«...Για τον ι­ε­ρό τό­πο της με­τα­νοί­ας μας, του πνευ­μα­τι­κού μας α­γώ­να, της εκ­ζη­τή­σε­ως και της πα­ρου­σί­ας του Θε­ού, της α­κοι­μή­του σκέ­πης και φρον­τί­δος των Α­γί­ων μας, του πό­θου και της ελ­πί­δος της σω­τη­ρί­ας μας. Για τον α­γι­α­σμέ­νο τό­πο των α­να­χω­ρη­τών, των α­σκη­τών, των ε­ρα­στών του Θε­ού, των Ο­σί­ων Πα­τέ­ρων μας, που μας ά­φη­σαν την ι­ε­ρή πα­ρα­κα­τα­θή­κη τους, τον έν­θε­ο βί­ο τους και τα χα­ρι­τό­βρυ­τα λεί­ψα­νά τους για να μας εμ­πνέ­ουν, να μας κα­θο­δη­γούν, να μας προ­στα­τεύ­ουν και να μας κα­θα­γιά­ζουν....»



                          
Άρθρο τού Αρ­χιμ. Α­θα­να­σί­ου Α­να­στα­σί­ου
Προηγουμένου της Ι­ε­ράς Μο­νής Με­γά­λου Με­τε­ώ­ρου
στο ένθετο περιοδικό «ΘΕΜΑΤΑ»
της εφημερίδος «ΕΥΡΕΥΝΑ»Δεκέμβριος 2002



    Το μο­να­στι­κό κέν­τρο των Α­γί­ων Με­τε­ώ­ρων —η μα­κραί­ω­νη ι­στο­ρί­α και ο πο­λι­τι­σμός του, η δι­α­χρο­νι­κή πα­ρου­σί­α και προ­σφο­ρά του, η σύγ­χρο­νη μαρ­τυ­ρί­α και προ­ο­πτι­κή του— έ­χει α­πο­τε­λέ­σει το αν­τι­κεί­με­νο ε­ρευ­νών, α­να­λύ­σε­ων, με­λε­τών, πα­ρου­σι­ά­σε­ων α­πό πολ­λούς και α­ξι­ό­λο­γους ε­πι­στή­μο­νες ει­δι­κούς και δη­μο­σι­ο­γρά­φους, που έ­χουν α­πο­τυ­πώ­σει εμ­πε­ρι­στα­τω­μέ­να και ε­πι­με­λώς την σύν­θε­τη ι­στο­ρι­κή του πο­ρεί­α και πραγ­μα­τι­κό­τη­τα.
    Με την χά­ρη του Θε­ού προ­βαί­νου­με στην προ­σω­πι­κή μας κα­τά­θε­ση, μί­α κα­τά­θε­ση καρ­διάς, βι­ώ­μα­τος και ο­ρα­μα­τι­σμού για τον τό­πο που α­γα­πή­σα­με υ­περ­βαλ­λόν­τως, που του δο­θή­κα­με και ταυ­τι­στή­κα­με μα­ζί του, που έ­γι­νε, ό­χι α­πλώς έ­να κομ­μά­τι του, αλ­λά ο ί­διος ο ε­αυ­τός μας.
    Για τον τό­πο που μας προ­σέ­φε­ρε τις εν­το­νό­τε­ρες και πλέ­ον συγ­κλο­νι­στι­κές προ­σω­πι­κές μας στιγ­μές, τις πλέ­ον ευ­ερ­γε­τι­κές και ζω­η­φό­ρες, πα­ρά τις δυ­σκο­λί­ες και τις αν­τι­ξο­ό­τη­τες. Για τον ι­ε­ρό τό­πο της με­τα­νοί­ας μας, του πνευ­μα­τι­κού μας α­γώ­να, της εκ­ζη­τή­σε­ως και της πα­ρου­σί­ας του Θε­ού, της α­κοι­μή­του σκέ­πης και φρον­τί­δος των Α­γί­ων μας, του πό­θου και της ελ­πί­δος της σω­τη­ρί­ας μας. Για τον α­γι­α­σμέ­νο τό­πο των α­να­χω­ρη­τών, των α­σκη­τών, των ε­ρα­στών του Θε­ού, των Ο­σί­ων Πα­τέ­ρων μας, που μας ά­φη­σαν την ι­ε­ρή πα­ρα­κα­τα­θή­κη τους, τον έν­θε­ο βί­ο τους και τα χα­ρι­τό­βρυ­τα λεί­ψα­νά τους για να μας εμ­πνέ­ουν, να μας κα­θο­δη­γούν, να μας προ­στα­τεύ­ουν και να μας κα­θα­γιά­ζουν.
    Και συγ­χρό­νως για έ­ναν τό­πο, σταυ­ρο­δρό­μι της πί­στε­ως, του πο­λι­τι­σμού και της ι­στο­ρί­ας, που συ­νι­στά μί­α πο­λυ­σύν­θε­τη και πο­λυ­δι­ά­στα­τη ε­νό­τη­τα, θρη­σκευ­τι­κή, ε­θνι­κή, πο­λι­τι­σμι­κή και πε­ρι­βαλ­λον­τι­κή, ό­που η μο­να­χι­κή πα­ρά­δο­ση, ο πο­λι­τι­σμός, οι ι­στο­ρι­κές μνή­μες, τα αρ­χαι­ο­λο­γι­κά τε­κμή­ρια, το α­πα­ρά­μιλ­λο φυ­σι­κό το­πί­ο συν­ται­ρι­ά­ζον­ται αρ­μο­νι­κά σε μί­α θαυ­μα­στή και δη­μι­ουρ­γι­κή αλ­λη­λο­πε­ρι­χώ­ρη­ση.
    Που κρα­τά ζων­τα­νή την α­νά­σα των αι­ώ­νων, φυ­λαγ­μέ­νη στις καρ­δι­ές των μο­να­χών, στις πέ­τρι­νες κα­τα­σκευ­ές των βρά­χων και στο πιο α­κρι­βό κομ­μά­τι της ψυ­χής των κα­τοί­κων του. Που α­θό­ρυ­βα, με αρ­γό­συρ­το βη­μα­τι­σμό, κου­βα­λά ζων­τα­νή την ι­στο­ρί­α και α­νό­θευ­τη και α­πα­ρα­χά­ρα­κτη την πα­ρά­δο­ση.
    Ό­που το πνεύ­μα και η ύ­λη, το θεί­ο και το αν­θρώ­πι­νο, ο πό­νος και η χα­ρά, το συ­ναί­σθη­μα και η α­νά­τα­ση συμ­πο­ρεύ­θη­καν αρ­μο­νι­κά αι­ώ­νες τώ­ρα. Ό­που συ­ναν­τή­θη­καν α­νε­πα­νά­λη­πτα και α­ρι­στουρ­γη­μα­τι­κά η θεί­α δη­μι­ουρ­γί­α με την αν­θρώ­πι­νη πα­ρέμ­βα­ση, ο πλού­τος του το­πί­ου με το με­γα­λεί­ο της αρ­χι­τε­κτο­νι­κής, η μο­να­χι­κή έκ­φρα­ση με την ι­στο­ρί­α και τον πο­λι­τι­σμό, η αυ­τα­πάρ­νη­ση και ο η­ρω­ι­σμός με την ε­θνι­κή αυ­το­συ­νει­δη­σί­α και την θυ­σι­α­στι­κή προ­σφο­ρά. Ό­που ο χρό­νος δεν έ­φε­ρε την κό­πω­ση και τον μα­ρα­σμό, αλ­λά α­νέ­δει­ξε την δη­μι­ουρ­γί­α και έ­να πο­λύ­τι­μο α­μάλ­γα­μα λα­τρεί­ας και πο­λι­τι­σμού, τό­σο ι­σχυ­ρό και κα­ταυ­γά­ζον, ώ­στε η Ελ­λη­νι­κή Πα­τρί­δα να το καυ­χά­ται και να το τι­μά, αλ­λά και η οι­κου­μέ­νη ο­λό­κλη­ρη να το θαυ­μά­ζει και να το σέ­βε­ται.



    Πρό­κει­ται για ι­στο­ρί­α λαμ­πρή και πο­λι­τι­σμό με­γα­λει­ώ­δη, κα­θώς στο πέ­ρα­σμά τους α­πό ε­δώ βυ­ζαν­τι­νοί κτί­το­ρες, αυ­το­κρα­το­ρι­κοί γό­νοι και η­γε­μό­νες, ε­πι­φα­νείς λό­γιοι, κο­ρυ­φαί­οι α­γι­ο­γρά­φοι, δι­α­κε­κρι­μέ­νοι καλ­λι­γρά­φοι και αν­τι­γρα­φείς χει­ρο­γρά­φων αρ­νού­με­νοι τα εγ­κό­σμια και εν­δυ­ό­με­νοι το μέ­γα και αγ­γε­λι­κό μο­να­χι­κό σχή­μα, α­παρ­νού­με­νοι τον ε­αυ­τό τους και το θέ­λη­μά τους, δέ­χτη­καν την πλη­σμο­νή της χά­ρι­τος και της εκ Θε­ού ευ­ερ­γε­σί­ας, γεν­νών­τας την α­πα­ρά­μιλ­λη αυ­τή δη­μι­ουρ­γί­α.
    Πα­ράλ­λη­λα με τους ε­πι­φα­νείς, έ­να πλή­θος α­νω­νύ­μων και α­φα­νών μο­να­χών υ­πη­ρέ­τη­σαν την αι­σθη­τι­κή, την τέ­χνη, την παι­δεί­α, τον πο­λι­τι­σμό, πα­ρα­βλέ­πον­τας και α­γνο­ών­τας καλ­λι­τε­χνι­κά πρό­τυ­πα και στε­ρε­ό­τυ­πα δη­μι­ουρ­γί­ας, αρ­κού­με­νοι α­πλά και μό­νο στην έκ­φρα­ση της μο­να­χι­κής τους εμ­πει­ρί­ας και στην δο­ξο­λο­γι­κή προ­σφο­ρά στον Ά­γιο Τρι­α­δι­κό Θε­ό των κο­ρυ­φαί­ων εκ­δη­λώ­σε­ων της ε­κλε­πτυ­σμέ­νης φι­λο­κα­λί­ας τους.
    Ο συ­νε­κτι­κός κρί­κος, βε­βαί­ως, ό­λων των χα­ρα­κτη­ρι­στι­κών που δι­α­κρί­νουν τον ι­ε­ρό χώ­ρο των Α­γί­ων Με­τε­ώ­ρων, το ε­πι­στέ­γα­σμα και η κα­τα­ξί­ω­σή τους, εί­ναι η ελ­λη­νορ­θό­δο­ξη μο­να­χι­κή ταυ­τό­τη­τά του. Η μο­να­χι­κή πα­ρου­σί­α και δρα­στη­ρι­ό­τη­τα στα Ά­για Με­τέ­ω­ρα εί­ναι αυ­τή που δη­μι­ούρ­γη­σε, γο­νι­μο­ποί­η­σε, προ­στά­τευ­σε, α­νέ­δει­ξε και ε­λάμ­πρυ­νε ό­λα τα άλ­λα συ­στα­τι­κά που συν­θέ­τουν την πο­λυ­δι­ά­στα­τη με­τε­ω­ρί­τι­κη ον­τό­τη­τα.
    Η ι­στο­ρί­α του ι­ε­ρού αυ­τού χώ­ρου έ­χει κα­τα­δεί­ξει πως η πνευ­μα­τι­κή πρό­ο­δος, η προ­σέ­λευ­ση μο­να­χών, η κοι­νο­βια­κή αύ­ξη­ση και ορ­γά­νω­ση, η α­κόλ­λη­τη και α­δι­α­τά­ρα­κτη με­το­χή στην μο­να­χι­κή εμ­πει­ρί­α, η α­πα­ρα­χά­ρα­κτη τή­ρη­ση των τυ­πι­κών και των θε­σμί­ων της ορ­θο­δό­ξου μο­να­χι­κής πα­ρα­δό­σε­ως, ση­μα­το­δο­τούν κά­θε φο­ρά και λει­τουρ­γούν ευ­ερ­γε­τι­κά στην α­νά­πτυ­ξη και των υ­πο­λοί­πων γνω­ρι­σμά­των του α­γι­α­σμέ­νου μο­να­στι­κού μας κέν­τρου.
    Η δι­α­τή­ρη­ση της ι­ε­ρό­τη­τος του χώ­ρου εί­ναι το μο­να­δι­κό στοι­χεί­ο που προ­στα­τευ­ό­με­νο προ­στα­τεύ­ει τον σύ­νο­λο χώ­ρο με ό­λες τις ι­δαι­τε­ρό­τη­τές του. Α­πει­λού­με­νο δε α­πει­λεί με κα­τάρ­ρευ­ση και ο­λό­κλη­ρο το οι­κο­δό­μη­μα που στη­ρί­ζε­ται σ’ αυ­τό.
    Οι σύγ­χρο­νες μο­να­χι­κές α­δελ­φό­τη­τες των Α­γί­ων Με­τε­ώ­ρων πραγ­μα­τώ­νουν κα­θη­με­ρι­νά την υ­πέρ­βα­ση του χρό­νου και την α­να­γω­γή του στην ι­στο­ρί­α. Πα­ρα­μέ­νουν, έ­τσι, ό­χι φύ­λα­κες ε­νός νε­κρού πα­ρελ­θόν­τος, αλ­λά οι μάρ­τυ­ρες και οι φο­ρείς μιας ζων­τα­νής πραγ­μα­τι­κό­τη­τος φε­ρέλ­πι­δος και δη­μι­ουρ­γι­κής.
    Το ί­διο, βε­βαί­ως, ι­σχύ­ει και για ό­λα τα ορ­θό­δο­ξα μο­να­στή­ρια που έ­χουν κα­θι­ε­ρω­θεί και κα­τα­ξι­ω­θεί στην εκ­κλη­σι­α­στι­κή και ι­στο­ρι­κή συ­νεί­δη­ση του λα­ού μας, στην καρ­διά και στην σκέ­ψη του, ως οι α­κοί­μη­τοι φρου­ροί των α­λη­θει­ών της πί­στε­ως και της πα­τρί­δος και ως οι στα­θε­ροί αρ­ρω­γοί του στις κά­θε λο­γής δυ­σχέ­ρει­ες και αν­τι­ξο­ό­τη­τες.
    Γι’ αυ­τό και οι πι­στοί α­νά τους αι­ώ­νες δεν έ­χουν πά­ψει να προ­στρέ­χουν πάν­το­τε με προσ­δο­κί­α και ελ­πί­δα προς τις Ι­ε­ρές Μο­νές. Στα ορ­θό­δο­ξα μο­να­στή­ρια, που εί­ναι τό­ποι προ­σευ­χής και λα­τρεί­ας του Τρι­α­δι­κού Θε­ού μας· που εί­ναι λύ­κνα Α­γί­ων και Ο­σί­ων και α­λε­ξη­τή­ρια δαι­μό­νων· που εί­ναι σχο­λεί­α πα­τε­ρι­κής κα­ταρ­τί­σε­ως και σπου­δα­στή­ρια τα­πει­νώ­σε­ως· που εί­ναι γυ­μνα­στή­ρια πνευ­μα­τι­κής α­θλή­σε­ως και φρον­τι­στή­ρια α­για­σμού· που εί­ναι νο­σο­κο­μεί­α ψυ­χών και θε­ρα­πευ­τή­ρια πα­θών· που εί­ναι παυ­σί­λυ­πα θλί­ψε­ων και κέν­τρα φι­λαν­θρω­πί­ας· που εί­ναι πύ­λες της θε­οσ­δό­του ε­λευ­θε­ρί­ας και ε­στί­ες πο­λι­τι­σμού· που εί­ναι νη­σί­δες πε­ρι­βαλ­λον­τι­κής προ­στα­σί­ας και α­να­πλά­σε­ως· που εί­ναι δι­ά­πλα­τα α­νοιγ­μέ­νες αγ­κα­λι­ές α­γά­πης και φι­λο­ξε­νί­ας· που εί­ναι κά­στρα και προ­μα­χώ­νες, ε­πάλ­ξεις και ο­χυ­ρά, ντά­πι­ες και με­τε­ρί­ζια της Πί­στε­ως και του Γέ­νους μας· που εί­ναι θε­μα­το­φύ­λα­κες των ελ­λη­νορ­θο­δό­ξων πα­ρα­δό­σε­ων του Έ­θνους μας· που εί­ναι τα ά­παρ­τα κά­στρα της Ρω­μη­ο­σύ­νης.
    Σύμ­φω­να με τον π. Γε­ώρ­γιο Με­ταλ­λη­νό, Κα­θη­γη­τή της Θε­ο­λο­γι­κής Σχο­λής του Πα­νε­πι­στη­μί­ου Α­θη­νών, ο μο­να­χι­σμός α­πο­τε­λεί την πεμ­πτου­σί­α του χρι­στι­α­νι­σμού, την δυ­να­μι­κό­τε­ρη, την πλη­ρέ­στε­ρη και συ­νε­πέ­στε­ρη αυ­το­έκ­φρα­σή του. Ο τρό­πος ζω­ής των μο­να­χών, οι αρ­χές και η ορ­γά­νω­ση του κοι­νο­βια­κού συ­στή­μα­τος, δι­α­σώ­ζουν την αρ­χέ­γο­νη α­πο­στο­λι­κή πά­ρα­δο­ση και α­να­δει­κνύ­ουν τις δι­α­χρο­νι­κές και πα­ναν­θρώ­πι­νες α­ξί­ες του αν­θρω­πί­νου προ­σώ­που και της α­γα­πη­τι­κής δι­α­στά­σε­ως των δι­α­προ­σω­πι­κών σχέ­σε­ων. Ο μο­να­χός, μέ­σα α­πό την ά­σκη­ση της υ­πα­κο­ής, της παρ­θε­νί­ας και της α­κτη­μο­σύ­νης, πα­ραι­τεί­ται οι­κει­ο­θε­λώς α­πό προ­σω­πι­κά θε­λή­μα­τα και ε­πι­θυ­μί­ες, α­πό δι­και­ώ­μα­τα και α­παι­τή­σεις. Η ε­κού­σια αυ­τή στέ­ρη­ση που υι­ο­θε­τεί ο μο­να­χός, του αν­τι­προ­σφέ­ρει την α­νά­κτη­ση της α­λη­θούς και ο­λο­κλη­ρω­τι­κής ε­λευ­θε­ρί­ας και ευ­τυ­χί­ας του τις ο­ποί­ες α­να­κα­λύ­πτει, γεύ­ε­ται και α­πο­λαμ­βά­νει μέ­σα στην ξέ­νω­ση, την α­φά­νεια, την σι­ω­πή· μέ­σα στην πλη­σμο­νή της χά­ρι­τος και της ευ­λο­γί­ας του Θε­ού στην ζω­ή του.
    Μέ­σα στο ορ­θό­δο­ξο μο­να­στι­κό κοι­νό­βιο βι­ώ­νε­ται η αυ­θεν­τι­κή δη­μο­κρα­τί­α ως α­γα­πη­τι­κή κοι­νω­νί­α προ­σώ­πων, χω­ρίς ε­ξα­το­μι­κεύ­σεις και αυ­το­νο­μή­σεις· βι­ώ­νε­ται δη­λα­δή το πρό­τυ­πο-πο­λί­τευ­μα της χρι­στι­α­νι­κής κοι­νω­νί­ας, βα­σι­σμέ­νο στην α­γά­πη και την ε­λευ­θε­ρί­α, που α­πο­τε­λεί συγ­χρό­νως και την βά­ση του συ­νο­δι­κού συ­στή­μα­τος δι­οι­κή­σε­ως της Εκ­κλη­σί­ας μας, μα­κριά α­πό ε­ξου­σι­α­στι­κές δι­α­θέ­σεις και χρή­σεις των α­ξι­ω­μά­των, αλ­λά στη­ριγ­μέ­νο στην με­το­χή της α­γι­ο­πνευ­μα­τι­κής εμ­πει­ρί­ας και χά­ρι­τος που πη­γά­ζει α­πό την εν Χρι­στώ ζω­ή μας μέ­σα στην Εκ­κλη­σί­α.
    Έ­τσι ο μο­να­χός υ­περ­βαί­νει τον ε­αυ­τό του, ε­ξέρ­χε­ται α­πό τον ε­αυ­τό του και γί­νε­ται ό­λος μια προ­σφο­ρά. Μια προ­σφο­ρά του ε­αυ­τού του, των δυ­νά­με­ων και των ι­κα­νο­τή­των του, των δε­ξι­ο­τή­των και των χα­ρι­σμά­των του. Μί­α δια­ρκής προ­σφο­ρά στην Μο­νή του, στην Εκ­κλη­σί­α, στο Έ­θνος, στον κό­σμο ο­λό­κλη­ρο· και γί­νον­ται έ­τσι οι μο­να­χοί ά­μι­σθοι, α­νι­δι­ο­τε­λείς και α­κού­ρα­στοι φύ­λα­κες της μα­κραί­ω­νης ι­στο­ρί­ας και πο­λι­τι­σμι­κής μας κλη­ρο­νο­μιάς.
    Η προ­σφο­ρά και η ερ­γα­σί­α του μο­να­χού μέ­σα στο κοι­νό­βιο δεν χα­ρα­κτη­ρί­ζον­ται α­πό την κο­σμι­κή δι­ά­στα­ση που έ­χουν προσ­λά­βει στις σύγ­χρο­νες κοι­νω­νί­ες. Οι κα­θι­ε­ρω­μέ­νες ερ­γα­σί­ες μέ­σα στο κοι­νό­βιο α­πο­κα­λούν­ται δι­α­κο­νή­μα­τα, με την έν­νοι­α της προ­σφο­ράς που πε­ρι­γρά­ψα­με πα­ρα­πά­νω. Α­κό­μη και η Η­γου­με­νί­α α­πο­τε­λεί δι­α­κό­νη­μα: το δι­α­κό­νη­μα του η­γου­μέ­νου, ό­πως και ό­λα τα άλ­λα δι­α­κο­νήμ­τα, του αρ­χον­τά­ρη, του εκ­κλη­σι­α­στι­κού κλ.π. Το δι­α­κό­νη­μα για τον μο­να­χό δεν εί­ναι α­ξί­ω­μα, δεν εί­ναι κά­ποι­α «θέ­ση», δεν εί­ναι τίτ­λος τι­μής, δεν εί­ναι δι­καί­ω­μα, δεν εί­ναι ε­ξου­σί­α. Το δι­α­κό­νη­μα εί­ναι προ­σφο­ρά ο­λο­κλη­ρω­τι­κής, α­νι­δι­ο­τε­λούς και α­νυ­στε­ρό­βου­λης α­γά­πης στο Θε­ό και στους εν Κυ­ρί­ω α­δελ­φούς ―εν­τός και ε­κτός της Μο­νής. Ό­πως χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά το­νί­ζει ο Μα­κα­ρι­ώ­τα­τος Αρ­χι­ε­πί­σκο­πος Α­θη­νών και πά­σης Ελ­λά­δος κ.κ. Χρι­στό­δου­λος, σε κή­ρυγ­μά του της 23ης Αυ­γού­στου 2002, «στην Εκ­κλη­σί­α δεν έ­χου­με ε­ξου­σι­α­στι­κά α­ξι­ώ­μα­τα, αλ­λά έ­χου­με δι­α­κο­νή­μα­τα, έ­χου­με υ­πη­ρε­σί­ες, εί­με­θα υ­πη­ρέ­τες, δού­λοι των δού­λων του Θε­ού. Και οι ά­γιοι, των ο­ποί­ων τις μορ­φές βλέ­που­με στους τοί­χους και τι­μού­με, δεν υ­πήρ­ξαν πο­τέ ε­ξου­σια­στές».
    Στην σύγ­χρο­νη ε­πο­χή της παγ­κο­σμι­ο­ποι­ή­σε­ως και του ε­θνι­κού και θρη­σκευ­τι­κού α­πο­χρω­μα­τι­σμού των λα­ών, στην δί­νη της πο­λι­τι­σμι­κής ο­μο­γε­νο­ποι­ή­σε­ως και του θρη­σκευ­τι­κού συγ­κρη­τι­σμού, της εκ­πτώ­σε­ως των α­ξι­ών και των ι­δα­νι­κών, της α­νε­λευ­θε­ρί­ας και του ι­σο­πε­δω­τι­σμού, της αλ­λο­τρι­ώ­σε­ως και του κλο­νι­σμού των δι­α­προ­σω­πι­κών σχέ­σε­ων, η ι­στο­ρί­α ε­πε­φύ­λα­ξε και πά­λι για τα μο­να­στή­ρια τον ρό­λο της κι­βω­τού της Ορ­θο­δο­ξί­ας και του Έ­θνους μας, της κι­βω­τού της α­λη­θεί­ας, του νο­ή­μα­τος και της γνη­σι­ό­τη­τος υ­πάρ­ξε­ως και βί­ου.
    Γι’ αυ­τό και εί­ναι ε­πι­τα­κτι­κό­τε­ρη α­πό κά­θε άλ­λη φο­ρά η α­νάγ­κη της δι­α­τη­ρή­σε­ως α­νό­θευ­του του πα­τρο­πα­ρά­δο­του μο­να­χι­σμού που δεν θα υ­πο­κύ­ψει και δεν θα δι­α­βρω­θεί α­πό την σύγ­χρο­νη πνευ­μα­τι­κή λαί­λα­πα της εκ­κο­σμι­κεύ­σε­ως και του εκ­συγ­χρο­νι­σμού, ώ­στε να με­τα­δο­θεί α­ναλ­λοί­ω­τος στις ε­πό­με­νες γε­νι­ές και να συ­νε­χί­σει να ε­πι­τε­λεί το ψυ­χο­σω­τή­ριο και ε­θνο­σω­τή­ριο έρ­γο του.Μέ­σα σε έ­να τέ­τοι­ο πνεύ­μα και στα πλαί­σια α­να­λό­γων δρα­στη­ρι­ο­ποι­ή­σε­ων έ­χει συν­τε­λε­στεί τις τε­λευ­ταί­ες δε­κα­ε­τί­ες, με την Χά­ρη του Θε­ού, η α­να­δη­μι­ουρ­γί­α του Μο­να­στι­κού Κέν­τρου των Α­γί­ων Με­τε­ώ­ρων, του δεύ­τε­ρου, με­τά το Ά­γιον Ό­ρος, μο­να­στι­κού κέν­τρου της πα­τρί­δος μας.
    Η σύγ­χρο­νη αυ­τή α­να­δη­μι­ουρ­γί­α ξε­κι­νά α­πό την ε­πάν­δρω­ση και την κοι­νο­βια­κή ορ­γά­νω­ση των Ι­ε­ρών Μο­νών και κα­λύ­πτει ό­λο το φά­σμα των δρα­στη­ρι­ο­τή­των που α­φο­ρούν στο σύ­νο­λο των χα­ρα­κτη­ρι­στι­κών των Α­γί­ων Με­τε­ώ­ρων. Πα­ρα­τη­ρού­με, έ­τσι, μί­α ση­μαν­τι­κό­τα­τη κτι­ρια­κή α­να­συγ­κρό­τη­ση, κτι­το­ρι­κών δι­α­στά­σε­ων, στη­ριγ­μέ­νη σε εμ­πε­ρι­στα­τω­μέ­νες με­λέ­τες, που εκ­φρά­ζει και αν­τα­να­κλά ταυ­τό­χρο­να το με­ρά­κι και την φρον­τί­δα των συγ­χρό­νων με­τε­ω­ρι­τών μο­να­χών, την α­γά­πη και την ταύ­τι­σή τους με τον χώ­ρο και την ι­στο­ρί­α του.
    Οι Ι­ε­ρές Μο­νές κα­θί­σταν­ται, ε­πί­σης, η φι­λό­ξε­νη ε­στί­α ε­νός πλή­θους προ­σκυ­νη­τών και ε­πι­σκε­πτών α­πό ό­λο τον κό­σμο, που συ­ναν­τών­ται ε­δώ κα­θη­με­ρι­νά. Συ­ναν­τών­ται οι λα­οί, οι γλώσ­σες τους, οι πο­λι­τι­σμοί, η παι­δεί­α και η πα­ρά­δο­σή τους. Εί­ναι το ει­ρη­νι­κό συ­να­πάν­τη­μα που σέ­βε­ται τις δι­α­φο­ρές και ξε­περ­νά τις αν­τι­πα­λό­τη­τες, κα­θώς η ι­ε­ρό­τη­τα του χώ­ρου και η ι­στο­ρί­α του υ­πο­βάλ­λουν και ε­πι­βάλ­λουν έ­να άλ­λο ύ­φος και ή­θος, που αν­τλούν­ται μέ­σα α­πό τα ζων­τα­νά πρό­τυ­πα των Α­γί­ων μας.
    Α­νά­με­σα στους ε­πι­σκέ­πτες των Μο­νών ξε­χω­ρί­ζουν αρ­χη­γοί Κρα­τών, Κυ­βερ­νή­σε­ων, ε­ξέ­χου­σες πο­λι­τι­κές, θρη­σκευ­τι­κές, στρα­τι­ω­τι­κές, ε­πι­στη­μο­νι­κές και άλ­λες προ­σω­πι­κό­τη­τες, που μας ε­ξέ­φρα­σαν ε­πι­σή­μως (προ­φο­ρι­κώς και γρα­πτώς) τον θαυ­μα­σμό τους για τον ι­ε­ρό μας χώ­ρο, για την ζε­στή και ρω­μαί­ι­κη φι­λο­ξε­νί­α των με­τε­ω­ρι­τών μο­να­χών και για την κα­θο­ρι­στι­κή συμ­βο­λή της ει­κό­νος, που α­πε­κό­μη­σαν α­πό αυ­τόν για την συ­νο­λι­κή ε­κτί­μη­ση της χώ­ρας μας εκ μέ­ρους τους και την σύ­σφι­ξη των δι­α­κρα­τι­κών σχέ­σε­ων των χω­ρών μας.
    Εκ των πραγ­μά­των, λοι­πόν, ο ι­ε­ρός χώ­ρος των Α­γί­ων Με­τε­ώ­ρων κα­θί­στα­ται πρε­σβευ­τής Ο­ορ­θο­δο­ξί­ας, Ελ­λη­νι­σμού, παι­δεί­ας, ι­δα­νι­κών και πο­λι­τι­σμού σε ό­λο τον κό­σμο. Εί­ναι αυ­τός ο μι­κρό­κο­σμος που ο κά­θε ε­πι­σκέ­πτης θα πά­ρει μα­ζί του ως μί­α ζων­τα­νή γεύ­ση και α­νε­ξί­τη­λη εν­θύ­μη­ση της χώ­ρας μας, αλ­λά και ως έ­να νό­η­μα ζω­ής και υ­πάρ­ξε­ως, που ως έ­θνος και ως λα­ός βι­ώ­νου­με και αν­τι­προ­σω­πεύ­ου­με.
    Η α­νάγ­κη δι­α­τη­ρή­σε­ως και προ­στα­σί­ας του ι­ε­ρού χώ­ρου των Α­γί­ων Με­τε­ώ­ρων, έ­χει κα­τα­στεί πλέ­ον κα­θο­λι­κή συ­νεί­δη­ση της το­πι­κής μας κοι­νω­νί­ας, η ο­ποί­α και εκ­δη­λώ­νε­ται με ι­δι­αί­τε­ρη α­γά­πη και σε­βα­σμό μέ­σα και α­πό τις α­πο­φά­σεις και τις πρα­κτι­κές των φο­ρέ­ων που την εκ­προ­σω­πούν, της Νο­μαρ­χια­κής και Δη­μο­τι­κής Αυ­το­δι­οι­κή­σε­ως. Α­πο­τε­λεί κοι­νή πε­ποί­θη­ση ό­τι η δι­α­τή­ρη­ση του ι­ε­ρού χώ­ρου των Α­γί­ων Με­τε­ώ­ρων α­ναλ­λοί­ω­του και α­πα­ρα­βί­α­στου α­πο­τε­λεί το μό­νο α­σφα­λές ε­χέγ­γυ­ο για την συ­νέ­χι­ση της ευρ­γε­τι­κής πα­ρου­σί­ας του· προς χά­ριν, ό­χι μό­νον των ί­δι­ων των Ι­ε­ρών Μο­νών, αλ­λά και της ευ­ρύ­τε­ρης πε­ρι­ο­χής της ο­ποί­ας, σε αρ­κε­τά με­γά­λο βαθ­μό, η α­νά­πτυ­ξή της, η κοι­νω­νι­κή και οι­κο­νο­μι­κή της ευ­η­με­ρί­α, η πο­λι­τι­σμι­κή και δη­μι­ουρ­γι­κή της α­νέ­λι­ξη, στη­ρί­ζον­ται στην δι­ε­θνή α­κτι­νο­βο­λί­α και την σα­γη­νευ­τι­κή έλ­ξη του α­γι­ο­με­τε­ω­ρί­τι­κου μο­να­στι­κού μας κέν­τρου.
    Ευ­χό­μα­στε εκ καρ­δί­ας η α­γα­στή συ­νερ­γα­σί­α και σύμ­πνοι­α α­νά­με­σα στις Ι­ε­ρές Μο­νές, στους το­πι­κούς άρ­χον­τες και στον ευ­λο­γη­μέ­νο λα­ό της πε­ρι­ο­χής έ­τι πε­ρισ­σό­τε­ρο να ε­δραι­ω­θεί και να καρ­πο­φο­ρή­σει προς δό­ξαν του Α­γί­ου Τρι­α­δι­κού Θε­ού μας και προς ω­φέ­λεια και προ­κο­πή της το­πι­κής κοι­νω­νί­ας μας και ό­χι μό­νο.