Πε­ρά­σα­με πιὰ τὸ πέ­λα­γος τῆς νη­στεί­ας τῆς Με­γά­λης Τεσ­σα­ρα­κο­στῆς. Καὶ τώ­ρα στε­κό­μα­στε μπρο­στὰ στὴ θύ­ρα τῆς Με­γά­λης Ἑ­βδο­μά­δος, ὁ­ποῦ ὀ­νο­μά­ζε­ται Με­γά­λη ὄ­χι για­τί εἶ­ναι με­γα­λύ­τε­ρη, ἢ ἔ­χει πε­ρισ­σό­τε­ρες μέ­ρες, ἀλ­λὰ «ἐ­πει­δὴ με­γά­λα ἡ­μῖν γέ­γο­νεν ἐν αὐ­τῇ πα­ρὰ τοῦ Δε­σπό­του κα­τορ­θώ­μα­τα. Καὶ γὰρ ἐν αὐ­τῇ τῇ ἑ­βδο­μά­δι τῇ Με­γά­λῃ, ὅ­πως λέ­γει ὁ ἱ­ε­ρὸς Χρυ­σό­στο­μος, ἡ χρο­νί­α τοῦ δι­α­βό­λου κα­τε­λύ­θη τυ­ραν­νίς· ὁ θά­να­τος ἐ­σβέ­σθη· ὁ ἰ­σχυ­ρὸς ἐ­δέ­θη· τὰ σκεύ­η αὐ­τοῦ δι­ηρ­πά­γη· ἁ­μαρ­τί­α ἀ­νη­ρέ­θη· ἡ κα­τά­ρα κα­τε­λύ­θη· ὁ Πα­ρά­δει­σος ἀ­νε­ώ­χθη· ὁ Οὐ­ρα­νὸς βά­σι­μος γέ­γο­νεν· ἄν­θρω­ποι ἀγ­γέ­λοις ἀ­νε­μί­γη­σαν· τὸ με­σό­τοι­χον τοῦ φραγ­μοῦ ἤρ­θη· τὸ θριγ­γί­ον πε­ρι­η­ρέ­θη· ὁ τῆς εἰ­ρή­νης Θε­ὸς εἰ­ρη­νο­ποί­η­σε τὰ ἄ­νω καὶ τὰ ἐ­πὶ τῆς γῆς· διὰ τοῦ­το Με­γά­λη κα­λεῖ­ται Ἑ­βδο­μάς».

Ὄν­τως φο­βε­ρὰ αὐ­τῆς τῆς ἑ­βδο­μά­δος τὰ Μυ­στή­ρια! Ὅ­λη ἡ ποί­η­ση τοῦ Χρι­στι­α­νι­σμοῦ καὶ ὅ­λη ἡ δό­ξα τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας, ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴν ἑ­βδο­μά­δα πη­γά­ζουν. Ἀπ᾿ τὸν και­ρὸ πού, μα­θη­τού­δια ἀ­κό­μη, παίρ­να­με ἀπ᾿ τὸ ζε­στὸ χέ­ρι τῆς μά­νας μας τὴ σύ­νο­ψη καὶ τὸ κε­ρί, ποὺ κα­θὼς ἦ­ταν ἁ­γνὸ μο­σκο­βο­λοῦ­σε σὰν λι­βά­νι ὅ­ταν ἔ­και­γε, καὶ πη­γαί­να­με στὶς ἀ­κο­λου­θί­ες τοῦ Νυμ­φί­ου, ἢ στὶς Με­γά­λες Ὧ­ρες τῶν Πα­θῶν, τῆς Μεγ. Πέμ­πτης καὶ τῆς Μεγ. Πα­ρα­σκευ­ῆς, ὅ­που κλαί­γα­με ἀ­πὸ καρ­διᾶς μπρὸς στὸν Ἐ­σταυ­ρω­μέ­νο, κα­θὼς ἀ­πο­θέ­τα­με μὲ τρέ­μον­τα δά­χτυ­λα τὰ παρ­θε­νι­κὰ ἀ­γρι­ο­λού­λου­δα, ποὺ μὲ μί­αν ὁ­λό­ζε­στη λα­χτά­ρα τρέ­χα­με νὰ μά­σου­με στοὺς κή­πους καὶ στὰ χω­ρά­φια· ἀπ᾿ τὰ μι­κρά μας ἐ­κεῖ­να χρό­νια, ποὺ προ­σμέ­να­με νά ῾ρθει ἡ ἑ­βδο­μά­δα τῶν Πα­θῶν, γιὰ νὰ δε­χτοῦ­με ὕ­στε­ρα καὶ τὴν Ἀ­νά­στα­ση, μέ­χρι τὰ γη­ρα­τειά μας τὰ βα­θιά, αὐ­τὴ ἡ Ἑ­βδο­μά­δα εἶ­ναι ποὺ μᾶς κρα­τά­ει συν­τρο­φιὰ μὲ τὸν πό­νο της, μὲ τὰ δά­κρυ­ά της, μὲ τὴ λύ­πη της, ἀλ­λὰ καὶ μὲ τὴ χα­ρὰ καὶ τὴν εὐ­φρο­σύ­νη τῆς Ἀ­να­στά­σε­ως, ποὺ ἀ­κο­λου­θεῖ.

Κι αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ με­γα­λύ­τε­ρη φι­λο­σο­φί­α τῆς ζω­ῆς, ποὺ ἡ ἁ­γί­α Ἐκ­κλη­σί­α μας τὴν δί­νει μὲ τὸν πιὸ ὡ­ραῖ­ο, ἁ­πλὸ καὶ κα­τα­νυ­κτι­κὸ τρό­πο στὴ Με­γά­λη Ἑ­βδο­μά­δα. Καὶ εἶ­ναι ἀ­λή­θεια, ὅ­τι αὐ­τὴ ἡ φι­λο­σο­φί­α, ποὺ δὲν εἶ­ναι ἄλ­λη ἀ­πὸ τὴν ὑ­ψη­λὴ θε­ο­λο­γί­α τοῦ Σταυ­ροῦ, δὲν θὰ μπο­ρέ­σει πο­τὲ κα­νεὶς νὰ τὴν ἀ­φο­μοι­ώ­σει καὶ νὰ τὴν κα­τα­νο­ή­σει ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸν ἐκ­κλη­σι­α­στι­κὸ πε­ρί­βο­λο, ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴ λει­τουρ­γι­κὴ ζω­ὴ τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας.

Ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν Ἐκ­κλη­σί­α, ὁ Σταυ­ρὸς ἢ ἡ Με­γά­λη Ἑ­βδο­μά­δα γί­νε­ται λο­γο­τε­χνί­α, γί­νε­ται θέ­α­τρο ἢ κι­νη­μα­το­γρά­φος, γί­νε­ται στο­χα­στι­κὴ δι­ά­λε­ξη ἢ δη­μο­σι­ο­γρα­φι­κὸ ἄρ­θρο, γί­νε­ται εὐ­και­ρί­α γιὰ νὰ δο­κι­μά­σει κα­νεὶς τὶς ἱ­κα­νό­τη­τές του μ᾿ ἕ­ναν τρό­πο – ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε – ἐ­πά­νω σ᾿ ἕ­να σο­βα­ρὸ θέ­μα. Καὶ μό­νο μέ­σα ἀ­πὸ τὶς ἱ­ε­ρὲς Ἀ­κο­λου­θί­ες καὶ τὴ λει­τουρ­γι­κὴ ζω­ὴ τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας, μπο­ρεῖ ὁ ἄν­θρω­πος νὰ φτά­σει στὴν κορ­φὴ τῆς πνευ­μα­τι­κῆς φι­λο­σο­φί­ας καὶ στὴ δό­ξα τῆς Ἀ­να­στά­σε­ως, ἀ­νε­βαί­νον­τας τὸν ἀ­νη­φο­ρι­κὸ δρό­μο τοῦ Γολ­γο­θᾶ καὶ περ­νών­τας πνευ­μα­τι­κὰ μέ­σα ἀ­πὸ τὴν ἀ­γω­νί­α τῆς Σταυ­ρώ­σε­ως.

Ὁ ὀρ­θό­δο­ξος χρι­στια­νός, ὅ­λη τὴν Ἑ­βδο­μά­δα ἔ­χει ἕ­να με­γά­λο δρό­μο νὰ ὁ­δοι­πο­ρή­σει. Με­γά­λο, ὄ­χι μὲ τὶς ἐ­ξω­τε­ρι­κές, ἀλ­λὰ μὲ τὶς ἐ­σω­τε­ρι­κὲς δι­α­στά­σεις. Ἕ­να δρό­μο, ποὺ περ­πά­τη­σε ὁ ἴ­διος ὁ Χρι­στός. Ναί, κι ἂς μὴ φα­νεῖ σὲ κα­νέ­ναν αὐ­τὸ τὸ πράγ­μα πα­ρά­δο­ξο. Ἂν δὲν «συμ­πο­ρευ­θῶ­μεν αὐ­τῷ καὶ συ­σταυ­ρω­θῶ­μεν», δὲν θὰ μπο­ρέ­σου­με οὔ­τε τὴ Με­γα­λο­βδο­μά­δα νὰ νι­ώ­σου­με, οὔ­τε καὶ στὴν Ἀ­νά­στα­ση νὰ φτά­σου­με μα­ζί του. Σ᾿ αὐ­τὸ τὸ δρό­μο, ποὺ βρί­σκε­ται πάν­τα κά­τω ἀπ᾿ τὴ σκιὰ τοῦ Σταυ­ροῦ, καὶ ἀν­τι­κρύ­ζει στὸ βά­θος τὸ φω­τει­νὸ λό­φο τῆς Ἀ­να­στά­σε­ως, οἱ ἅ­γιοι Πα­τέ­ρες ἔ­βα­λαν με­ρι­κὰ ση­μά­δια σὰν ὁ­ρό­ση­μα, ποὺ μᾶς βο­η­θοῦν κι αὐ­τὰ μ᾿ ἕ­ναν εἰ­δι­κὸ τὸ κα­θέ­να τρό­πο, γιὰ νὰ πε­τύ­χου­με τὸ σκο­πό μας.

Τὴ Με­γά­λη Δευ­τέ­ρα, με­τὰ τὸ Κον­τά­κιο καὶ τὸν Οἶ­κο τῆς ἡ­μέ­ρας, θ᾿ ἀ­κού­σου­με μα­ζὶ μὲ τὸ σύν­το­μο συ­να­ξά­ρι, αὐ­τὸ τὸ ὑ­πό­μνη­μα: «τῇ Ἁ­γί­ᾳ καὶ Με­γά­λῃ Δευ­τέ­ρᾳ, μνεί­αν ποι­ού­με­θα τοῦ μα­κα­ρί­ου Ἰ­ω­σὴφ τοῦ παγ­κά­λου καὶ τῆς ὑ­πὸ τοῦ Κυ­ρί­ου κα­τα­ρα­σθεί­σης συ­κῆς». Δο­ξά­ζε­ται καὶ τι­μᾶ­ται ὁ πάγ­κα­λος Ἰ­ω­σήφ, για­τί «τῆς Αἰ­γυ­πτί­ας τό­τε ταῖς ἡ­δο­ναῖς μὴ δου­λεύ­σας», ἐ­σκλα­βώ­θη­κε μὲν κα­τὰ τὸ σῶ­μα, ἀλ­λὰ κα­τὰ τὴν ψυ­χὴ ἔ­μει­νε ἀ­δού­λω­τος, ὁ ἀ­οί­δι­μος καὶ σώ­φρων, καὶ ἔ­τσι ἀ­ξι­ώ­θη­κε νὰ γί­νει κυ­ρί­αρ­χος ὅ­λης τῆς Αἰ­γύ­πτου. «Ὁ Θε­ὸς γὰρ πα­ρέ­χει τοῖς δού­λοις αὐ­τοῦ στέ­φος ἄ­φθαρ­τον». Ἡ κα­τά­ρα ἔ­πει­τα τῆς ἄ­καρ­πης συ­κιᾶς, μᾶς λέ­ει ν᾿ ἀ­πο­φεύ­γου­με τὸ πά­θος καὶ νὰ κά­νου­με ἔρ­γα καὶ καρ­ποὺς πνευ­μα­τι­κούς, γιὰ νὰ μὴ μᾶς εὕ­ρῃ ὁ Χρι­στὸς μὲ φύλ­λα μο­να­χὰ σὰν ἔρ­θει, καὶ μᾶς δεί­ξει τὴ φω­τιά, σὰν μοί­ρα ἀ­να­πό­φυ­γη τῶν ἀ­κάρ­πων μας δέν­τρων.

Τὴ Με­γά­λη Τρί­τη θ᾿ ἀ­κού­σου­με: «τῆς τῶν δέ­κα παρ­θέ­νων πα­ρα­βο­λῆς μνεί­αν ποι­ού­με­θα», δηλ. τῶν πέν­τε φρο­νί­μων καὶ τῶν πέν­τε μω­ρῶν παρ­θέ­νων, μὲ τὶς δι­δα­κτι­κὲς λαμ­πά­δες τους. Μᾶς συμ­βου­λεύ­ει κ᾿ ἐ­δῶ μὲ ὕ­μνους ἐ­ξαί­σιους ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας, «νὰ σπου­δά­σω­μεν νὰ ἀ­νά­ψω­μεν τὰς νο­η­τὰς λαμ­πά­δας τῶν ψυ­χῶν μας, ὡς αἱ φρό­νι­μοι ἐ­κεῖ­ναι παρ­θέ­νοι. Δια­τί; Ἵ­να μὲ τὸ λαμ­πρὸν φῶς τῶν λαμ­πά­δων μας καὶ μὲ ὕ­μνους πνευ­μα­τι­κούς, συ­να­παν­τή­σω­μεν τὸν ἀ­θά­να­τον νυμ­φί­ον τῶν ψυ­χῶν, δη­λα­δὴ τὸν Δε­σπό­την μας Ἰ­η­σοῦν Χρι­στόν, ὅ­στις θὰ ἔλ­θει ἐν τῇ συν­τε­λεί­ᾳ τοῦ κό­σμου, διὰ νὰ ἐμ­βά­σει τὰς δρο­νί­μους ψυ­χὰς μέ­σα εἰς τὸν οὐ­ρά­νιον νυμ­φώ­να τῆς ἀ­ϊ­δί­ου τρυ­φῆς τεσ καὶ βα­σι­λεί­ας».

Τὴ Με­γά­λη Τε­τάρ­τη: «τῆς ἀ­λει­ψά­σης τὸν Κύ­ριον μύ­ρῳ πόρ­νης γυ­ναι­κὸς μνεί­αν ποι­εῖ­σθαι οἱ θει­ό­τα­τοι Πα­τέ­ρες ἐ­θέ­σπι­σαν, ὅ­τι πρὸ τοῦ σω­τη­ρί­ου Πά­θους μι­κρὸν τοῦ­το γέ­γο­νεν». Ποι­ὸς δὲν δα­κρύ­ζει, ὅ­ταν σκε­φθεῖ ὅ­τι, ἐ­νῶ ὅ­λοι ἁ­μαρ­τά­νου­με (καὶ πολ­λὲς φο­ρὲς βα­ρύ­τε­ρα ἀ­πὸ τὴν πόρ­νη) ὡ­στό­σο δὲν ἀ­κο­λου­θοῦ­με τὸ πα­ρά­δειγ­μά της, γιὰ νὰ σβή­σου­με μὲ δά­κρυ­α με­τα­νοί­ας τὸ χει­ρό­γρα­φο, ποὺ εἶ­ναι φορ­τω­μέ­νο μὲ τὸ πλῆ­θος τῶν ἁ­μαρ­τι­ῶν μας.

Τὴ Με­γά­λη Πέμ­πτη «ἑ­ορ­τά­ζο­μεν τὸν Ἱ­ε­ρὸν Νι­πτῆ­ρα, τὸν Μυ­στι­κὸν Δεῖ­πνον, τὴν ὑ­περ­φυ­ᾶ προ­σευ­χὴν καὶ τὴν Προ­δο­σί­αν». Ἡ κυ­ρι­αρ­χοῦ­σα μορ­φὴ – αἰ­ώ­νιο σύμ­βο­λο σκό­τους συ­νει­δή­σε­ως καὶ πα­ρά­δειγ­μα πρὸς ἀ­πο­φυ­γὴν – εἶ­ναι ἡ προ­δο­τι­κὴ ὄ­ψη τοῦ Ἰ­ού­δα.

Τὴ Με­γά­λη Πα­ρα­σκευ­ὴ «τὰ Ἅ­για καὶ Σω­τή­ρια καὶ Φρι­κτὰ Πά­θη τοῦ Κυ­ρί­ου καὶ Θε­οῦ καὶ Σω­τῆ­ρος ἡ­μῶν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ ἐ­πι­τε­λοῦ­μεν».

Καὶ τὸ Μέ­γα Σάβ­βα­τον «τὴν Θε­ό­σω­μον Τα­φὴν καὶ τὴν εἰς ᾍ­δου κά­θο­δον τοῦ Κυ­ρί­ου καὶ Σω­τῆ­ρος ἡ­μῶν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ ἑ­ορ­τά­ζο­μεν».

Εἴ­πα­με, ὅ­τι πί­σω ἀ­πὸ τὰ μαρ­τύ­ριο καὶ τὸ Πά­θος τῆς Σταυ­ρώ­σε­ως, ὁ ὀρ­θό­δο­ξος χρι­στια­νὸς βλέ­πει πάν­το­τε τὸ γλυ­κὸ φῶς τῆς Ἀ­να­στά­σε­ως. Εἶ­ναι αὐ­τὸ ποὺ τὸν ἐμ­πο­δί­ζει νὰ ἰ­δεῖ τὰ Πά­θη μέ­σα σ᾿ ἕ­να ζο­φε­ρὸ καὶ κα­τα­λυ­τι­κὸ σκο­τά­δι. Ὁ ὀρ­θό­δο­ξος – καὶ ὁ Ἕλ­λη­νας ἰ­δι­αί­τε­ρα, ποὺ πέ­ρα­σε τό­σα καὶ τό­σα πά­θη μέ­σα στὴ μα­κραί­ω­νη πο­ρεί­α τῆς ἱ­στο­ρί­ας του – εἶ­ναι ντυ­μέ­νος μὲ τὸ ζε­στὸ ἔν­δυ­μα τῆς χαρ­μο­λύ­πης. Πά­σχει καὶ ὑ­πο­φέ­ρει, ἀλ­λὰ ὄ­χι μὲ ἀ­συγ­κρά­τη­το σαρ­κι­κὸ πό­νο. Ἡ πνευ­μα­τι­κὴ φι­λο­σο­φί­α τοῦ Σταυ­ροῦ, αὐ­τὲς τὶς ἡ­μέ­ρες εἰ­δι­κώ­τε­ρα, πρέ­πει νὰ εἶ­ναι ὁ ἐ­πι­ού­σιος ἄρ­τος μας, ὁ ἄρ­τος τῆς ζω­ῆς μας. Ἰ­δοὺ πῶς βλέ­πουν με­ρι­κοὶ ἀ­πὸ τοὺς ἁ­γί­ους Πα­τέ­ρας τὸ Σταυ­ρὸ καὶ τὸ μυ­στή­ριο τῆς Σταυ­ρώ­σε­ως.

Ὁ ἀ­κάν­θι­νος στέ­φα­νος φα­νέ­ρω­σε ὅ­τι ὁ Κύ­ριος ἐ­ξά­λει­ψε τὴν κα­τά­ρα ποὺ ἔ­λα­βε ἡ γῆ, νὰ βλα­στά­νει ἀγ­κά­θια καὶ τρι­βό­λια καὶ ὅ­τι ὁ Χρι­στὸς ἀ­φά­νι­σε τὶς μέ­ρι­μνες καὶ τὶς ὀ­δύ­νες τῆς πα­ρού­σης ζω­ῆς.

«Ἐ­ξε­δύ­θη τὰ ἱ­μά­τια καὶ ἐ­νε­δύ­θη τὴν πορ­φύ­ραν, διὰ νὰ ἐκ­δύ­σει τοὺς δερ­μα­τί­νους χι­τῶ­νας τῆς νε­κρώ­σε­ως, ὁ­ποῦ ἐ­φό­ρε­σεν ὁ Ἀ­δὰμ με­τὰ τὴν πα­ρά­βα­σιν. Κά­λα­μον ἔ­λα­βεν ὁ Κύ­ριος εἰς τὴν δε­ξιάν, ὡς σκῆ­πτρον, διὰ νὰ θα­να­τώ­σει τὸν ἀρ­χαῖ­ον ὄ­φιν καὶ δρά­κον­τα· ἔ­λα­βε κά­λα­μον, διὰ νὰ σβή­σει τὸ χει­ρό­γρα­φον τῶν ἁ­μαρ­τι­ῶν μας. Ἔ­λα­βε τὸν κά­λα­μον διὰ νὰ ὑ­πο­γρά­ψει βα­σι­λι­κῶς, μὲ τὸ κόκ­κι­νον αἷ­μα του, τὸ γράμ­μα τῆς συγ­χω­ρή­σε­ως τῶν ἁ­μαρ­τι­ῶν μας, κα­θό­τι καὶ οἱ βα­σι­λεῖς μὲ κόκ­κι­νον κιν­νά­βα­ρι ὑ­πο­γρά­φου­σιν».

»Εἰς τὸ ξύ­λον ἐ­σταυ­ρώ­θη, διὰ τὸ ξύ­λον τῆς γνώ­σε­ως. Ἔ­λα­βε τὴν γεῦ­σιν τῆς χο­λῆς καὶ τοῦ ὄ­ξους, διὰ τὴν γλυ­κεί­αν γεῦ­σιν τοῦ καρ­ποῦ τοῦ ἀ­πη­γο­ρευ­μέ­νου. Ἔ­λα­βε τὰ καρ­φί­α διὰ νὰ καρ­φώ­σει τὴν ἁ­μαρ­τί­αν. Ἅ­πλω­σε τὰς χεῖ­ρας εἰς τὸν Σταυ­ρόν, διὰ νὰ ἰ­α­τρεύ­σει τὸ ἅ­πλω­μα τῶν χει­ρῶν τοῦ Ἀ­δὰμ καὶ τῆς Εὔ­ας, ὁ­ποῦ ἐ­ποί­η­σαν εἰς τὸ ἀ­πη­γο­ρευ­μέ­νον ξύ­λον, καὶ διὰ νὰ ἑ­νώ­σει τὰ μα­κρὰν δι­ε­στῶ­τα, ἀγ­γέ­λους καὶ ἀν­θρώ­πους, οὐ­ρά­νια καὶ ἐ­πί­γεια. Ἔ­λα­βε τὸν θά­να­τον, διὰ νὰ θα­να­τώ­σει τὸν θά­να­τον. Ἐ­τά­φη, διὰ νὰ μὴ στρε­φώ­με­θα πλέ­ον ἡ­μεῖς εἰς τὴν γῆν, ὡς τὸ πρό­τε­ρον.­.­.­».

»Ἐ­σκο­τί­σθη­σαν οἱ φω­στῆ­ρες, διὰ νὰ φα­νε­ρώ­σουν ὅ­τι πεν­θοῦ­σι τὸν Σταυ­ρω­θέν­τα. Αἱ πέ­τραι ἐ­σχί­σθη­σαν, δι­ό­τι ἔ­πα­σχεν ἡ πέ­τρα τῆς ζω­ῆς. Εἰς τὸ ὕ­ψος τοῦ Σταυ­ροῦ ἀ­νέ­βη, διὰ τὸ πτῶ­μα ὁ­ποῦ ἔ­πα­θεν ὁ Ἀ­δάμ. Καὶ τε­λευ­ταῖ­ον ἀ­νέ­στη, διὰ τὴν ἰ­δι­κήν μας ἀ­νά­στα­σιν!­».

Ὤ! Εὐ­τυ­χι­σμέ­νοι καὶ τρι­σμα­κά­ριοι, ὅ­σοι μπο­ρέ­σουν ν᾿ ἀ­φή­σουν τὶς βι­ο­τι­κές τους μέ­ρι­μνες αὐ­τὲς τὶς μέ­ρες, κι ἀρ­χί­σουν ἀ­πὸ τώ­ρα, ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴν ὥ­ρα κι­ό­λας, τὴν εὐ­λο­γη­μέ­νη πο­ρεί­α δί­πλα στὸν πο­ρευ­ό­με­νο πρὸς τὸ Πά­θος Χρι­στό! «Δεῦ­τε οὖν καὶ ἡ­μεῖς, συμ­πο­ρευ­θῶ­μεν αὐ­τῷ καὶ συ­σταυ­ρω­θῶ­μεν, καὶ νε­κρω­θῶ­μεν δι᾿ αὐ­τόν, ταῖς τοῦ βί­ου ἡ­δο­ναῖς», «ἵ­να μὴ μείνωμεν ἔξω τοῦ νυμφῶνος Χριστοῦ».