ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ στον ΓΙΩΡΓΟ ΚΙΟΥΣΗ

-Ποιος είναι πραγματικά ο Φώτης Κόντογλου  και ποιο το όνομά του;

“Ο Φώτης Κόντογλου,  Μικρασιάτης την καταγωγή, γεννήθηκε στο Αϊβαλί το 1897. Υπήρξε κορυφαίος λογοτέχνης, ζωγράφος και αγιογράφος, από τα επίλεκτα μέλη της γενιάς του ’30 και ένας από τους πραγματικά μεγάλους Έλληνες του μεσοπολέμου.

Το πατρικό του επώνυμο ήταν Αποστολέλης. Επειδή δεν γνώρισε τον πατέρα του το άλλαξε σε Κόντογλου, από τον θείο του (αδερφό της μητέρας του) Στέφανο Κόντογλου, που ανέλαβε την επιμέλειά του. “

-Γιατί το 2015 είναι έτος αφιερωμένο  σ΄ εκείνον;

 Το 2015 είναι ένα επετειακό έτος για τον Κόντογλου επειδή συμπληρώνονται τα 50 χρόνια από το θάνατό του( 1965-2015) Δεν είναι όμως επετειακό μόνο χρονολογικά αλλά και επειδή συμπίπτει με την ολοκλήρωση της επίσημης δημοσιοποίησης του Αρχείου του, που δωρήθηκε από τους εγγονούς του Παναγιώτη και Φώτη Μαρτίνο – ταξινομημένο, κωδικοποιημένο, αρχειοθετημένο και ψηφιοποιημένο – στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο της Αθήνας. Δυστυχώς, αν και έχει περάσει σχεδόν ένας χρόνος από την παράδοση του πρώτου τμήματος του Αρχείου,  δεν φαίνεται να υπάρχει καμιά εξέλιξη, από πλευράς Μουσείου, σχετικά με την αξιοποίησή του και έτσι δεν είναι ακόμη και ελεύθερα προσβάσιμο στο κοινό, όπως ήταν η σαφής επιθυμία των δωρητών. Δεν έχει γίνει καν, πέρα από μια τυπική συνέντευξη τύπου, μία εκδήλωση επίσημης παρουσίασης του Αρχείου”.

-Ποιες ήταν οι σπουδές του;

Το 1906 Τελειώνει τὸ Δημοτικὸ Σχολεῖο τῆς Κάτω Χώρας καὶ ἐγγράφεται στὸ Γυμνάσιο στὸ Ἀϊβαλί. Ἡ μαθητικὴ παρέα ἀποτελεῖται ἀπὸ τοὺς Στρατὴ Δούκα καὶ Πάνο Βαλσαμάκη. Μαζὶ ἐκδίδουν καὶ τὸ σχολικὸ περιοδικὸ «Μέλισσα», τοῦ ὁποίου τὴν εἰκονογράφηση ἀναλαμβάνει ὁ Φώτης.Το 1912 Ἀποφοιτᾶ ἀπὸ τὸ Γυμνάσιο τοῦ Ἀϊβαλί. Σκέπτεται νὰ φοιτήσει στὴ ζωγραφικὴ σχολὴ τοῦ Πολυτεχνείου Ἀθηνῶν έτσι τον Σεπτέμβριο του 1913  ὁ θεῖος του Στέφανος τὸν ἐγγράφει στὴ Σχολὴ Καλῶν Τεχνῶν.1914-15 Διακόπτει τὶς σπουδές του καὶ ταξιδεύει στὴν Εὐρώπη .Πηγαίνει στὸ Βέλγιο, στὴν Ἱσπανία, τὸ Περιγκέ, τὴ Λιμὸζ καὶ τὴν Μασσαλία στὴν Γαλλία. Ἐγκαθίσταται στὸ Παρίσι γιὰ τρία χρόνια ὄπυ ἐργάζεται σὲ διάφορες χειρωνακτικὲς ἐργασίες, παράλληλα ὅμως καὶ στὴν Ἰλλουστρασιὸν ὡς σχεδιαστῆς ὅπου βραβεύεται γιὰ τὴν εἰκονογράφηση τῆς «Πείνας» τοῦ Χάμσουν…

-Ποιοι ήταν οι συμμαθητές του και  ποιους πνευματικούς ανθρώπους  συναναστρεφόταν ο  Φώτης Κόντογλου;

Παρέα του στα μαθητικά χρόνια ο Στρατής Δούκας και ο Πάνος Βαλσαμάκης. Γνωρίζεται με την Έλλη Αλεξίου, Βάσω Δασκαλάκη, Φώτη πολίτη ,Δ. Πικιώνη , Κώστα Βάρναλη ,Μαρίκα Κοτοπούλη ,Νίκο Καρούζο, Ν. Καζαντζάκη.

Είχε στενή σχέση με τον ζωγράφο Σπύρο Παπαλουκά, με τον οποίο συγγένεψε εξ αγχιστείας, αφού παντρεύτηκαν δυο εξαδέλφες. Την Όλγα Ευαγγέλου ο Παπαλουκάς και την Μαρία Χατζηκαμπούρη ο Κόντογλου.

Συνεργάτες του ἦταν οἱ Κώστας Βάρναλης, Βάσος Δασκαλάκης, Δημήτρης Πικιώνης, με τον οποίο ήσαν στενοί φίλοι και γείτονες, Γιωσὲφ Ἐλιγιά, Γιάννης Κεφαλληνός, Στρατὴς Δούκας, Κ.Ι. Σφακιανάκης. Επίσης εμπνέει και συνεργάζεται με τον μεγάλο θεατράνθρωπο Κάρολο Κουν, ενώ στενός του φίλος ήταν και ο Κωστής Μπαστιάς, συγγραφέας, δημοσιογράφος και μεταξύ άλλων Διευθυντής της Ελληνικής Λυρικής Σκηνής, του Εθνικού Θεάτρου και του ΕΙΡ.

-Ποιοι ήταν μαθητές του ήταν στην ζωγραφική;

Μαθητές του ο Γιάννης Τσαρούχης ,ο Σπύρος Βασιλείου , ο Νίκος Εγγονόπουλος , ο Ράλλης Κοψίδης, ο Παντελής Οδάμπασης, ο Κώτσας Γεωργακόπουλος, ο Πέτρος Βαμπούλης και πολλοί άλλοι.

-Ποιο το ζωγραφικό και ποιο το λογοτεχνικό του έργο;

Τὴν ἄνοιξη του 1923 ταξιδεύει γιὰ πρώτη φορὰ στὸν Ἄθωνα. Μελετᾶ τὴ βυζαντινὴ καὶ μεταβυζαντινὴ εἰκονογραφία καὶ ζωγραφίζει τοπία, μονὲς καὶ διάφορες μορφὲς μοναχῶν

 Το 1923 Στὴ Μυτιλήνη, στὴν αἴθουσα τοῦ Γυμνασίου, πραγματοποιεῖται ἡ πρώτη του ἔκθεση μὲ τὴν ἁγιορείτικη συγκομιδή του. Αργότερα ακολουθούν κι άλλες εκθέσεις στο Λύκειο τω Ελληνίδων, Στο Ξενοδοχεῖο Μπρίστολ στὸ Βόλο

Εικονογραφεί βιβλία, παραμύθια ,συγγράφει βιβλία

Στὶς 27 Φεβρουαρίου 1925  παντρεύεται τὴν ἀϊβαλιώτισα Μαρία Χατζηκαμπούρη

Ἀναλαμβάνει τὴν ἐπιμέλεια τοῦ περιοδικοῦ «Φιλικὴ Ἐταιρία»..

Το 1927 γίνεται τακτικὸς συνεργάτης στὸ περιοδικὸ «Ἑλληνικὰ Γράμματα» Τὸ Μάρτιο  του 1927 ἀναλαμβάνει ἀπὸ κοινοῦ με τὸ Σπύρο Παπαλουκᾶ, τὴ σκηνογραφία τοῦ «Βασιλικοῦ», στὸ Ἐθνικὸ Θέατρο. Τὸ Σεπτέμβριο συνεργάζεται μὲ τὸ Φ.Πολίτη γιὰ νὰ σκηνικά της Ἑκάβης μὲ πρωταγωνίστρια τὴ Μαρίκα Κοτοπούλη, στὸ Παναθηναϊκὸ Στάδιο.

Τὸ Μάρτιο του 1929 σκηνογραφεῖ τὴ Θυσία τοῦ Ἀβραὰμ στὸ Ἐθνικὸ Θέατρο.

Το 1930 Ἐργάζεται ὡς τεχνικὸς ἐπόπτης στὸ Βυζαντινὸ Μουσεῖο, ὅπου μὲ τὸ Γιάννη Τσαρούχη ζωγραφίζει τὸ συντριβάνι τῆς αὐλῆς

Το 1931 Συμμετέχει σὲ ἀνασκαφὲς στὴ Σπάρτη. Φτιάχνει ἀντίγραφα τοιχογραφιῶν καὶ ἀναπαραστάσεις ρωμαϊκοῦ τάφου

Το 1932 Κτίζει τὸ σπίτι του στὴν περιοχὴ Κυπριάδου-Βιζυηνοῦ 16, καὶ μαζὶ μὲ τοὺς μαθητὲς τοῦ Τσαρούχη καὶ Ἐγγονόπουλο ζωγραφίζουν, μὲ τὴν τεχνική της νωπογραφίας (fresco), καὶ μεταβυζαντινὴ διάταξη, τὸ μπροστινὸ δωμάτιο.

Το 1933 Προσκαλεῖται ἀπὸ τὴν Αἰγυπτιακὴ κυβέρνηση καὶ ἐργάζεται στὸ Κοπτικὸ Μουσεῖο, γιὰ τὸ Διευθυντή του Μάρκο Πασᾶ. Τὸ Νοέμβριο τοῦ ἀπονέμεται τὸ «Ἀπολυτήριο Γραφικῆς» ἀπὸ τὴ Σχολὴ Καλῶν Τεχνῶν. Προσλαμβάνεται ἀπὸ τὸ Κολλέγιο Ἀθηνῶν ὡς καθηγητὴς ζωγραφικῆς, ὅπου συνδέεται στενὰ μὲ τὸν Κάρολο Κοῦν. Μεταξὺ τῶν μαθητῶν του συγκαταλέγονται καὶ οἱ Δημήτρης Χὸρν καὶ Ἀλέξης

Το 1934 Συντηρεῖ τὶς εἰκόνες στὸ Μουσεῖο τῆς Κέρκυρας. Συμμετέχει στὴν ΧΙΧ Biennale τῆς Βενετίας. Ἀρχίζει τὴν ἁγιογράφηση τοῦ παρεκκλησιοῦ Ἁγίας Λουκίας, ποὺ ἀνήκει στὴν οἰκογένεια Ζαΐμη στὸ Ρίο τῆς Πάτρας. Φιλοτεχνεῖ τὴ φορητὴ εἰκόνα τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν Καπνικαρέας καὶ τὴν προσωπογραφία τοῦ Νίκου Ἐγγονόπουλου.

Το 1935 Φιλοτεχνεῖ τὸν φορητὸ πίνακα «Αἴας καὶ Ὀδυσσέας». Ἀναλαμβάνει τὸ εἰκονοστάσι τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης τοῦ νοσοκομείου Ἐρυθρὸς Σταυρός. Τὸ 1948 στὴν κόγχη τοῦ Ἱεροῦ ἱστορεῖ τὴ φιλοξενία τοῦ Ἀβραάμ

Το 1936 Καθαρίζει τὶς τοιχογραφίες τῆς Περιβλέπτου στὸ Μυστρᾶ. Στὴν Ἀθήνα συμμετέχει στὴν ἔκθεση τῆς Ἑνώσεως Ἐλεύθεροι Καλλιτέχναι. Ἐκδίδεται λεύκωμα Βυζαντινῶν σχεδίων του ἀπὸ τὴν Ἐταιρία Βυζαντινῶν Σπουδῶν

Το 1937 Μεταφράζει τὸ ἔργο τοῦ Μολιέρου «Οἱ κατεργαριὲς τοῦ Σκαπέν», ποὺ θὰ ἀνέβει τὴν ἑπόμενη χρονιὰ στὸ Ἐθνικὸ Θέατρο. Ἀναλαμβάνει τὴ μνημειακὴ εἰκονογράφηση τοῦ Δημαρχείου Ἀθηνῶν (αἴθουσα ἰσογείου καὶ ἀναγνωστήριο) ὅπου ἱστορεῖται τὸ «ἑνιαῖον της φυλῆς», ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες Πατριάρχες μέχρι τὸ 19ο αἰώνα

Το 1938 Συμμετέχει στὴν «Α´ Πανελλήνιον Καλλιτεχνικὴν Ἔκθεσιν» στὸ Ζάππειο Μέγαρο. Ἀναλαμβάνει τὴν ἱστόρηση τοῦ παρεκκλησιοῦ Ἁγίας Εἰρήνης τῆς οἰκογένειας Πεσματζόγλου, στὴν Κηφισιά, μὲ βοηθὸ τὸ Γιῶργο Γλιάτα. Φιλοτεχνεῖ τὴν τοπιογραφία «Ἀλατότοπος κοντὰ στὴ θάλασσα τῆς Μάκρης».

Το 1939 Ἁγιογραφεῖ τὸν πρῶτο ἐνοριακὸ ναὸ τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς Παιανίας. Θὰ ὁλοκληρωθεῖ τὸ 1951 μὲ τὴ συνεργασία τῶν Γ.Γλιάτα καὶ Ἰ. Τερζῆ. Ἁγιογραφεῖ τμήματα στὸ ἐκκλησάκι τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς Παιανίας.

Το 1942 Ξεκινᾶ τὴν ἁγιογράφηση τῆς Καπνικαρέας ἡ ὁποία συνεχίζεται μέχρι τὸ τέλος τῆς δεκαετίας τοῦ ῾50.

Το 1946 Παίρνει μέρος σὲ ἔκθεση μὲ ἄλλους ἕξι ἕλληνες ζωγράφους στὸ «Ἑλληνικὸ Σπίτι», στὸ Λονδίνο .Συμμετέχει στὸ Λονδίνο, στὴ Βασιλικὴ Ἀκαδημία Burlinghton House, στὴν ἔκθεση «Ἑλληνικὴ Τέχνη 300π.Χ-

Το 1948 Συνδέεται μὲ τὸ Νίκο Καροῦζο. Ἀρθρογραφεῖ στὴν ἐφημερίδα «Ἐλευθερία» καὶ θὰ διατηρήσει τὴ συνεργασία αὐτὴ μέχρι τὸ θάνατό του. Φιλοτεχνεῖ φορητὴ εἰκόνα τῆς Θεοτόκου Ὁδηγήτριας, γιὰ τὸ τέμπλο τοῦ Ἁγίου Δημητρίου Θεσσαλονίκης. Στὴν Ἀθήνα, στὸ Ζάππειο Μέγαρο συμμετέχει μὲ θρησκευτικὰ ἔργα στὴν «Πανελλήνια Καλλιτεχνικὴ Ἔκθεση».

 Το 1950 Ἁγιογραφεί τὸν Ἅγιο Ἀνδρέα Κάτω Πατησίων (μὲ τὴ συνεργασία Γ.Γλιάτα καὶ Π.Ὀδάμπαση) καὶ τὰ παρεκκλήσια Ἁγίου Γεωργίου τῶν ναῶν Ἁγίου Κωνσταντίνου Ὁμονοίας καὶ Ἁγίας Βαρβάρας Αἰγάλεω

Το 1952 Ἀναλαμβάνει μὲ τὸ Βασίλη Μουστάκη τὴν ἐπιμέλεια τοῦ περιοδικοῦ «Κιβωτός». Μεταφράζει τὸ βιβλίο τοῦ Λ.Οὐσπένσκι «Ἡ εἰκόνα» (ἐκδόσεις Ἀστέρας

Το 1953 Φιλοτεχνεῖ εἰκόνες γιὰ τὴν Ἁγία Τριάδα τοῦ Τσάρλεστον, μακέτες ἁγίων γιὰ ὑαλογραφήματα καὶ στὰ ἑπόμενα χρόνια, ἄλλες παραστάσεις γιὰ ναοὺς στὴν Ἀμερική.

Το 1954 Ἀναλαμβάνει τὴν ἁγιογράφηση τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους Πολυγώνου (ἡ ὁποία θὰ ὁλοκληρωθεῖ τὸ 1958, μὲ συνεργάτες τοὺς Σπ.Παπανικολάου καὶ Ν.Ἰωάννου) καὶ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου Κυψέλης

1955 Φιλοτεχνεῖ τὶς εἰκόνες τοῦ τέμπλου τῆς Μονῆς Πεντέλης καὶ τὴν Πλατυτέρα (μὲ τὴ συνεργασία τῶν μαθητῶν Γεωργίου τοῦ Κύπριου καὶ Κ. Γεωργακόπουλου).

1956 Έκθεση ἁγιογραφιῶν στὸ Βυζαντινὸ Μουσεῖο τῆς Ἀθήνας

1957 Ἐκδίδεται «Ἡ ἁγιασμένη Ἑλλάδα» (ἀνατύπωση ἀπὸ τὰ δίπτυχα τῆς Ὀρθοδοξίας). Ἀρχίζει τὴν ἁγιογράφηση τοῦ Ἁγίου Νικολάου Ἀχαρνῶν (μὲ συνεργάτη τὸν Κ.Γεωργακόπουλο) ποὺ θὰ συνεχίσει μέχρι τὸ 1964. Στὴν Ἀθήνα, στὸ Ζάππειο Μέγαρο (Μάϊος) συμμετέχει στὴν Ε´ Πανελλήνιο Καλλιτεχνικὴ Ἔκθεση. Στὴν Ἀλεξάνδρεια συμμετέχει στὴ ΙΙ Biennale (18.12.57 ἕως 15.3.58) μὲ ἀντιπροσωπευτικὸ ἔργο τὴν ἐλαιογραφία «Μακριὰ ἀπὸ τὸν πολιτισμό».

1958 Συμμετέχει τὸν Ἀπρίλιο σὲ ὁμαδικὴ ἔκθεση στὸ ὑπερωκεάνιο «Ὀλυμπία», μὲ κοσμικὰ ἔργα καὶ ἁγιογραφίες. Τοιχογραφεῖ τὸ παρεκκλήσι τῆς οἰκογένειας Πατέρα (Τώρα βρίσκονται στὴ Μονὴ Οἰνουσσῶν).

1960 Τοῦ ἀπονέμεται ὁ Ταξιάρχης τοῦ Φοίνικος. Ἐκδίδεται τὸ δίτομο βιβλίο του «Ἔκφρασις τῆς Ὀρθοδόξου Ἁγιογραφίας» (Ἐκδόσεις Ἀστέρος) ποὺ θὰ βραβευθεῖ ἀπὸ τὴν Ἀκαδημία Ἀθηνῶν. Ἀναλαμβάνει τὴν ἁγιογράφηση τοῦ ναϋδρίου τῆς οἰκογένειας Καμπάνη στὸ Πικέρμι Ἀττικῆς μὲ τὸν μαθητή του Π. Βαμπούλη

1961 εκδίδονται πολλά βιβλία του και Ἀναλαμβάνει τὴν ἁγιογράφηση τοῦ Ναϋδρίου τῆς οἰκογένειας Γουλανδρῆ στὴν Ἐκάλη μὲ τὸν μαθητή του Π.Βαμπούλη.

1962 Συμμετέχει στὴν «Ἔκθεσιν ἐννέα συγχρόνων Ἑλλήνων Ἁγιογράφων» στὴν Αἴθουσα τοῦ παλαιοῦ Ἀρχιεπισκοπικοῦ Μεγάρου Λευκωσίας (28.12.62 ἕως 12.1.63).

1963 Βραβεύεται ἀπὸ τὴν Ὁμάδα τῶν Δώδεκα μὲ τὸ βραβεῖο Πουρφίνα, γιὰ τὸ βιβλίο τοῦ «Τὸ Ἀϊβαλὶ ἡ πατρίδα μου». Στὸ ξενοδοχεῖο «Γαλήνη» στὰ Καμμένα Βοῦρλα πραγματοποιεῖται ἡ «Ἔκθεσις Ἑλληνικῆς Ζωγραφικῆς»ἀπὸ τὸ Πρακτορεῖο πνευματικῆς συνεργασίας τοῦ Μάριου Βαγιάννου(1.1-28.2.63). Εἶναι ἡ τελευταία ἔκθεση στὴν ὁποία λαμβάνει μέρος πρὶν τὸ θάνατό του.

Στὶς 13 Σεπτεμβρίου τραυματίζεται μὲ τὴ γυναίκα του, σὲ αὐτοκινητικὸ δυστύχημα, στὴ Βούλα. Τὸ Δεκέμβριο, ἀρθρογραφεῖ, μὲ ἀνθενωτικὸ πνεῦμα, στὴν ἐφημερίδα «Ὀρθόδοξος Τύπος».

1964 Ἐκδίδει τὸ βιβλίο του «Τί εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία καὶ τί εἶναι ὁ Παπισμός».

Στὶς 24 Μαρτίου 1965 ἡ Ἀκαδημία Ἀθηνῶν, τὸν τιμᾶ μὲ τὸ Ἀριστεῖο Γραμμάτων καὶ Τεχνῶν

1965 Ἁγιογραφεῖ μὲ τὸν Πέτρο Βαμπούλη τὸ παρεκκλήσι τῆς Πολυκλινικῆς Ἀθηνῶν. Ζωγραφίζει τὸ τελευταῖο του ἔργο. Εἶναι ἡ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ Ἐλεήμονος.

 

-Γιατί δεν αναγνωρίστηκε όσο του άξιζε;

Ο Κόντογλου είναι σήμερα αδιαμφισβήτητα αναγνωρισμένος ώς ένας από τους κορυφαίους Έλληνες καλλιτέχνες και μάλιστα με την διττή ιδιότητα, του συγγραφέα και του ζωγράφου. Το έργο του έχει αναγνωριστεί λοιπόν απόλυτα, αν κρίνει κανείς μάλιστα και από το γεγονός, ότι τα εικαστικά του έργα γίνονται ανάρπαστα, τις σπάνιες φορές που προσφέρονται σε δημοπρασίες, είτε στην Ελλάδα είτε στο Λονδίνο, ενώ τα βιβλία του εξακολουθούν να διαβάζονται από πολλούς.

Εκείνο που, όχι μόνο δεν έχει αναγνωριστεί όσο θα έπρεπε, αλλά αντίθετα συστηματικά επιχειρείται να υποβαθμιστεί, είναι ο τεράστιος, σχεδόν μοναχικός αγώνας του μετά τον πόλεμο, για την διάσωση της Ελληνικής Παράδοσης, της Ορθόδοξης Χριστιανικής Πίστης, και της καταφρονεμένης – σχεδόν υπό διωγμό – Βυζαντινής Τέχνης.  Ο αγώνας αυτός τον έφερε σε μετωπική αντιπαράθεση με την κάθε μορφής δυτικολάγνα εξουσία στην Ελλάδα, με αποτέλεσμα να αντιμετωπίσει έναν ανελέητο, ακήρυκτο πόλεμο, που του επέφερε τεράστιες δυσκολίες διαβίωσης. Παρ’ όλα αυτά δε δέχτηκε να συμβιβαστεί κι αυτό σε συνδυασμό με την στάση ζωής του, που ήταν απόλυτα συνεπής με το έργο και τον αγώνα του, μπήκε καρφί στο μάτι των ισχυρών και κυρίως του Ελληνικού Κράτους, που έκτοτε έχει μια κάκιστη σχέση με τον Κόντογλου. Ασχέτως αν κάνει κάπου κάπου τα πικρά γλυκά με κάποιες τιμητικές εκδηλώσεις. Η πραγατικότητα είναι στο “δια ταύτα”, ότι  ακούει Κόντογλου και βγάζει καντήλες. Αυτό δεν άλλαξε με τον θάνατο του Κόντογλου, αλλά εξακολούθησε με την πρώτη γενιά των απογόνων του, την κόρη και τον γαμπρό του Δέσπω και Γιάννη Μαρτίνο και εξακολουθεί και σήμερα με την δεύτερη γενιά, τους εγγονούς του.

Ο αγώνας και η στάση ζωής του Κοντογλου του στοίχισαν ανυπολόγιστα  σε δόξα και πλούτο, που θα μπορούσε εύκολα να αποκτήσει αν δεχόταν να συμβιβαστεί. Του εξασφάλισαν όμως μία θέση ανάμεσα στους πραγματικά μεγάλους Έλληνες του περασμένου αιώνα.

-Ποιο το όραμά του και πόσο επίκαιρος είναι;

Το φιλοσοφικό όραμά του Κόντογλου ήταν η συνέχεια της φυλής και η μετουσίωσή της στην πράξη, που είναι η Παράδοση!

Ο Κόντογλου εξέφρασε το όραμά του με την καλλιτεχνική του δημιουργία, τόσο την συγγραφική όσο και την εικαστική πριν τον πόλεμο και με τον Αγώνα του, παράλληλα με το έργο του, μετά από αυτόν. Σήμερα στην Ελλάδα και υπό την σκέπη της “οικονομικής κρίσης” επιχειρείται η κατάλυση της εθνικής της κυριαρχίας ως ανεξάρτητου και ελεύθερου Κράτους (έχει σχεδόν συντελεσθεί), ενώ το επόμενο βήμα θα είναι ο αφελληνισμός του λαού, δηλασή η μετατροπή του σε κακέκτυπο Βορειοευρωπαίου. Ο Κόντογλου είχε γράψει την δεκαετία του 1950 …

«Δεν έχει κανείς παρά να κοιτάξει τις φάτσες γύρω του, αν είναι μαραζωμένες ή όχι. Όπως και να αναρωτηθεί, αν ο ίδιος νιώθει σήμερα, ότι η Ελλάδα έχει χάσει τον ήλιο της, για να κρίνει αν και πόσο επίκαιρος είναι ο Κόντογλου. Πολύ περισσότερο μάλιστα αν αναλογιστεί και τι σχέση έχουν με την παράδοσή τους τα έθνη στην Ευρώπη που την έχουν “γλιτώσει”. Πρώτη και καλύτερη η Μεγάλη Βρετανία.»