ντρί­νι­α καί Γ. Φέρ­με­λη ὁ πρω­ταρ­χι­κός σχη­μα­τι­σμός τῆς βρα­χο­συ­στά­δας τῶν Με­τε­ώ­ρων[11] εἶ­ναι ἀ­πο­τέ­λε­σμα μιᾶς ἐ­νερ­γοῦς φά­σε­ως τῆς Ἀλ­πι­κῆς ρη­γμα­το­γέ­νε­σης. ἩἈλ­πι­κή πτύ­χω­ση εἶ­ναι ὑ­πεύ­θυ­νη γι­ά τήν δη­μι­ουρ­γί­α τῶν κυ­ρι­ό­τε­ρων ὀ­ρο­σει­ρῶν τῆς Ἑλ­λά­δος. Οἱ βρά­χοι τῶν Με­τε­ώ­ρων ἀ­πο­τέ­θη­καν κα­τά τήν δι­άρ­κει­α τοῦ Κα­τώ­τε­ρου Μει­ό­και­νου (Ἀ­κου­ϊ­τά­νι­ου), ἡ­λι­κί­ας πε­ρί­που 22-28 ἑκατομμυρίων ἐ­τῶν.

Κα­τά τήν δι­άρ­κει­α τοῦ Νε­ο­γε­νοῦς καί ἀρ­γό­τε­ρα, τε­κτο­νι­κά γε­γο­νό­τα (ρη­γμα­το­γέ­νε­ση) ἀ­φ’ ἑ­νός, κα­θώς καί ἡἀ­νά­δυ­ση καί κα­τα­βύ­θι­ση τῶν δι­α­φό­ρων πε­ρι­ο­χῶν, ἀ­φ’ ἑ­τέ­ρου, λό­γῳ κυ­ρί­ως τῆς ἐ­πι­φα­νει­α­κῆς ἀ­πορ­ρο­ῆς, μέ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νά γί­νε­ται ἀ­πο­μά­κρυν­ση ὑ­λι­κοῦ καί κα­τά βά­θος δι­ά­νοι­ξη στε­νῶν κοι­λά­δων, σχη­μά­τι­σαν δι­ά­φο­ρα τε­κτο­νι­κά ἐ­ξάρ­μα­τα καί βυ­θί­σμα­τα. Ἡ πε­ρι­ο­χή τῶν Με­τε­ώ­ρων ἀ­να­δύ­θη­κε σέ σχέ­ση μέ τήν πε­ρι­ο­χή Κα­λα­μπά­κας–Τρι­κά­λων πού κα­τα­βυ­θί­στη­κε. Ἡἀ­νά­δυ­ση τῆς πε­ρι­ο­χῆς ἐ­πέ­φε­ρε μι­ά πι­ό ἐ­ντα­τι­κή δι­ά­βρω­ση, εἰ­δι­κά κα­τά μῆ­κος τῶν ρη­γμά­των, λό­γῳ μι­ᾶς με­τα­βο­λῆς ἐ­πι­πέ­δου βά­σε­ως. Αὐ­τή ἡἐ­πι­λε­κτι­κή δι­α­βρω­τι­κή δι­α­δι­κα­σί­α μα­ζί μέ τήν αἰ­ο­λι­κή δι­ά­βρω­ση (ἀ­πό τούς ἀ­νέ­μους προ­ερ­χο­μέ­νη) εἶ­ναι ὑ­πεύ­θυ­νες γι­ά τή ση­με­ρι­νή μορ­φή τῶν Με­τε­ώ­ρων.

«Ἡ αἰ­ο­λι­κή δι­ά­βρω­ση», ση­μει­ώ­νει ὁ κα­θη­γη­τής Λ. Σω­τη­ρι­ά­δης, «δι­ε­δρα­μά­τι­σε δευ­τε­ρεύ­ο­ντα ρό­λο στήν ση­με­ρι­νή μορ­φο­λο­γί­α τῶν Με­τε­ώ­ρων.

Συ­νε­τέ­λε­σε ὅ­μως στήν δη­μι­ουρ­γί­α σπη­λαι­ω­δῶν σχη­μα­τι­σμῶν, λό­γῳ στρο­βι­λι­σμοῦ τῶν δι­α­φό­ρων ὑ­λι­κῶν ἐ­ντός αὐ­τῶν, μέ τήν δρά­ση τοῦ ἀ­νέ­μου».

Κα­τά τόν ἴ­δι­ο ἐ­ρευ­νη­τή, ἡ κρο­κα­λο­με­τρί­α (ἰ­ζη­μα­το­γε­νής ἀ­νά­λυ­ση τῶν κρο­κα­λῶν) ἀ­πέ­δει­ξε, ὅ­τι «τό πα­λαι­ό πε­ρι­βάλ­λον πού ἀ­πο­τέ­θη­καν τά ὑ­λι­κά στήν πε­ρι­ο­χή τῶν Με­τε­ώ­ρων, του­λά­χι­στον γι­ά τόν ἀ­νώ­τε­ρο[12]ὁ­ρί­ζο­ντα, ἦ­ταν χερ­σαῖ­ο. Ἡἄ­πο­ψη αὐ­τή ἐ­νι­σχύ­ε­ται καί ἀ­πό τήν ἀ­που­σί­α θα­λάσ­σι­ων ἀ­πο­λι­θω­μά­των[13] στούς σχη­μα­τι­σμούς αὐ­τούς, πρά­γμα πού συμ­βαί­νει ὅ­μως στούς ἄλ­λους ὁ­ρί­ζο­ντες τῶν ἀ­πο­θέ­σε­ων τῆς με­σο­ελ­λη­νι­κῆς αὔ­λα­κας»[14].

 


[1] Λαν­θα­σμέ­να ὁ D. Nicolτο­πο­θε­τεῖ τήν Ὁ­μη­ρι­κή «κλω­μα­κό­εσ­σαν Ἰ­θώ­μην» (Ἰλιάδα Β. 729) στήν θέ­ση τῆς Κα­λα­μπά­κας, δι­ό­τι ἡ ἀρ­χαί­α Ἰ­θώ­μη εὑ­ρί­σκε­ται πλη­σί­ον τοῦ Φα­να­ρί­ου Καρ­δί­τσης. Βλ. BrunoHelly, «Συμ­φω­νί­α Συ­μπο­λι­τεί­ας τῶν Γόμ­φων καί τῶν Θα­μι­ῶν-Ἰ­θώ­μης», (με­τά­φρα­ση: GinoPolese), ΘΗ 10 (1986) 145-162. Πρβλ. καί Νη­μα, «Ἀ­να­ζη­τώ­ντας τήν ὁ­μη­ρι­κή Ἰ­θώ­μη», σ. 33- 46. Ὁ Θ. Νη­μᾶς μα­ζί μέ τούς τε­λευ­ταί­ους ἐ­ρευ­νη­τές (Τ. Βλά­χο 1971, Ἀρ. Σταυ­ρό­που­λο 1974 καί Ἀθ. Σου­λι­ώ­τη) θε­ω­ρεῖ ὡς πι­ό πι­θα­νό ὅ­τι ἡ ὁ­μη­ρι­κή Ἰ­θώ­μη βρι­σκό­ταν ὄ­χι κο­ντά στήν Κα­λα­μπά­κα, οὔ­τε ἀ­κρι­βῶς στό Φα­νά­ρι ἀλ­λά νο­τί­ως τοῦ χω­ρί­ου τοῦ Πύρ­γου Καρ­δί­τσας, σέ μι­κρή ἀ­πό­στα­ση ἀ­πό τό Φα­νά­ρι Καρ­δί­τσας, ὅ­που ὑ­πάρ­χει βρα­χῶ­δες ὕ­ψω­μα μέ ἀ­πό­το­μη χα­ρά­δρα. Στίς ΒΑ ὑ­πώ­ρει­ες τοῦ ὑ­ψώ­μα­τος δι­α­κρί­νο­νται ἴ­χνη οἰ­κι­σμοῦ.

[2] Herodoti Historiarum, Libri VII, cap. 129, ἐκδ. Λειψία, σ. 174-175.

[3] Πιν­δα­ροσ, Πύ­θι­α IV, 138.

[4] Στρα­βων, Βι­βλ. Θ΄, κεφ. Ε΄, § 2. Βλ. τε­λευ­ταί­α ἔκ­δο­ση: Baladié Raoul,StrabonGeographie, tomeVI, livreIX, Πα­ρί­σι 1996.

[5] «Ἡ φυ­σι­κή ἱ­στο­ρί­α τῶν βρά­χων τῶν Με­τε­ώ­ρων εἶ­ναι τό­σο ἐν­δι­α­φέ­ρου­σα γι­ά τόν ὀ­ρυ­κτο­λό­γο, ὅ­σο καί τό γρα­φι­κό σκη­νι­κό γι­ά τόν ζω­γρά­φο. Ἀ­πο­τε­λοῦ­νται ἀ­πο­κλει­στι­κά ἀ­πό κρο­κά­λες, τά συ­στα­τι­κά θραύ­σμα­τα τῶν ὁ­ποί­ων εἶ­ναι στό με­γα­λύ­τε­ρο πο­σο­στό μι­κρά καί φαί­νε­ται πώς ἀ­νή­κουν στήν κα­τη­γο­ρί­α τῶν πρω­το­γε­νῶν βρά­χων. Ἐ­ξε­τά­ζο­ντας τά θραύ­σμα­τα αὐ­τά, βρῆ­κα ἀ­νά­με­σά τους γρα­νί­τη, κόκ­κι­νο καί ἄ­σπρο ἄ­στρι­ο, γνεύ­σι­α, μαρ­μα­ρυ­γι­α­κό σχι­στό­λι­θο, χλω­ρι­τι­κό σχι­στό­λι­θο, σι­ε­νί­τη, κρυ­στάλ­λους, χα­λα­ζί­α κλπ., τά πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πό τά ὁ­ποῖ­α δεί­χνουν νά ἔ­χουν δι­α­βρω­θεῖ ἀ­πό νε­ρό ἤ μέ κά­ποι­ον ἄλ­λο τρό­πο. Ἡ βά­ση τῶν κρο­κα­λῶν φαί­νε­ται πώς εἶ­ναι τά ἴ­δι­α θραύ­σμα­τα σέ πι­ό θρυμ­μα­τι­σμέ­νη μορ­φή, ἐ­νῷ ὁ βρά­χος στήν γε­νι­κή του μορ­φή ἔ­χει σκού­ρα γκρί ἀ­πό­χρω­ση σι­δή­ρου». Holland, Τα­ξί­δι στή Μα­κε­δο­νί­α καί Θεσ­σα­λί­α, σ. 292. Ὁ ἰ­α­τρός H. Holland(1788-1783) πρα­γμα­το­ποί­η­σε τό τα­ξί­δι του, στά 1812-13, στήν Ἑλ­λά­δα μό­λις τε­λεί­ω­σε τίς σπου­δές του στό πα­νε­πι­στή­μι­ο τοῦ Ἐ­διμ­βούρ­γου. Τό 1840 ἔ­γι­νε γι­α­τρός τοῦ πρί­γκι­πα Ἀλ­βέρ­του, συ­ζύ­γου τῆς βα­σί­λισ­σας Βι­κτω­ρί­ας καί ἀ­πό τό 1852 τῆς ἴ­δι­ας τῆς βα­σί­λισ­σας. Στά 1853 πῆ­ρε τόν τίτ­λο τοῦ βα­ρω­νέ­του. Στήν Ἑλ­λά­δα ὁ Hollandπρό­σφε­ρε τίς ὑ­πη­ρε­σί­ες του στόν Ἀ­λή­πα­σα καί στόν γι­ό του Βε­λή, ἐ­ξα­σφα­λί­ζο­ντας τήν εὔ­νοι­ά τους. Τό ὁ­δοι­πο­ρι­κό του κυ­κλο­φό­ρη­σε στά 1815 καί εἶ­ναι γραμ­μέ­νο μέ ζω­ντά­νι­α καί ἁ­πλό­τη­τα.

[6] «Ἄν θέ­λα­με νά ἐ­ξε­τά­σου­με λε­πτο­με­ρέ­στε­ρα τήν ἱ­στο­ρί­α τῆς μορ­φο­λο­γί­ας τῶν Με­τε­ώ­ρων, θά ἐ­πι­ση­μαί­να­με ὁ­ρι­σμέ­νες ἰ­δι­ο­μορ­φί­ες, ἱ­κα­νές νά δι­ευ­ρύ­νουν τήν σφαί­ρα τῆς γε­ω­λο­γί­ας. Οἱ προ­ερ­χό­με­νες ἀ­πό κρο­κα­λο­πα­γή πε­τρώ­μα­τα πυ­ραμί­δες (τῶν Με­τε­ώ­ρων) συ­γκρο­τοῦ­νται ἀ­πό μι­κροῦ με­γέ­θους θρύμ­μα­τα, ἀ­νά­με­σα στά ὁ­ποῖ­α δι­α­κρί­νου­με κόκ­κι­νους καί στα­χτι­ούς γρα­νί­τες, γκνέ­ις καί σχι­στό­λι­θους μέ μί­κα, χλω­ρί­τες, σι­ε­νίτ­τες, ψαμ­μί­τες καί χα­λα­ζι­ο­γε­νή χα­λί­κι­α. Ἡ φυ­σι­ο­γνω­μί­α τῶν πε­ρισ­σο­τέ­ρων ἐξ αὐ­τῶν τῶν ὑ­λι­κῶν εἶ­ναι ἀ­πο­στρογ­γυ­λε­μέ­να χα­λί­κι­α, οἱ προ­ε­ξο­χές τῶν ὁ­ποί­ων λει­άν­θη­καν λό­γῳ τρι­βῆς καί μέ­χρι τήν βά­ση τῶν κα­τα­κό­ρυ­φων βρά­χων, τό ἀ­μά­γαλ­μα ἐ­κεῖ­νο δέν εἶ­ναι πα­ρά μι­ά συ­ναρ­μο­γή ὁ­μο­ει­δῶν στοι­χεί­ων μέ τήν δι­α­φο­ρά ὅ­τι συ­γκρο­τεῖ­ται ἀ­πό μά­ζες». Pouqueville, Τα­ξί­δι στν Ἑλ­λά­δα – Μα­κε­δο­νί­α – Θεσ­σα­λί­α, σ. 240-241.

[7] Γι­αν­νο­πού­λου, Τά Με­τέ­ω­ρα, σ. 20. «Κα­τά δέ τόν  Leake, ἡ Κα­λα­μπά­κα εἶ­ναι ἐ­κτι­σμέ­νη ἐκ λί­θων γρα­νί­του, πα­ρο­μοί­ας δέ φύ­σε­ως μᾶ­ζαι πα­ρα­τη­ροῦ­νται ἐ­πί­σης εἰς τάς κοί­τας τῶν χει­μάρ­ρων».

[8]PhilippsonΑlfred, The Thessalien und Epirus. Reisen und Forschungen im Nördlichen Griechenland,Βε­ρο­λί­νο 1897. Ἑλ­λη­νι­κή Με­τά­φρα­ση τοῦ 4ου κε­φα­λαί­ου: Τά βου­νά τῶν Τρι­κά­λων. Χά­σι­α.  (σ. 128-171) ἐ­ποί­η­σαν οἱ Σφέ­ϊ­κος A­ρι­στεί­δης - Νη­μa Δι­ο­νυ­σί­α στά Τρι­κα­λι­νά 29 (2009) 205-260, μέ τίτ­λο: «Ἡ πε­ρι­ο­χή τῶν Χα­σί­ων μέ τήν ἐ­πι­στη­μο­νι­κή μα­τι­ά τοῦ Γερ­μα­νοῦ γε­ω­λό­γου ΑlfredPhilippson».

[9]Πα­λαι­ό­τε­ρη κα­τά­τα­ξη γε­ω­λο­γι­κῶν αἰ­ώ­νων :

α΄ὁἀρ­χέ­γo­νoς, ἀ­γνώ­στo­υχρο­νο­λο­γι­κῆςἀ­φε­τη­ρί­ας

β΄ ὁ πρω­το­γε­νής: 750.000.000 ἐ­τῶν π.Χ.

γ΄ ὁ δευ­τε­ρο­γε­νής: 190.000.000 ἐ­τῶν π.Χ.

δ΄ ὁ τρι­το­γε­νής: 60.000.000 ἐ­τῶν π.Χ.

ε΄ ὁ τε­ταρ­το­γε­νής: 10.000.000 ἐ­τῶν π.Χ.

   Νε­ό­τε­ρη κα­τά­τα­ξη γε­ω­λο­γι­κῶν αἰ­ώ­νων:

α΄: Κρυ­πτο­ζω­ϊ­κός: 3.600.000.000 – 542.000.000 π.Χ.

            β΄: Πα­λαι­ο­ζω­ϊ­κός: 542.000.000 – 251.000.0000 π.Χ.

γ΄: Με­σο­ζω­ϊ­κός: 251.000.000 – 65.000.000 π.Χ.

δ΄: Και­νο­ζω­ϊ­κός: 65.000.000 – 11.800 π.Χ. Ὅ­που χω­ρί­ζε­ται σέ δύ­ο τμή­μα­τα: 

                    1ο. Πα­λαι­ο­γε­νές: 65.000.000 – 23.000.000 π.Χ.

2ο. Νε­ο­γε­νές: 23.000.000 – 11.800 π.Χ. Τό Νε­ο­γε­νές ὑ­πο­δι­αι­ρεῖ­ται σέ: Μει­ό­και­νο, Πλει­ό­και­νο, Πλει­στό­και­νο καί Ὁ­λό­και­νο. Ἀ­πό τά μέ­σα τοῦ Πλει­ό­και­νου (25.000.000-11.800 π.Χ) ἀρ­χί­ζει τό Τε­ταρ­το­γε­νές.

[10] Σω­τη­ρι­α­δη, «Σχη­μα­τι­σμός καί ἐ­ξέ­λι­ξη τῶν Με­τε­ώ­ρων», Τρι­κα­λι­νά 14 (1994) 387- 397· Καλ­λερ­γη, «Ὑ­δρο­γε­ω­λο­γι­κή ἔ­ρευ­να ὑ­πο­λε­κά­νης Κα­λα­μπά­κας», Ἰν­στιτ. Γε­ωλ. καί Με­ταλ. Ἐ­ρευν. Ὑ­πε­δά­φους 14 (1970) 81-89.

[11] Νε­ό­τε­ρη γε­ω­λο­γι­κή ἀνακοίνωση πε­ρί Με­τε­ώ­ρων, βλ. Δερ­μιτ­ζα­κη Μ. – Ντρί­νι­α Χ. – Φερ­με­λη Γ., «Ἡ δη­μι­ουρ­γί­α τῶν Με­τε­ώ­ρων», Πρα­κτι­κά Γ΄ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Συ­νε­δρί­ου Κα­λα­μπά­κας, (Κα­λα­μπά­κα, 7-9 Σε­πτ. 2007), τ. Α΄, σ. 97-117.

[12]«Ὁ Ἀ­νώ­τε­ρος Σχη­μα­τι­σμός τῶν Με­τε­ώ­ρων(ἀν. Ἀ­κου­ι­τά­νι­ο), ἀ­πο­τε­λεῖ­ται ἀ­πό κρο­κα­λο­πα­γή καί ἐν­στρώ­σεις μαρ­γῶν καί ψαμ­μι­τῶν. Τό πά­χος τοῦ σχη­μα­τι­σμοῦ εἶ­ναι πε­ρί­που 250 μέ­τρα. Κα­τώ­τε­ρος Σχη­μα­τι­σμός τῶν Με­τε­ώ­ρων (Ἀ­κου­ι­τά­νι­ο), ἀ­πο­τε­λεῖ­ται ἀ­πό κρο­κα­λο­πα­γή καί ψαμ­μί­τες. Τό πά­χος τοῦ σχη­μα­τι­σμοῦ εἶ­ναι πε­ρί­που 300 μέ­τρα. Τά κρο­κα­λο­πα­γή εἶ­ναι πο­λύ­μει­κτα, δι­α­φέ­ρουν ὅ­μως ἀ­πό ἐ­κεῖ­να τῆς ἀ­νώ­τε­ρης σει­ρᾶς στό μέ­γε­θος τῶν κρο­κα­λῶν καί στό ὅ­τι ἐμ­φα­νί­ζο­νται πε­ρισ­σό­τε­ρο συ­νε­κτι­κο­ποι­η­μέ­να. Στά κα­τώ­τε­ρα μέ­λη πα­ρα­τη­ρεῖ­ται ἡ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή δι­α­σταυ­ρού­με­νη στρώ­ση, πού ἀ­πο­δει­κνύ­ει πο­τά­μι­α προ­έ­λευ­ση. Με­τα­ξύ τῶν σχη­μα­τι­σμῶν (ἀ­νώ­τε­ρου καί κα­τώ­τε­ρου) σχη­μα­τί­ζε­ται γω­νι­ώ­δης ἀ­συμ­φω­νί­α (20ο-30ο). Ἀ­πο­λι­θώ­μα­τα δέν βρέ­θη­καν σέ κα­νέ­ναν ἀ­πό τούς δύ­ο αὐ­τούς σχη­μα­τι­σμούς. Οἱ σχη­μα­τι­σμοί τῶν Με­τε­ώ­ρων θε­ω­ρεῖ­ται ὅ­τι ἀ­πο­τε­λοῦν τίς δελ­τα­ϊ­κές ἀ­πο­θέ­σεις ἑ­νός με­γά­λου πο­τα­μοῦ, προ­ερ­χο­μέ­νου ἀ­πό τά ΒΑ πού κα­τά τό μα­κρι­νό πα­ρελ­θόν εἶ­χε τίς ἐκ­βο­λές του στήν εὐ­ρύ­τε­ρη πε­ρι­ο­χή (ἐν­δε­χο­μέ­νως κά­ποι­ος «πρό­γο­νος» τοῦ ση­με­ρι­νοῦ Ἀ­λι­ά­κμο­να)». Βλ. Μπα­ντε­κα, «Ἡ Γε­ω­λο­γί­α τῆς λο­φο­σει­ρᾶς τῶν Τρι­κά­λων», Τρι­κα­λι­νό Ἡ­με­ρο­λό­γι­ο 2002-3, σ. 46.

[13] Δερ­μιτ­ζα­κη – Ντρί­νι­α, «Οἱ γε­ω­μορ­φές τῶν Με­τε­ώ­ρων», Πρα­κτι­κά Πα­νελ­λη­νί­ου Γε­ω­γρα­φι­κοῦ Συ­νε­δρί­ου, Ὀ­κτ. 1995, Ἀ­θή­να.

[14] Ὁ ὅ­λος ἑλ­λη­νι­κός χῶ­ρος χω­ρί­ζε­ται σέ τρεῖς αὔ­λα­κες: τοῦ Ἕ­βρου, τοῦ Ἀ­ξι­οῦ καί τήν με­σο­ελ­λη­νι­κή. Ἡ με­σο­ελ­λη­νι­κή αὔ­λα­κα δι­α­τη­ρεῖ μι­ά πλή­ρη δο­μή καί στρω­μα­το­γρα­φί­α. Τό μῆ­κος της εἶ­ναι πε­ρί­που 130 Κm, τό πλά­τος της 40 Κm καί ἡ δι­εύ­θυν­ση ἀ­νά­πτυ­ξής της ΒΔ-ΝΑ, συ­μπί­πτει μέ τήν δι­εύ­θυν­ση τοῦ ὀ­ρο­γε­νε­τι­κοῦ τό­ξου. Ἀρ­χί­ζει ἀ­πό τήν πε­ρι­ο­χή τῆς Ἀλ­βα­νί­ας καί ἐ­πε­κτεί­νε­ται πρός νό­το στίς πε­ρι­ο­χές Κα­στο­ρι­ᾶς-Γρε­βε­νῶν-Κα­λα­μπά­κας καί βυ­θί­ζε­ται στίς νε­ο­γε­νεῖς καί τε­ταρ­το­γε­νεῖς ἀ­πο­θέ­σεις τῆς Θεσ­σα­λι­κῆς πε­δι­ά­δας.

Πηγή: Θεοτέκνης Μοναχής, Ἱ­ε­ρά Ἀ­σκη­τή­ρι­α τῶν Ἁ­γί­ων Με­τε­ώ­ρων. Πρώ­ϊ­μος Με­τε­ω­ρί­τι­κος μο­να­χι­σμός (13ος-14ος αἰ.)