Του Γρηγόρη Γ. Καλύβα


« …Η Ελληνική και η Κινέζικη είναι οι μόνες γλώσσες με συνεχή ζώσα παρουσία από τους ίδιους λαούς και.....στον ίδιο χώρο εδώ και 4.000 έτη. Όλες οι γλώσσες θεωρούνται κρυφοελληνικές, με πλούσια δάνεια από τη μητέρα των γλωσσών, την Ελληνική…». 

                                                     (Francisco Adrados, γλωσσολόγος).


Η Ελληνική γλώσσα έχει λέξεις για έννοιες οι οποίες παραμένουν χωρίς απόδοση στις υπόλοιπες γλώσσες, όπως άμιλλα, θαλπωρή και φιλότιμο. Μόνον η Ελληνική γλώσσα ξεχωρίζει τη ζωή από το βίο, την αγάπη από τον έρωτα. Μόνον αυτή διαχωρίζει, διατηρώντας το ίδιο ριζικό θέμα, το ατύχημα από το δυστύχημα, το συμφέρον από το ενδιαφέρον.

Το εκπληκτικό είναι ότι η ίδια η Ελληνική γλώσσα μας διδάσκει συνεχώς πώς να γράφουμε σωστά κα πως μέσω της ετυμολογίας, μπορούμε να καταλάβουμε ποιός είναι ο σωστός τρόπος γραφής ακόμα και λέξεων που ποτέ δεν έχουμε δει ή γράψει.

Ο φιλόσοφος Ζήνων ο Κιτιεύς (από το Κίτιο της Κύπρου) που έζησε από το 342  έως  το 270 π.Χ  και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα ιδρύοντας τη Στωϊκή Σχολή προσδιόρισε πέντε αρετές του λόγου, οι οποίες υπάρχουν στο κείμενο που διέσωσε ο Διογένης ο Λαέρτιος στους "Βίους Φιλοσόφων" «Αρεταί δε του λόγου εισι πέντε, Ελληνισμός, σαφήνεια, συντομία, πρέπον, κατασκευή. Ελληνισμός μεν ουν εστι φράσις αδιάπτωτος εν τη τεχνική και μη εικαία  (= άσκοπη) συνήθεια, σαφήνεια δέ αστι λέξις, γνωρίμως παρίστασα το νοούμενον, συντομία δε εστι λέξις αυτά τα αναγκαία περιέχουσα προς δήλωσιν του πράγματος, πρέπον δέ εστι λέξις οικεία τω πράγματι, κατασκευή δε λέξις εκπεφευγύια των ιδιωτισμόν».  

Πρώτη αρετή, είναι ο Ελληνισμός, που σημαίνει ότι η γλώσσα δεν πρέπει να περιλαμβάνει ξένες ή χυδαίες λέξεις. Οι ξένες λέξεις πρέπει να αποτελούν αντικείμενο ειδικών λεξικών και να μη εντάσσονται στην ελληνική γλώσσα, δηλ. όχι στο ίδιο λεξικό. Το ίδιο και οι χυδαίες λέξεις, αυτές που χαρακτηρίζονται ως "αργκό". Ακόμη και η αμερικανική γλώσσα έχει για αυτές τις λέξεις ειδικό λεξικό. Ένα λεξικό απλής καθομιλουμένης, την οποία οι ίδιοι ονομάζουν Slang, δηλαδή χυδαίζουσα, ξεχωρίζοντάς την σαφώς από την γραπτή.

Δεύτερη αρετή είναι η σαφήνεια. Η σαφήνεια αποτελεί λεκτικό ύφος, διά του οποίου παρουσιάζονται οι σκέψεις με τρόπο κατανοητό.

Τρίτη αρετή είναι η συντομία, που σημαίνει την χρησιμοποίηση μόνον των απαραίτητων λέξεων για την πραγμάτευση του θέματος.

Τέταρτη αρετή είναι "το πρέπον", δηλαδή η κυριολεξία, κατά την οποία χρησιμοποιούμε λέξεις ακριβείς, συγγενείς προς το θέμα.

Πέμπτη αρετή είναι "η κατασκευή", μία λέξη που, στην προκειμένη περίπτωση, σημαίνει τον έντεχνο λόγο, που δεν έχει ιδιωτισμούς.

Στη συνέχεια αναφέρεται στα ελαττώματα του λόγου. Καθορίζει ότι μεταξύ των ελαττωμάτων του λόγου, του λεκτικού ύφους είναι ο βαρβαρισμός και ο σολοικισμός.

Βαρβαρισμός είναι η παραβίαση της γλωσσικής εκφράσεως των ευδοκιμούντων Ελλήνων. Ευδοκιμούντες Έλληνες στο γλωσσικό χώρο είναι οι μορφωμένοι και όχι οι αμόρφωτοι. Επομένως, όποιος στη γλώσσα των γραμματισμένων Ελλήνων επιβάλλει στοιχεία της γλώσσας που μεταχειρίζονται οι αγράμματοι, τότε αυτός λέμε ότι εκβαρβαρίζει την γλώσσα, εφόσον ο εκβαρβαρισμός πραγματοποιείται όχι μόνον με την ξενομανία, αλλά και με την χυδαιολογία, την χρήση "εικαίων" λέξεων.
Αυτός ο όρος οφείλει το όνομά του στους κατοίκους της Αθηναϊκής αποικίας "Σόλοι" της Κιλκίς, οι οποίοι δεν μερίμνησαν για την γλωσσική τους μόρφωση παρόλο που είχε παρέλθει πολύς χρόνος. Έτσι, έκαναν πολλά συντακτικά λάθη, με αποτέλεσμα να τους ειρωνεύονται οι εγγράμματοι Αθηναίοι, κατηγορώντας καθένα που διέπραττε συντακτικά σφάλματα ως "σολοικίζοντα".

Όλες οι αρετές που αναφέραμε, υπάρχουν πράγματι στην ελληνική γλώσσα και είναι κληρονομικές και ασφαλώς δεν οι μοναδικές.

Η σύγχρονη ελληνική γλώσσα τις συνεχίζει και τις περιέχει.

Ένα  από τα θέματα που συχνά-πυκνά επανέρχεται στην επικαιρότητα και το οποίο απασχολεί τους εκπαιδευτικούς φορείς (και όχι μόνο) είναι αυτό των «greeklish». Του κώδικα επικοινωνίας που χρησιμοποιούν οι νέοι όταν συνομιλούν μέσω διαδικτύου ή όταν στέλνουν γραπτά μηνύματα από τα κινητά τους τηλέφωνα.

Η άποψη που κυριαρχεί είναι πως τα «greeklish» απειλούν την ελληνική γλώσσα, σκοτώνουν την ορθογραφία, κωδικοποιούν ακόμα και τη σκέψη των εφήβων.

Πρόσφατα, για παράδειγμα, ο πρώην πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών, καθηγητής Γλωσσολογίας Γιώργος Μπαμπινιώτης, τόνισε: «Τα greeklish είναι ο καλύτερος δρόμος αποξένωσης από την εικόνα της λέξης.

Αυτό μπορεί οι νέοι άνθρωποι να το πληρώσουν ακριβά. Έχουμε ελληνικές γραμματοσειρές και μπορούμε, αξιοποιώντας το διαδίκτυο και τα ηλεκτρονικά μέσα, να χρησιμοποιούμε τις ελληνικές γραμματοσειρές που έχουν το προτέρημα να δίνουν την εικόνα της λέξης, το οπτικό ίνδαλμα και να μας συμφιλιώνουν με την ορθογραφία της λέξης και με τη σημασίας της». 

Ομοίως, ο πρόεδρος της Ένωσης Συντακτών Κύπρου (ΕΣΚ), Αντώνης Μακρίδης, στο πλαίσιο της τελετής βράβευσης των μαθητικών εφημερίδων, απευθυνόμενους προς τους νέους είπε: «Τώρα που είστε ακόμα στα μαθητικά θρανία, δώστε προσοχή, φροντίστε να μάθετε όσο το δυνατόν καλύτερα τη γλώσσα μας. Αυτή την ευλογημένη γλώσσα που δυστυχώς καταμοιχεύεται σήμερα.

Τα κινητά, τα λεγόμενα facebook και τα άλλα φρούτα της εποχής, με τα μηνύματά τους, τις συντομογραφίες και τους λατινικούς χαρακτήρες συρρικνώνουν τη γλώσσα και αποδομούν την κρίση».

Σε δηλώσεις στην εφημερίδα «Καθημερινή», το ίδιο θέμα σχολίασε και ο καθηγητής Νεοελληνικής Γλώσσας του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Χρίστος Τσολάκης, δίνοντας όμως μια εντελώς διαφορετική ερμηνεία. Αφού διευκρίνισε ότι πολύ καλά κάνουν όσοι επιμένουν στη χρήση του ελληνικού πληκτρολογίου στο διαδίκτυο, επισήμανε ότι η λύση για την αντιμετώπιση του φαινομένου δεν βρίσκεται στο διαδίκτυο αλλά στο σχολείο: «Αυτές οι μείξεις είναι πολύ φυσικό να γίνονται, όπως γίνονταν στην αρχαιότητα με τα αρχαία ελληνικά και τα ελληνικά εκείνης της εποχής, που ήταν διεθνής γλώσσα.

Έχουμε να κάνουμε με τις λεγόμενες τυπικές γλώσσες κι εκείνο που κυριαρχεί είναι η μεταφορά του μηνύματος χωρίς καθυστερήσεις. Οι νέοι δε θέλουν να λένε πολλά κι αυτό είναι καλό. Από την άλλη, αναμειγνύουν τα greeklish με την ελληνική γλώσσα, με λέξεις από άλλες γλώσσες, με δικά τους λεκτικά κατασκευάσματα και εθίζονται σε αυτό. Το σχολείο δεν πρέπει να επιτρέψει την είσοδο αυτών των λέξεων στη σχολική γλώσσα». Τα greeklish, συνέχισε ο κ. Τσολάκης, «είναι μια ιδιόλεκτος από τις πολλές που έχουμε στη γλώσσα μας. Δεν την καταστρέφει, αλλά σαν νέο παιχνίδι είναι δελεαστικό για τα παιδιά και το σχολείο πρέπει να λάβει τα μέτρα του». Και κατέληξε: «Η γλώσσα μας δεν κινδυνεύει από τα greeklish, αλλά από την έλλειψη παιδείας». 

Ίσως η θέση αυτή να πρέπει να μας προβληματίσει λίγο περισσότερο. Το να καταριόμαστε τα greeklish και να αποδίδουμε ευθύνες στους νέους επειδή τα χρησιμοποιούν, πιθανόν να είναι η εύκολη λύση. Μια τέτοια αντίληψη παρέχει άλλοθι στο δημόσιο σχολείο και το οδηγεί σε περαιτέρω αδράνεια.

Στο κάτω-κάτω δεν είναι τα greeklish που απειλούν τη γλώσσα, αλλά εμείς οι ίδιοι που κάνουμε ότι περνά από το χέρι μας για να την αποδομήσουμε πιστεύοντας οι αφελείς ότι αυτό  σημαίνει πρόοδος αγνοώντας  πως  αυτό μας οδηγεί στο να χάσομε τον βασικό συνεκτικό δεσμό της εθνικής μας ταυτότητάς που αποτελεί το προανάκρουσμα της αφομοίωσής μας στο σύστημα της παγκοσμιοποίησης που πέραν της οικονομικής ενοποίησης εμπεριέχει και την πολιτιστική και πολιτισμική ενοποίηση του κόσμου στο πλαίσιο της  δημιουργίας  συνείδησης  πολίτη του παγκόσμιου χωριού που θα είναι ο πλανήτης.

Άρα εκείνο που προέχει να πράξουμε ως έλληνες μέσα σε όλα αυτά που σχεδιάζουν για μας χωρίς εμάς, είναι να κρατήσουμε τη γλώσσα μας, την παράδοσή μας, την πίστη μας, τις αξίες του ελληνικού πολιτισμού, ζωντανά και αναλλοίωτα.