Ἡ νη­στεί­α τῶν Χρι­στου­γέν­νων εἶ­ναι ἡ δεύ­τε­ρη μα­κρά πε­ρί­ο­δος νη­στεί­ας με­τά τήν Με­γά­λη Τεσ­σα­ρα­κο­στή, δέν ἔ­χει ὅ­μως τήν αὐ­στη­ρό­τη­τα αὐ­τῆς. Ὁ λα­ός τήν ὀ­νο­μά­ζει καί «σα­ραν­τά­με­ρο». Ἀρ­χί­ζει στίς 15 Νο­εμ­βρί­ου καί λή­γει στίς 24 Δε­κεμ­βρί­ου. Κα­τά τήν διά­ρκειά της τε­λεῖ­ται κα­θη­με­ρι­νά ἡ Θεί­α Λει­τουρ­γί­α, τό γνω­στό «σα­ραν­τα­λεί­τουρ­γο»
Ἡ ση­μαν­τι­κό­τη­τα τῆς ἑ­ορ­τῆς τῶν Χρι­στου­γέν­νων καί ἡ εὐ­λά­βεια τῶν χρι­στια­νῶν, κα­θώς καί ἡ ἤ­δη δι­α­μορ­φω­μέ­νη νη­στεί­α τῆς Μεγ. Τεσ­σα­ρα­κο­στῆς ὁ­δή­γη­σαν στήν κα­θι­έ­ρω­ση τῆς νη­στεί­ας πρό τῶν Χρι­στου­γέν­νων.
Τόν 6ο αἰ­ώ­να ἔ­χου­με τίς πρῶ­τες ἱ­στο­ρι­κές μαρ­τυ­ρί­ες, σύμ­φω­να μέ τίς ὁ­ποῖ­ες ἡ ἀρ­χι­κή διά­ρκεια τῆς νη­στεί­ας ἦ­ταν μί­α ἑ­βδο­μά­δα. Ἐ­πε­κτά­θη­κε ὅ­μως –λό­γῳ τῆς ἐ­πί­δρα­σης τῆς Μεγ. Τεσ­σα­ρα­κο­στῆς– σέ σα­ράν­τα ἡ­μέ­ρες, ἠ­πι­ό­τε­ρης ὅ­μως νη­στεί­ας. Σέ ὅ­λη τή διά­ρκεια τῶν 40 ἡ­με­ρῶν δέν κα­τα­λύ­ον­ται κρέ­ας, γα­λα­κτε­ρά καί αὐ­γά. Κα­τα­λύ­ε­ται τό ψά­ρι -ἐ­κτός Τε­τάρ­της καί Πα­ρα­σκευ­ῆς- μέ­χρι 17 Δε­κεμ­βρί­ου. Τήν τε­λευ­ταί­α ἑ­βδο­μά­δα, πού εἶ­ναι ἡ ἀρ­χαι­ό­τε­ρη νη­στεί­α, 18 ἕ­ως 24 Δε­κεμ­βρί­ου, ἔ­χου­με μό­νο κα­τά­λυ­ση οἴ­νου καί ἐ­λαί­ου, ἐ­κτός Τε­τάρ­της καί Πα­ρα­σκευ­ῆς, πού κά­νου­με ἄ­λα­δο.

Πε­ρί νη­στεί­ας γε­νι­κά

Ἡ νη­στεί­α ἐκ­φρά­ζει τό ὀρ­θό­δο­ξο χρι­στι­α­νι­κό ἦ­θος πού εἶ­ναι ἀ­σκη­τι­κό. Μέ τή νη­στεί­α ἐ­πι­δι­ώ­κου­με τήν κά­θαρ­ση τῆς ψυ­χῆς καί τοῦ σώ­μα­τός μας. «Φάρ­μα­κον ἁ­μαρ­τί­ας ἀ­ναι­ρε­τι­κόν», τήν χα­ρα­κτη­ρί­ζει ὁ Μέ­γας Βα­σί­λει­ος. Κα­θα­ρί­ζει τίς «αἰ­σθή­σεις τοῦ στό­μα­τος» καί τά συ­να­κό­λου­θα πά­θη (γα­στρι­μαρ­γί­α, κοι­λι­ο­δου­λεί­α, σαρ­κι­κές ἐ­πι­θυ­μί­ες κ.λπ.­). Ἐ­λευ­θε­ρώ­νει ἀ­πό τά πά­θη τῆς ψυ­χῆς. Ἡ νη­στεί­α εἶ­ναι «πα­θο­κτό­νος», ὄ­χι σω­μα­το­κτό­νος! Ἔ­τσι προ­φυ­λασ­σό­μα­στε ἀ­πό τούς βρώ­μι­κους, ρυ­πα­ρούς λο­γι­σμούς, καί χρη­σι­μο­ποι­ών­τας την σάν ὅ­πλο ἀ­πο­κρού­ου­με τούς πει­ρα­σμούς. Ὁ­δη­γού­μα­στε στήν ἀ­πό­κτη­ση τῶν χρι­στι­α­νι­κῶν ἀ­ρε­τῶν καί κα­τ’ ἐ­πέ­κτα­σιν στόν κύ­ριο στό­χο μας: τήν ἕ­νω­ση, τήν κοι­νω­νί­α μέ τόν Θε­ό. Ἡ νη­στεί­α εἶ­ναι «σω­μα­τι­κή» (ἀ­πο­χή τρο­φῶν), ἀλ­λά καί «πνευ­μα­τι­κή» (ἐγ­κρά­τεια καί ἀ­πο­χή ἀ­πό τήν ἁ­μαρ­τί­α). Ἄν δέν συμ­βα­δί­ζουν καί τά δύ­ο σκέ­λη τῆς νη­στεί­ας, τό­τε ἡ νη­στεί­α δέν ἐκ­πλη­ρώ­νει τόν σκο­πό της καί κα­τα­λή­γει νά γί­νει ἤ τυ­πο­λα­τρεί­α ἤ ἰ­δε­ο­λο­γί­α.

21 Νο­εμ­βρί­ου- Εἰ­σό­δια τῆς Θε­ο­τό­κου
Μί­α ἑ­βδο­μά­δα με­τά τήν ἔ­ναρ­ξη τῆς νη­στεί­ας ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας ἑ­ορ­τά­ζει τήν «μνή­μη τῆς ἐν τῷ Να­ῷ Εἰ­σό­δου τῆς Θε­ο­μή­το­ρος». Ἡ ἑ­ορ­τή αὐ­τή εἶ­ναι τό προ­οί­μιο τῶν Χρι­στου­γέν­νων, εἶ­ναι ὁ πρό­λο­γος τοῦ μυ­στη­ρί­ου τῆς «Θεί­ας Οἰ­κο­νο­μί­ας»: τοῦ σχε­δί­ου τοῦ Θε­οῦ γιά τήν σω­τη­ρί­α τῶν ἀν­θρώ­πων, γι’ αὐ­τό καί ἔ­χει ὁ­ρί­σει νά ξε­κι­νοῦν ἀ­πό τήν ἑ­ορ­τή αὐ­τή οἱ κα­τα­βα­σί­ες τῶν Χρι­στου­γέν­νων. Ἡ τρί­χρο­νη Μα­ριάμ μπαί­νει στό νο­μι­κό να­ό τῆς Πα­λαι­ᾶς Δι­α­θή­κης, γιά νά προ­ε­τοι­μα­στεῖ νά γί­νει ὁ ἔμ­ψυ­χος να­ός μέ­σα στόν ὁ­ποῖ­ο θά κα­τοι­κή­σει «τό πλή­ρω­μα τῆς Θε­ό­τη­τος σω­μα­τι­κῶς», ὁ θε­άν­θρω­πος Κύ­ριος. Γί­νε­ται ἡ Θε­ο­τό­κος τά Ἅ­για τῶν Ἁ­γί­ων, ἡ κι­βω­τός τῆς σω­τη­ρί­ας μας. Αὐ­τό ψάλ­λει καί ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας μέ τό ἀ­πο­λυ­τί­κιο τῆς ἑ­ορ­τῆς: «Σή­με­ρον τῆς εὐ­δο­κί­ας Θε­οῦ τό προ­οί­μιον, καί τῆς τῶν ἀν­θρώ­πων σω­τη­ρί­ας ἡ προ­κή­ρυ­ξις. Ἐν Να­ῷ τοῦ Θε­οῦ, τρα­νῶς ἡ Παρ­θέ­νος δεί­κνυ­ται, καί τόν Χρι­στόν τοῖς πᾶ­σι προ­κα­ταγ­γέ­λε­ται. Αὐ­τῇ καί ἡ­μεῖς, με­γα­λο­φώ­νως βο­ή­σω­μεν: Χαῖ­ρε τῆς οἰ­κο­νο­μί­ας τοῦ Κτί­στου ἡ ἐκ­πλή­ρω­σις». Δη­λα­δή: Σή­με­ρα γι­ορ­τά­ζου­με τό γε­γο­νός, πού εἶ­ναι ὁ πρό­λο­γος καί τό προ­οί­μιο τῆς ἀ­γά­πης τοῦ Θε­οῦ καί ἡ προ­κή­ρυ­ξη τῆς σω­τη­ρί­ας τῶν ἀν­θρώ­πων. Στό Να­ό τοῦ Θε­οῦ, προ­σέρ­χε­ται μέ με­γα­λο­πρέ­πεια ἡ Παρ­θέ­νος Μα­ρί­α. Καί μέ τόν τρό­πο αὐ­τό, προ­α­ναγ­γέλ­λε­ται σ’ ὅ­λους ὁ ἐρ­χο­μός τοῦ Χρι­στοῦ. Σ’ αὐ­τή λοι­πόν, τήν Πα­να­γί­α μας, καί μεῖς ἄς φω­νά­ξου­με με­γα­λό­φω­να. Χαῖ­ρε Μα­ρί­α, πού εἶ­σαι ἡ ἐκ­πλή­ρω­ση τοῦ σχε­δί­ου, πού ἔ­φτια­ξε ὁ Δη­μι­ουρ­γός καί Κτί­στης τοῦ κό­σμου, γιά τή σω­τη­ρί­α τῶν ἀν­θρώ­πων.

Κυ­ρια­κή τῶν Ἁ­γί­ων Προ­πα­τό­ρων
«Τῶν Προ­πα­τό­ρων σή­με­ρον πι­στοί, τε­λοῦν­τες μνη­μό­συ­να, ἀ­νυ­μνή­σω­μεν Χρι­στόν τόν Λυ­τρω­τήν», ψάλ­λει ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας στόν Ἑ­σπε­ρι­νό τῶν Ἁ­γί­ων Προ­πα­τό­ρων. Ἡ ἀ­κο­λου­θί­α τους ψάλ­λε­ται-σύμ­φω­να μέ τό τυ­πι­κό- τήν Κυ­ρια­κή πού τυ­χαί­νει με­τα­ξῦ 11ης καί 17ης Δε­κεμ­βρί­ου.
Τό συ­να­ξά­ρι μᾶς πλη­ρο­φο­ρεῖ ὅ­τι «τῇ αὐ­τῇ ἡ­μέ­ρᾳ, Κυ­ρια­κή τῶν Ἁ­γί­ων Προ­πα­τό­ρων». Ἀ­κο­λου­θεῖ τό δί­στι­χο:
«Δέ­ξα­σθαι χα­ράν οἱ πά­λαι Προ­πά­το­ρες. Βλέ­πον­τες ἐγ­γί­ζον­τα Χρι­στόν Μεσ­σί­αν».
Δη­λα­δή: (Ἀ­ξι­ώ­θη­καν) νά δε­χθοῦν χα­ρά οἱ ἀρ­χαῖ­οι προ­πά­το­ρες βλέ­πον­τας νά τούς προ­σεγ­γί­ζει ὁ Μεσ­σί­ας Χρι­στός.
Καί συμ­πλη­ρώ­νει «Γῆ­θε­ο Ἀ­βρα­άμ, ὅ­τι προ­πάπ­πος Χρι­στοῦ ἐ­δεί­χθης». Δη­λα­δή, νά χαί­ρε­σαι, Ἀ­βρα­άμ, για­τί ἀ­να­δεί­χτη­κες προ­πάπ­πους τοῦ Χρι­στοῦ.
Ποι­ός εἶ­ναι ὁ λό­γος πού ἑ­ορ­τά­ζου­με καί τι­μοῦ­με τούς προ­πά­το­ρες; Τό συ­να­ξά­ρι μᾶς ἐ­ξη­γεῖ: «­.­..Δι­ό­τι ἀ­πό τόν Ἀ­βρα­άμ γεν­νή­θη­κε ὁ Ἰ­σα­άκ καί ἀ­πό τόν Ἰ­σα­άκ ὁ Ἰ­α­κώβ καί ἀ­πό τόν Ἰ­α­κώβ ὁ Ἰ­ού­δας ( ἀ­πό τήν φυ­λή τοῦ ὁ­ποί­ου γεν­νή­θη­κε ὁ Χρι­στός) καί οἱ ὑ­πό­λοι­ποι ἀ­δελ­φοί του πα­τριά­ρχες (δη­λα­δή, ἀρ­χη­γοί τῶν φυ­λῶν). Γι’ αὐ­τό λοι­πόν οἱ Θε­ο­φό­ροι Πα­τέ­ρες μας καί Δι­δά­σκα­λοι σή­με­ρα τι­μοῦν τή μνή­μη τοῦ Ἀ­βρα­άμ, για­τί ἔ­γι­νε προ­πά­το­ρας τοῦ Χρι­στοῦ. Καί αὐ­τή τή μνή­μη μᾶς πα­ρέ­δω­σαν νά τι­μοῦ­με κι ἐ­μεῖς, ὄ­χι μα­κριά καί σέ δι­ά­στη­μα πολ­λῶν ἡ­με­ρῶν, ἀλ­λά κον­τά στήν κα­τά σάρ­κα γέν­νη­ση τοῦ Κυ­ρί­ου μας Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ. Καί αὐ­τό τό ἔ­κα­ναν ὄ­χι ἁ­πλά καί ὅ­πως ἔ­τυ­χε, ἀλ­λά μέ θεί­α ἔμ­πνευ­ση τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος».
Τό τρο­πά­ριο τῆς ἑ­ορ­τῆς ὑ­πο­γραμ­μί­ζει τήν παγ­κό­σμια λύ­τρω­ση, τήν παγ­κο­σμι­ό­τη­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας: «Ἐν πί­στει τούς Προ­πά­το­ρας ἐ­δι­καί­ω­σας, τήν ἐξ Ἐ­θνῶν δι’ αὐ­τῶν προ­μνη­στευ­σά­με­νος Ἐκ­κλη­σί­αν. Καυ­χῶν­ται ἐν δό­ξῃ οἱ Ἅ­γιοι ὅ­τι ἐκ σπέρ­μα­τος αὐ­τῶν, ὑ­πάρ­χει καρ­πός εὐ­κλε­ής, ἡ ἀ­σπό­ρως τε­κοῦ­σά σε. Ταῖς αὐ­τῶν ἱ­κε­σί­αις, Χρι­στέ ὁ Θε­ός, σῶ­σον τάς ψυ­χάς ἡ­μῶν». Δη­λα­δή, δι­καί­ω­σες τήν πί­στη τῶν Προ­πα­τό­ρων, ἀ­φοῦ «ἀρ­ρα­βω­νι­ά­στη­κες» τήν Ἐκ­κλη­σί­α τῶν Ἐ­θνῶν μέ­σα ἀ­π’ αὐ­τούς. Καυ­χι­ούν­ται μέ δό­ξα οἱ Ἅ­γιοι, για­τί ἀ­πό τό σπέρ­μα τους ἀ­να­δει­κνύ­ε­ται καρ­πός πε­ρί­φη­μος, αὐ­τή πού γέν­νη­σε χω­ρίς σπο­ρά ἐ­σέ­να (Κύ­ρι­ε) (δη­λα­δή ἡ Θε­ο­τό­κος). Μέ τίς ἱ­κε­σί­ες τους, Χρι­στέ καί Θε­έ μας, σῶ­σε τίς ψυ­χές μας.

Κυ­ρια­κή πρό τῆς Χρι­στοῦ Γεν­νή­σε­ως
Ἡ 18η Δε­κεμ­βρί­ου, ἄν τύ­χει Κυ­ρια­κή, ἤ ἡ πρώ­τη Κυ­ρια­κή με­τά τίς 18, ὀ­νο­μά­ζε­ται Κυ­ρια­κή πρό τῆς Χρι­στοῦ Γεν­νή­σε­ως. Αὐ­τήν τήν Κυ­ρια­κή πού προ­η­γεῖ­ται τῆς Γεν­νή­σε­ως ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας δι­α­βά­ζει στήν θεί­α Λει­τουρ­γί­α τό γνω­στό ἀ­πό­σπα­σμα ἀ­πό τό Εὐ­αγ­γέ­λιο τοῦ Εὐ­αγ­γε­λι­στῆ Ματ­θαί­ου, πού εἶ­ναι ἡ ἀρ­χή τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου του καί τό πρῶ­το του κε­φά­λαι­ο: «Βί­βλος γε­νέ­σε­ως Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ.­.­.» Τό προ­ε­όρ­τιο Κον­τά­κιο πρίν ἀ­πό τό συ­να­ξά­ρι τῆς ἑ­ορ­τῆς γρά­φει: «Εὐ­φραί­νου Βη­θλε­έμ, Ἐ­φρα­θᾶ ἑ­τοι­μά­ζου. Ἰ­δού γάρ ἡ Ἀ­μνάς, τόν Ποι­μέ­να τόν μέ­γαν ἐν μή­τρᾳ βα­στά­ζου­σα, τοῦ τε­κεῖν κα­τε­πεί­γε­ται. Ἥν­περ βλέ­πον­τες οἱ θε­ο­φό­ροι Πα­τέ­ρες, ἐ­πα­γάλ­λον­ται, με­τά Ποι­μέ­νων ὑ­μνοῦν­τες Παρ­θέ­νον θη­λά­ζου­σαν». Δη­λα­δή: Νά εὐ­φραί­νε­σαι Βη­θλε­έμ, ἑ­τοι­μά­σου Ἐ­φρα­θᾶ. Δι­ό­τι νά­την ἡ Ἀ­μνά­δα (Μα­ρί­α) ἔ­χον­τας στήν κοι­λιά της τόν μέ­γα Ποι­μέ­να (Χρι­στό) σπεύ­δει νά Τόν γεν­νή­σει. Βλέ­πον­τάς την οἱ θε­ο­φό­ροι Πα­τέ­ρες ἀ­γαλ­λιοῦν, ὑ­μνών­τας μα­ζί μέ τούς Ποι­μέ­νες τήν Παρ­θέ­νο πού θη­λά­ζει.Καί ἔ­πει­τα τό συ­να­ξά­ρι μᾶς πλη­ρο­φο­ρεῖ ὅ­τι: «Τῇ Κυ­ρια­κῇ πρό τῆς Χρι­στοῦ Γεν­νή­σε­ως, μνή­μην ἄ­γειν ἐ­τά­χθη­μεν πα­ρά τῶν Ἁ­γί­ων καί θε­ο­φό­ρων Πα­τέ­ρων ἡ­μῶν, πάν­των τῶν ἀ­π’ αἰ­ῶ­νος Θε­ῷ εὐ­α­ρε­στη­σάν­των, ἀ­πό Ἀ­δάμ ἄ­χρι καί Ἰ­ω­σήφ τοῦ μνή­στο­ρος τῆς Ὑ­πε­ρα­γί­ας Θε­ο­τό­κου, κα­τά γε­νε­α­λο­γί­αν, κα­θώς ὁ Εὐ­αγ­γε­λι­στής Λου­κᾶς ἱ­στο­ρι­κῶς ἠ­ριθ­μή­σα­το. Ὁ­μοί­ως καί τῶν Προ­φη­τῶν καί Προ­φη­τί­δων». Δη­λα­δή: Δι­α­τα­χθή­κα­με ἀ­πό τούς Ἁ­γί­ους καί θε­ο­φό­ρους Πα­τέ­ρες μας νά τε­λοῦ­με τή μνή­μη ὅ­λων ἐ­κεί­νων πού εὐ­α­ρέ­στη­σαν στό Θε­ό ἀ­πό τήν ἀρ­χή τοῦ χρό­νου, ἀ­πό τόν Ἀ­δάμ μέ­χρι τόν Ἰ­ω­σήφ, τό μνή­στο­ρα τῆς Ὑ­πε­ρα­γί­ας Θε­ο­τό­κου, σύμ­φω­να μέ τή γε­νε­α­λο­γί­α, ὅ­πως τούς ἀ­πα­ρίθ­μη­σε μέ τή σει­ρά ὁ Εὐ­αγ­γε­λι­στής Λου­κᾶς. Πα­ρό­μοι­α (νά τε­λοῦ­με τή μνή­μη) καί ὅ­λων τῶν Προ­φη­τῶν καί Προ­φη­τισ­σῶν.
Καί πα­ρα­τί­θε­ται μα­κρύς κα­τά­λο­γος πού ξε­κι­νᾶ ἀ­πό τήν μνή­μη τῶν πρω­το­πλά­στων Ἀ­δάμ καί Εὔ­ας, συ­νε­χί­ζει μέ τήν μνή­μη τοῦ δι­καί­ου Ἄ­βελ, υἱ­οῦ Ἀ­δάμ, τή μνή­μη τῶν δι­καί­ων Σήθ, υἱ­οῦ Ἀ­δάμ, κα­τά χρο­νο­λο­γι­κή σει­ρά, φθά­νον­τας μέ­χρι τήν μνή­μη τοῦ Ἁ­γί­ου Προ­φή­τη Δα­νι­ήλ καί τῶν Ἁ­γί­ων Τρι­ῶν Παί­δων, γιά νά προ­χω­ρή­σει στήν πα­ρά­θε­ση ὀ­νο­μά­των γυ­ναι­κῶν μέ πρώ­τη τήν μνή­μη τῆς δι­καί­ας Σάρ­ρας, γυ­ναι­κός Ἀ­βρα­άμ, ἕ­ως καί τήν μνή­μη τῆς δι­καί­ας Σωσ­σά­νης.
Ἄν κά­ποι­ος θέ­λει νά ἔ­χει μιά συ­νο­πτι­κή εἰ­κό­να τῶν προ­σώ­πων τῆς Πα­λαι­ᾶς Δι­α­θή­κης, τό ὑ­πό­μνη­μα τοῦ συ­να­ξα­ρί­ου αὐ­τῆς τῆς ἑ­ορ­τῆς εἶ­ναι ἄ­ρι­στος ὁ­δη­γός.
Ὁ Οἶ­κος τῆς ἑ­ορ­τῆς πα­ρου­σιά­ζει τήν χαρ­μό­συ­νη ἐλ­πί­δα τῆς σω­τη­ρί­ας πού ἔρ­χε­ται. («Οἶ­κος» ὀ­νο­μά­ζε­ται τό τρο­πά­ριο πού ἀ­κο­λου­θεῖ τό κον­τά­κιο πρίν ἀ­πό τό Συ­να­ξά­ρι τῆς ἡ­μέ­ρας. Ὀ­νο­μά­στη­κε ἔ­τσι, για­τί, ὅ­πως τό σπί­τι (οἶ­κος) πε­ρι­έ­χει τήν πε­ρι­ου­σί­α τοῦ ἰ­δι­ο­κτή­τη, ἔ­τσι κι αὐ­τό πε­ρι­έ­χει μέ συν­το­μί­α τά σχε­τι­κά μέ τήν ἑ­ορ­τή ἤ τόν ἅ­γιο τῆς ἡ­μέ­ρας):
Ὁ Οἶ­κος: «Τῆς σῆς Παρ­θέ­νε κυ­ή­σε­ως τήν λαμ­πρό­τη­τα κα­θο­ρῶν­τες ἐ­κλάμ­που­σαν Ἀ­βρα­άμ ὁ φι­λό­θε­ος καί Ἰ­σα­άκ ὁ ἀ­οί­δι­μος καί Ἰ­α­κώβ, καί πᾶς ὁ θε­ο­σύλ­λε­κτος χο­ρός τῶν Ἁ­γί­ων ἀ­γάλ­λε­ται καί τήν κτί­σιν προ­σή­γα­γον πρός σήν ὑ­πάν­τη­σιν ἐν χαρ­μο­σύ­ναις λέ­ξε­σι. Χα­ρᾶς γάρ πρό­ξε­νος πᾶ­σιν ὤ­φθης, ἐν μή­τρᾳ συλ­λα­βοῦ­σα τόν πο­τε ἐν Βα­βυ­λῶ­νι ὁ­ρα­θέν­τα καί τούς Παῖ­δας τούς ἐν τῇ κα­μί­νῳ ἀ­δί­κως βλη­θέν­τας ἀ­φλέ­κτους συν­τη­ρή­σαν­τα, ὑ­πέρ πᾶ­σαν ἔν­νοι­αν. Διό καί ἀ­να­μέλ­που­σι τόν ὁ­ρώ­με­νον ἐν χερ­σί νε­ά­νι­δος».
Δη­λα­δή: Παρ­θέ­νε, βλέ­πον­τας κα­θα­ρά νά ἀ­κτι­νο­βο­λεῖ ἡ λαμ­πρό­τη­τα τῆς κυ­ή­σε­ώς σου, ὁ φι­λό­θε­ος Ἀ­βρα­άμ κι ὁ φη­μι­σμέ­νος Ἰ­σα­άκ κι ὁ Ἰ­α­κώβ καί ὅ­λος ὁ συγ­κεν­τρω­μέ­νος ἀ­πό τό Θε­ό χο­ρός τῶν Ἁ­γί­ων ἀ­γάλ­λε­ται καί ἔ­φε­ραν ὅ­λη τήν κτί­ση γιά προ­ϋ­πάν­τη­σή σου μέ χαρ­μό­συ­νες λέ­ξεις. Δι­ό­τι πα­ρου­σι­ά­στη­κες προ­ξε­νών­τας χα­ρά σέ ὅ­λους, ὅ­ταν συ­νέ­λα­βες Αὐ­τόν πού κά­πο­τε ἐμ­φα­νί­στη­κε στή Βα­βυ­λῶ­να καί δι­α­τή­ρη­σε ἄ­καυ­τους μέ τρό­πο ὑ­περ­φυ­σι­κό τούς τρεῖς Νέ­ους πού ρί­χτη­καν ἄ­δι­κα μέ­σα στό κα­μί­νι. Γι’ αὐ­τό καί ἀ­νυ­μνοῦν Αὐ­τόν πού ἐμ­φα­νί­ζε­ται στήν ἀγ­κα­λιά τῆς νε­α­ρῆς Κό­ρης.
Τό δο­ξα­στι­κό τῶν αἴ­νων πα­ρου­σιά­ζει τήν ση­μαν­τι­κό­τη­τα τῆς ἑ­ορ­τῆς:
«Τῶν νο­μι­κῶν δι­δαγ­μά­των ὁ σύλ­λο­γος τήν ἐν σαρ­κί ἐμ­φα­νί­ζει τοῦ Χρι­στοῦ θεί­αν Γέν­νη­σιν τοῖς πρό τοῦ Νό­μου τήν Χά­ριν εὐ­αγ­γε­λι­ζο­μέ­νοις, ὡς ὑ­πέρ Νό­μον τῇ πί­στει ὑ­πάρ­ξα­σιν. Ὅ­θεν τῆς φθο­ρᾶς ἀ­παλ­λα­γῆς οὖ­σαν πρό­ξε­νον ταῖς ἐν Ἅ­δῃ κα­τε­χο­μέ­ναις ψυ­χαῖς προ­ε­κή­ρυτ­τον διά τῆς ἀ­να­στά­σε­ως. Κύ­ρι­ε δό­ξα σοι».
Δη­λα­δή: Τό πλῆ­θος ἐ­κεί­νων (πού κή­ρυτ­τε) τά δι­δάγ­μα­τα τοῦ Νό­μου (τῆς Πα­λαι­ᾶς Δι­α­θή­κης) πα­ρου­σιά­ζει τήν θεί­α κα­τά σάρ­κα Γέν­νη­ση τοῦ Χρι­στοῦ σ’ ἐ­κεί­νους πού ἔ­ζη­σαν πρό τοῦ Νό­μου καί εἶ­χαν εὐ­αγ­γε­λι­σθεῖ τή Χά­ρη πού θά ἔλ­θει, καί μέ τήν πί­στη ἀ­να­δεί­χτη­καν ὑ­πε­ρά­νω τοῦ Νό­μου. Καί ἐ­πει­δή ἡ Γέν­νη­ση θά ἔ­φερ­νε τήν ἀ­παλ­λα­γή ἀ­πό τή φθο­ρά, διά τῆς Ἀ­να­στά­σε­ως, κή­ρυτ­ταν ἀ­πό πρίν στίς ψυ­χές πού κρα­τοῦ­σε ὁ Ἅ­δης. Κύ­ρι­ε, σοῦ ἀ­νή­κει δο­ξο­λο­γί­α.