Του Γρηγόρη Καλύβα

Την Οδό Ραμμίδη την έχω διαβεί πολλάκις  χωρίς να μου δημιουργεί κάποια ιδιαίτερα συναισθήματα. Θέλετε η απουσία  ψυχικού υποβάθρου, θέλετε το σύνηθες της εικόνας που παρουσιάζεται μπροστά μου, τα συναισθήματα παραμένουν ανενεργά.

Σήμερα το πρωί τυλιγμένος με χειμωνιάτικη  βαριά περιβολή βγήκα σχεδόν την ώρα που η το φως βρίσκονταν σε ένα παιχνίδι με το σκοτάδι κάτω από έναν πεντακάθαρο έναστρο ουρανό τραβώντας για το πανηγυρίζων παρεκκλήσι του Αγίου Αθανασίου που βρίσκεται στο τέρμα του δρόμου.

Ανηφορίζοντας τώρα την οδό Ράμμου αισθάνθηκα μια άλλη αύρα να με τυλίγει καθώς οι φωτοσκιάζεις των επιβλητικών βράχων έπεφταν βαριά πάνω από την παλιά πόλη δίνοντας απροσδιόριστα σχήματα που στα μάτια μου  έπαιρναν αλλόκοτες, μυστηριώδεις, θα έλεγα, μορφές.

Πλησιάζοντας στο παρεκκλήσι έφταναν στα αυτιά μου οι ψαλμοί που απέδιδε ο χορός των ψαλμωδών προς τον εορτάζοντα Άγιο: «Στύλος γέγονας ὀρθοδοξίας, θείοις δόγμασιν ὑποστηρίζων, τὴν Ἐκκλησίαν Ἱεράρχα Ἀθανάσιε· τῷ γὰρ Πατρὶ τὸν Ὑιόν ὁμοούσιον, ἀνακηρύξας κατᾑσχυνας Ἄρείον· Πάτερ Ὅσιε, Χριστόν τὸν Θεόν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν, τό μέγα ἔλεος».

Εισερχόμενος στα προπύλαια του παρεκκλησίου το εκκλησίασμα παρακολουθούσε την εξέλιξη της Θείας λειτουργίας μέσα σε μια απέραντη σιωπή που υποδήλωνε βαθιά συναίσθηση της τελούμενης ιεροπραξίας. Άναψα το κερί, ασπάστηκα την σεπτή εικόνα του τιμώμενου αγίου που βρίσκονταν επί του εικονοστασίου και βλέποντας τον συνωστισμό εξήλθα στην πλακόστρωτη αυλή.

Η ακολουθία της Θείας λειτουργίας προχωρούσε αλλά το τσουχτερό κρύο δεν επέτρεπε περαιτέρω παραμονή. Σταυροκοπήθηκα και απεχώρησα έμπλεος αισθημάτων και συναισθημάτων από την μυσταγωγία που ανέδυε το ταπεινό αυτό παρεκκλήσι που βρίσκεται υπό την σκιά της Αγίας Λιθοπόλως των Μετεώρων.

Αισθάνθηκα την ανάγκη να καταφύγω στην βιογραφία του Αγίου όπου διαβάζω:

«…Ο Μέγας Αθανάσιος γεννήθηκε το 295 μ.Χ. από φτωχούς αλλά ενάρετους γονείς, γεγονός που του στέρησε τη δυνατότητα για ανώτερες σπουδές. Όμως ο πανάγαθος Θεός τον προίκισε με πλούσια πνευματικά προσόντα. Λαμβάνει τη στοιχειώδη εκπαίδευση και στη συνέχεια μελετά μόνος τ
ου για να φθάσει σε υψηλότατα επίπεδα γνώσης και σοφίας.

Από πολύ νέος έδειξε την κλίση του προς την Εκκλησία. 25 ετών χειροτονείται διάκονος από τον πατριάρχη Αλεξανδρείας Αλέξανδρο, τον οποίο ακολουθεί στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο το 325 μ.Χ., στη Νίκαια της Βιθυνίας. Αναδεικνύεται πρωτεργάτης στην καταδίκη της αιρετικής διδασκαλίας του Αρείου.

Το 328 μ.Χ. και σε ηλικία 33 ετών εκλέγεται πανηγυρικά πατριάρχης Αλεξανδρείας. Από τη θέση αυτή αντιμετωπίζει ένα φοβερό πόλεμο εκ μέρους των αιρετικών οπαδών του Αρείου. Όμως ο άγιος, χάρη στην μεγάλη πνευματικότητά του και τη ζέουσα πίστη στο Θεό, κατορθώνει να βγει νικητής απ’ όλες αυτές τις δοκιμασίες ακόμη και από τις πέντε εξορίες που του επιβλήθηκαν, καθώς ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ο Β΄ ήταν οπαδός του Αρειανισμού. Εκοιμήθη εν ειρήνη το 373 μ.Χ…» .