του Στέφανου Αργ. Θανασούλα


2. Στου Α­γί­ου Στε­φά­νου το μο­να­στή­ρι

    Δεν ή­ταν η χτε­σι­νο­βρα­δι­νή η ψύ­χρα η τσου­χτε­ρή, η φλε­βα­ρι­ά­τι­κη, που μ’ έ­κα­νε σα βγή­κα στου σπι­τιού μου την αυ­λή να ρι­γή­σω σύγ­κορ­μος. Ή­ταν κά­τι άλ­λο που έ­φτα­νε α­πό πέ­ρα, μα­κριά. Α­πό ψη­λά α­π’ τα ου­ρά­νια, θαρ­ρείς, ξε­χυ­νό­ταν πά­νω α­πό τη μι­κρή μας πο­λι­τεί­α μια α­πα­λό­η­χη γλυ­κιά με­λω­δί­α.
    Ξάφ­νου έ­να ά­στρο λαμ­προ­φω­τε­ρό­τε­ρο α­π’ ό­λα τ’ άλ­λα έ­σκυ­ψε να δει το θά­μα, χα­μή­λω­σε ν’ α­κού­σει κι α­κούμ­πη­σε στη στε­φα­νω­μέ­νη με τ’ Ά­γιου Στε­φά­νου το μο­να­στή­ρι κορ­φή των με­τε­ω­ρί­τι­κων βρά­χων.
    Οι κε­κλη­μέ­νες ε­κεί γι­ορ­τά­ζουν και τι­μούν τον Ά­γιο Χα­ρά­λαμ­πο, α­να­μέλ­πον­τας ύ­μνους ε­σπε­ρι­νούς στην εκ­κλη­σιά του, που εί­ναι στο μο­να­στή­ρι.
    Η σκέ­ψη μου, η καρ­διά μου, το εί­ναι μου ό­λο πε­τα ε­κεί ψη­λά. Στέ­κω στην αυ­λή μου συ­νε­παρ­μέ­νος και κα­θώς α­φουγ­κρι­έ­μαι τους γε­μά­τους μέ­λος ψαλ­μι­κούς φθόγ­γους «Κα­τευ­θυν­θή­τω η προ­σευ­χή ως θυ­μί­α­μα ε­νώ­πιόν Σου..» που φτά­νους με το νυ­χτε­ρι­νό του Φλε­βά­ρη α­γέ­ρι ώς χα­μη­λά ε­δώ, νι­ώ­θω μια έκ­στα­ση θρη­σκευ­τι­κή, μιά ψυ­χι­κή α­νά­τα­ση.
    Α­κού­γον­ται κι ό­λο α­κού­γον­ται γλυ­κό­φω­νοι ύ­μνοι και ψαλ­μω­δί­ες θαυ­μα­στές, κα­θώς προ­χω­ρεί το α­πο­ψι­νό βρα­δι­νό και νυ­χτώ­νει μέ­σα σ’ έ­να κρύ­ο τσου­χτε­ρό, που ό­λο δυ­να­μώ­νει. Η­συ­χί­α τώ­ρα α­πλώ­νε­ται παν­τού κι ε­γώ κοι­τά­ζον­τας ε­κεί ψη­λά δι­α­κρί­νω την εκ­κλη­σιά ο­λο­φώ­τι­στη. Και κα­θώς οι χρυ­σα­φέ­νι­ες του φεγ­γα­ριού α­χτί­νες φω­το­λού­ζουν τον α­γι­ο­στε­φα­νί­τι­κο βρά­χο, κά­νουν φαν­τα­σμα­γο­ρι­κή τη θέ­α του μο­να­στη­ριού ο­λά­κε­ρη.
Με πα­γω­μέ­να τα μέ­λη μου ό­λα α­πό το ξε­ρο­βό­ρι τού­της της νύ­χτας, αλ­λά με την ψυ­χή πλη­ρω­μέ­νη με θρη­σκευ­τι­κή ζε­στα­σιά α­πό το θαυ­μα­στό θέ­α­μα και το υ­πέ­ρο­χο α­κρό­α­μα, στέ­κω α­κί­νη­τος πο­λύ α­κό­μα στην ί­δια θέ­ση. Πό­σο θά ή­θε­λα να εί­χα κι ε­γώ την τύ­χη να βρε­θώ αυ­τό το βρα­δι­νό ε­κεί ψη­λά στου Ά­γιου Στε­φά­νου το μο­να­στή­ρι, στην εκ­κλη­σιά ε­κεί του Α­γί­ου Χα­ρα­λάμ­πη τι­μη­τής του. Μα σα δεν στά­θη­κε τού­το μπο­ρε­τό ψες, σή­με­ρα α­νή­με­ρα της γι­ορ­τής πρω­ί-πρω­ί έ­φτα­σα κι ε­γώ με τ’ αυ­το­κί­νη­το ε­νός φί­λου μου στον Ά­γιο Στέ­φα­νο.
    Ευ­λα­βι­κά και με το χέ­ρι τρε­μά­με­νο α­πό χα­ρά για τον ερ­χο­μό μου ε­κεί και συγ­κί­νη­ση πολ­λή μπή­κα στην εκ­κλη­σιά. Ρι­γών­τας σύγ­κορ­μος α­σπά­στη­κα την κά­ρα του του Α­γί­ου Χα­ρα­λάμ­πη, ά­να­ψη α­γι­ο­κέ­ρι στην ει­κό­να του και στρι­μώ­χτη­κα στου κα­τά­με­στου να­ού μιαν ά­κρη.    
Σε­βά­σμι­ες ι­ε­ρα­τι­κές μορ­φές πολ­λές α­να­πέμ­πουν α­πό το ά­γιο βή­μα ευ­χές, δε­ή­σεις υ­πέρ πάν­των και υ­μνο­λο­γούν πα­ρα­κλή­σεις στον ά­γιο, να με­σι­τέ­ψει στον Θε­ό Πα­τέ­ρα και στον τού­του Υι­όν και στο Ά­γιον Πνεύ­μα "υ­πέρ του σύμ­παν­τος κό­σμου". Σε μια του να­ού κώ­χη, που φω­τί­ζουν λί­γα κε­ριά, πλά­ι-πλά­ι σε εκ­κλη­σι­α­ζό­με­νους πολ­λούς στέ­κουν ως δέ­κα ρα­σο­φό­ρες νι­ές, που η α­γά­πη του Κυ­ρί­ου τις έ­φε­ρε στον Ά­γιο Στέ­φα­νο μο­να­χές. Έ­χουν κον­τά τους τα εί­κο­σι τρί­α μι­κρά παι­διά, που η Α­δελ­φό­τη­τά τους οι­κο­τρέ­φει και στο σχο­λει­ό της μ' α­γά­πη πολ­λή και κα­λο­σύ­νη πε­ρισ­σή ο­δη­γούν στον δρό­μο του κα­λού. Μα­ζί τους α­πα­λό­η­χα, χο­ρω­δια­κά ψάλ­λουν αν­τί­φω­να καλ­λί­λο­γα και με­γα­λυ­νά­ρια δο­ξα­στι­κά.     Δέ­ος θρη­σκευ­τι­κό δι­α­περ­νά­ει το εί­ναι μου και συ­νε­παρ­μέ­νος σε μια υ­περ­κό­σμια ψυ­χι­κή α­νά­τα­ση, α­κού­ω τη γλυ­κιά με­λω­δί­α, πα­ρα­κο­λου­θώ του Θε­ού της Α­γά­πης την α­ναί­μα­κτη θυ­σί­α. Με­τά την "α­πό­λυ­ση" της λει­τουρ­γί­ας έ­νας Κα­λαμ­πα­κι­ώ­της γε­ρο-ι­ε­ρέ­ας με τους η­γου­μέ­νους των άλ­λων με­τε­ω­ρί­τι­κων μο­να­στη­ρι­ών μοί­ρα­ζε μπρος στην ω­ραί­α πύ­λη του ι­ε­ρού αν­τί­δω­ρο, ε­νώ στο πλά­ι τους μια μο­να­χή με­γα­λού­τσι­κα κομ­μά­τια άρ­του της αρ­το­κλα­σί­ας, που εί­χε τε­λε­στεί με­τά την θεί­α λει­τουρ­γί­α. Πή­ρα κι α­π' τα δυ­ο και βγαί­νον­τας α­πό το να­ό κι έ­να λου­κού­μι, που πρό­σφε­ρε σ' ό­λους μια κο­πε­λί­τσα του οι­κο­τρο­φεί­ου της μο­νής.
    Λί­γο αρ­γό­τε­ρα έ­πι­να κα­φέ στην αί­θου­σα υ­πο­δο­χής ε­πι­σκε­πτών. Ά­στρα­φταν ό­λα ε­κεί, τα έ­πι­πλα, οι ζω­γρα­φι­κοί πί­να­κες, τα κά­δρα με φω­το­γρα­φί­ες ι­ε­ραρ­χών κι άλ­λων κλη­ρι­κών πα­λι­ών η­γου­μέ­νων της μο­νής. Κι ό­λα μαρ­τυ­ρού­σαν τη φι­λο­κα­λί­α των μο­να­ζου­σών, α­π' τις ο­ποί­ες τρεις-τέσ­σε­ρις εύ­χα­ρεις, φι­λό­φρο­νες και ευ­προ­σή­γο­ρες υ­πο­δέ­χον­ταν τους ε­πι­σκέ­πτες.
    Πα­ρα­δειγ­μα­τι­κή τά­ξη ε­πι­κρα­τού­σε σ' άλ­λη του κτι­ρί­ου αυ­τού αί­θου­σα. Πρό­κει­ται για το σχο­λεί­ο που λει­τουρ­γού­σε στο μο­να­στή­ρι με μο­να­χή-δα­σκά­λα πτυ­χι­ού­χο, της ο­ποί­ας οι φρον­τί­δες στο κα­θε­τί του ή­ταν ο­λο­φά­νε­ρες. Μπρός στη θαυ­μά­σια ξυ­λό­γλυ­πτη βι­βλι­ο­θή­κη που ή­ταν ε­κεί, στά­θη­κα ώ­ρα πολ­λή βλέ­πον­τας τα πλή­θος και κά­θε εί­δους βι­βλί­α πα­λι­ό­τε­ρων και νε­ό­τε­ρων συγ­γρα­φέ­ων, με θρη­σκευ­τι­κό, κοι­νω­νι­κό, λο­γο­τε­χνι­κό πε­ρι­ε­χό­με­νο. Α­π' την ξε­χα­σιά μου ε­κεί α­πα­λό­η­χη και γε­μά­τη ευ­γέ­νεια η φω­νή της Θε­ο­τέ­κνης, που τις πα­νε­πι­στη­μια­κές της σπου­δές και το πτυ­χί­ο της Φι­λο­σο­φί­ας πρό­σφε­ρε στην Α­γά­πη του γλυ­κύ­τα­του Να­ζω­ραί­ου, με συ­νε­φέ­ρει. Κα­λο­συ­νά­τα με συν­τρο­φεύ­ει στους άλ­λους του μο­να­στη­ριού χώ­ρους, που α­στρά­φτουν ό­λοι φρον­τι­σμέ­νοι με τη γυ­ναι­κεί­α κα­λαι­σθη­σί­α και τη φι­λερ­γί­α των μο­να­ζου­σών, που πη­γαι­νο­έρ­χον­ται ο­δη­γών­τας ε­κεί τους ε­πι­σκέ­πτες με προ­θυ­μί­α και χα­ρά.
    Α­νά­με­σά τους η Κα­θη­γου­μέ­νη της Α­δελ­φό­τη­τας του μο­να­στη­ριού, μια λε­βεν­το­κό­ρη, ξε­χω­ρί­ζει με της "Με­γα­λό­σχη­μης" τη στο­λή και με βα­θιά την ει­ρή­νη βυ­θι­σμέ­νη στην ό­ψη της. Χαι­ρε­τά ό­λους μ' ευ­γε­νι­κή χα­ρά κι αν­ταλ­λάσ­σει ευ­χές με τον κα­θέ­να, ε­πι­σκέ­πτη και τι­μη­τή του α­γί­ου Χα­ρα­λάμ­πους κι η ί­δια προ­σφέ­ρει γλυ­κό. Έ­να γλυ­κό που γλύ­κα­νε πε­ρισ­σό­τε­ρο την ψυ­χή μου και στέ­ρι­ω­σε την πί­στη μου για την ε­ξι­δα­νί­κευ­ση αυ­τής και των άλ­λων συ­να­σκου­μέ­νων α­δελ­φών της στην υ­πη­ρε­σί­α του Θεί­ου.
Πριν φύ­γω, με κα­τά­νυ­ξη ά­να­ψα έ­να με­λισ­σο­κέ­ρι στο ει­κό­νι­σμα του πρω­το­μάρ­τυ­ρα Στε­φά­νου, του ο­ποί­ου ο αρ­χαι­ό­τα­τος να­ΐ­σκος βρί­σκε­ται σε κά­ποι­ο κοί­λω­μα της νο­τι­ο­α­να­το­λι­κής πλευ­ράς του βρά­χου.     Με­τά α­πό λί­γη ώ­ρα α­λα­φρω­μέ­νος, θαρ­ρώ, με συν­τρο­φιά μου μό­νη έ­ναν στο­χα­σμό κά­ποι­ου σι­ω­πη­λού μη­νύ­μα­τος της μο­νής του Α­γί­ου Στε­φά­νου των Με­τε­ώ­ρων, που γι­όρ­τα­σε τον πα­να­οί­δι­μον ι­ε­ρο­μάρ­τυ­ρα Χα­ρά­λαμ­πο, κα­τη­φο­ρί­ζω το μο­νο­πά­τι το δύ­σβα­το, χω­ρίς να νι­ώ­θω κού­ρα­ση. Δι­α­βαί­νω, πη­δών­τας χα­μό­δεν­τρα και πε­τρο­στοί­βες σω­ρι­α­σμέ­νες α­νά­με­σα στο πέ­τρι­νο δά­σος των Με­τε­ώ­ρων, που λού­ζε­ται τώ­ρα στο η­λι­ο­φώς, ε­νώ στο διά­βα μου αυ­τό σκι­αγ­μέ­να πλή­θος μι­κρο­πού­λια που κρύ­βον­ται σε κον­το­πρί­να­ρα, βα­τι­ώ­νες και τρύ­πες βρά­χων, πε­τούν τρι­γύ­ρω.    
    Κι ό­λο κα­τε­βαί­νω, κα­τε­βαί­νω να φτά­σω στην πό­λη, να βρω το κο­σμι­κό συ­νη­θι­σμέ­νο στην κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα και κλει­σμέ­νος σε μια του σπι­τιού μου κά­μα­ρα ν' αρ­χί­σω να μου­τζου­ρώ­νω σ' έ­να χαρ­τί, να ται­ριά­σω μια γρα­φή.


     


Μεταβείτε στο:
α' μέρος
γ' μέρος