Η γενιά του 1950 πείνασε και αγωνίστηκε μέχρι να ορθοποδήσει ...και είναι αλήθεια ότι στερήθηκε πολλά,αλλά είχε στην ψυχή της την ελπίδα...το όραμα για κάτι το καλύτερο!
* Η σημερινή γενιά έχασε την ελπίδα ή τουλάχιστον την έσβησαν και την αφαίρεσαν απ΄αυτήν κι αυτό είναι το πιο τραγικό...
Και με ρωτάει ο 15ντάχρονος "πώς θα πορευτούμε"; Και του απαντώ με θάρρος και πίστη και ελπίδα !
 
Και θα του θυμίσω τα λόγια της ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗΣ του Μανόλη Ανδρόνικου στην εφημερίδα ΒΗΜΑ τον Μάιο του Ι967. Εκεί μεταξύ των άλλων γράφει : 
 
«Όταν βλέπω τα μάτια των νέων καρφωμένα επάνω μου, νιώθω πως βυθίζονται στα έγκατα της ψυχής μου για να ανασύρουν από κει ό,τι έχει μαζευτεί χρόνια τώρα. Αγάπη και κακίες, γνώσεις και όνειρα, ελπίδες και φόβοι. Με ερευνούν και με ελέγχουν και προσδοκούν να πάρουν κουράγιο, για τον δικό τους δρόμο. Τι να τους μαρτυρήσω; Είναι στιγμές που είμαι έτοιμος να τους πω πόσο κουραστήκαμε η γενιά μου, ποια γενιά; Ας πούμε η γενιά του 40.
 
Πόσο πολύ πιστέψαμε το φως μέσα στο σκοτάδι και πόσο λίγο ήταν το ψωμί που έθρεψε το κορμί μας στην πρώτη του νιότη. Πόσο ζαλισμένοι ξυπνήσαμε την αυγή της Λευτεριάς για να ψηλαφίσουμε το χώμα και τη θάλασσα, να χτίσουμε ένα σπίτι, να βρούμε μια γυναίκα, να πάρουμε αυτό που λέμε το δρόμο της ζωής. Ποιος μπορεί να πει τι κάναμε, τι πήραμε και τι δώσαμε;
 
Μας βλέπουν τα νεανικά μάτια ερωτηματικά. Θέλουν να τους θυμίσουμε πως ύψωναν τα παιδιά τα χέρια τους στον περίεργο χαιρετισμό του φασισμού…πως έκλαψαν τον Φρεντερίκο Γκαρθία Λόρκα.
 
Ο Σαγγάριος ήταν το πρώτο μας παραμύθι, μαζί ,ε τη φωτιά της Σμύρνης και τους Τσέτες. Δεν είναι γνωστή στα παιδιά μας η λέξη «πρόσφυγας»και του αϊτού ο γιος» δεν τους λέει τίποτα. Κι αν δουν σε κάποιο μουσείο ένα μαύρο δίκοχο δε θα δακρύσουν, αφού δεν έχουν δει τη μορφή εκείνου που το φορούσε.
 
Τα παιδιά μας δεν είδαν το κίτρινο πεντάλφα των Εβραίων, δεν έχασαν τους φίλους τους στο κρεματόριο. η αγαπημένη τους Ραχήλ δεν έγινε σαπούνι. Όλ’ αυτά δε γίνονται τραγούδι, ούτε θέατρο, ούτε βιβλία. Έχουν γίνει πίκρα μέσα στις καρδιές μας και γεννούν κακούς εφιάλτες τις νύχτες. Στα παιδιά μας μπορούμε να πούμε μονάχα : πεινάσαμε, πονέσαμε, ελπίσαμε. Τώρα ζούμε, τώρα περάσαμε πέρα από την ελπίδα…
 
Τα μάτια των παιδιών μας ρωτούν. Μπορούμε να ελπίζουμε, μπορούμε να ζήσουμε ;Τι να τους πούμε; Αφού εμείς ζήσαμε και ζούμε, αφού είμαστε ακόμα όρθιοι και κάνουμε όνειρα, θα πεί πως μπορείτε κάτι παραπάνω, πως πρέπει να ζήσετε και να ελπίζετε και να κάνετε όνειρα. Αν δεν είναι καυτός ο ήλιος της χαράς σας, είναι όμως ήλιος, το σκοτάδι το περάσαμε εμείς, εσείς στεκόσαστε γερά στα πόδια σας, τα μάτια σας βλέπουν μπροστά, οι αρμοί σας είναι γεροί για να χορέψετε, να κάνετε έρωτα, να χτίσετε σπίτια, για να σας φέρουν στο φεγγάρι.
 
Τα μάτια των παιδιών μας κατηγορούν: Για την κακία που βλέπον γύρω τους, για τις αδυναμίες μας, για την απιστία μας, για την υποκρισία μας. Και τα μάτια των παιδιών είναι καθαρά, φωτεινά, έτσι ήταν και τα δικά μας μάτια, έτσι είναι και τώρα όταν μείνουμε μονάχοι στο σκοτάδι και ονειρευόμαστε, έτσι θέλουμε να είναι όλα τα μάτια κι όλες οι καρδιές των ανθρώπων.
 
Είμαστε λιγότεροι κακοί απ’ όσο μας νομίζουν τα παιδιά μας, είμαστε όμως αδύναμοι. Χρειάστηκαν να ξοδέψουμε τις δυνάμεις μας, όλες μαζί, σε μια μέρα ή σ’ ένα χρόνο, ποιος είχε καιρό να μετράει τότε τις στιγμές. Η Λευτεριά ζητούσε αίμα και πόνο και της τα προσφέραμε αφειδώλευτα, το σκοτάδι ζητούσε φως και το πήραμε από τα δικά μας μάτια, οι άνθρωποι ζητούσαν ψωμί κι ελπίδα και τα σκορπίσαμε όπου βρισκόμασταν. Δουλεύαμε για το μέλλον του ανθρώπου, της πατρίδας, της γης, δε νοιαζόμασταν για το δικό μας μέλλον.
 
Μπροστά στα εξεταστικά μάτια των παιδιών αισθανόμαστε συχνά ντροπιασμένοι, γιατί και κείνα και μεις πιστέψαμε πως είχαμε ξεπεράσει την ανθρώπινη μοίρα, πως αποκαθαρθήκαμε μέσα στην πυρά της δοκιμασίας από τις μικρότητες και της αδυναμίες της ζωικής μας φύσης. Και μας είναι οδυνηρή η αποκάλυψη πως μείναμε άνθρωποι, με έγνοιες και φροντίδες ασήμαντες, με εγωισμούς και ματαιοδοξίες απροσδόκητες.
 
Δεν είναι ανάγκη να απολογηθούμε, φτάνει μονάχα η εξομολόγηση. Και φτάνει μονάχα η αγάπη προς τα παιδιά μας, για να τους πείσει πως κάποτε μας αδικούν. Πως δεν τους ωφελεί να παίρνουν μονάχα τη θέση του κατήγορου, έτοιμοι να κεραυνώσουν τους αμαρτωλούς, γιατί μια τέτοια στάση μαρτυρεί πολύν εγωισμό, κάποτε αδικαιολόγητο.
 
Πιστεύουν πως εκείνοι είναι καλύτεροί μας, αυτό πιστεύουμε κι εμείς. Ξέρουν πως κάναμε λιγότερα απ’ όσα μπορούσαμε, το ξέρουμε και λυπόμαστε γι’ αυτό. Νιώθουν ότι δεν είμαστε όσο θα ήθελαν ειλικρινείς απέναντι τους κι απέναντι στον εαυτό μας, καταλαβαίνουμε το αίσθημά τους αυτό.
 
Η γενιά μας, ας πούμε η γενιά του 40…δεν είχε προλάβει να κρίνει τους πατέρες της, γιατί πλήρωναν με το αίμα τους πατρικούς λογαριασμούς, δεν είχαν προλάβει να σκεφτούν το μέλλον τους, γιατί είχαν να πολεμήσουν με το τουφέκι στο χέρι γι αυτό, δεν είχαν προλάβει να τραγουδήσουν παρά τραγούδια ηρωικά και πένθιμα, δεν είχα προλάβει να αγαπήσουν τίποτα άλλο από τον άνθρωπο, τη Λευτεριά και το Θάνατο.
 
Ποιος μπορεί να πει τι κάναμε, τι πήραμε, τι δώσαμε η γενιά μας; Ένα μονάχα μπορούμε να πούμε: Πολύ αγαπήσαμε, πολύ πονέσαμε και πολλά ελπίσαμε. Κι ελπίζουμε, γιατί μάθαμε να μην απελπιζόμαστε μπροστά σε τίποτα.
 
Στον Μανόλη Ανδρόνικο, με πολύ σεβασμό ξαναθυμίζω το θαυμάσιο λόγο του, τη μικρή εξομολόγησή του προς τους νέους!