ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ

1600 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΟΥ

Ασυμβίβαστος με την έπαρση της εξουσίας

Μοναχού ΜΩΫΣΕΩΣ ΑΠΟΡΕΙΤΟΥ



       Γεννήθηκε το 354 στην Αντιόχεια υπό τον ανώτερο αξιωματικό Σεκούνδο και τη θαυμαστή Ανθούσα, που μόλις είκοσι ετών έμεινε χήρα. Έκανε τον Ιωάννη ν' αγαπήσει μόνο την αρετή, όπως και η ίδια. Έλαβε σπουδαία μόρφωση. Σπούδασε ρητορική, νομική και φιλοσοφία. Ήταν δραστήριος, κοινωνικός, εργατικός, ευφυής, μνήμονος, θαρρετός και δίκαιος. Είχε μέσο ανάστημα, αραιές τρίχες, βαθουλωμένο πρόσωπο, πλατύ μέτωπο. Δεν ήταν τόσο ωραίος. Είχε όμως μια χρυσή γλώσσα και καρδιά, αληθινά Χρυσόστομος και χρυσόκαρδος.

Λέγουν, αυτοί που ξέρουν, ποτέ δεν βλαστήμησε, δεν είπε ψέματα, δεν κακολόγησε, δεν χλεύασε κανένα. Φιλάρετος, φιλάδελφος και φιλόθεος. Αυστηρός στον εαυτό του κι επιεικής στους άλλους. Κατάφερε να προσηλώνει τη διάνοιά του από νέος μόνο εκεί που ήθελε. Μόνο στο αγαθό. Όταν αργότερα στις ομιλίες του ύψωνε τη φωνή του δεν ήταν από θυμό και γιατί έχανε τον έλεγχο του, αλλά ήθελε να προκαλέσει την προσοχή και τη διόρθωση. Ήταν πάντως κάπως νευρικός ως χαρακτήρας. Ανοικτός τύπος, με ωραία οράματα, προγράμματα και σχέδια.
Αρκετά νέος κατευθύνθηκε στην έρημο, στην ησυχία της οποίας, με άσκηση και προσευχή, μελέτησε καλά τον εαυτό του. Η εντρύφηση των Γραφών του' δωσε ιδιαίτερα βαθιά γνώση, όπως φαίνεται στις πολλές ερμηνευτικές ομιλίες του. Η σκληρή ασκητική ζωή τον αρρώστησε σοβαρά και τον ανάγκασε να επιστρέψει στην πολύβουη πόλη. Χειροτονήθηκε διάκονος και πρεσβύτερος από τους αγίους Μελέτιο και Φλαβιανό. Λέγεται πώς ήταν τόση η ευγλωττία του, που στα κηρύγματά του συνάζονταν όλη η πόλη, που από τον ενθουσιασμό τον διέκοπτε και τον καταχειροκροτούσε. Η λαμπρή ευφράδεια του τον ονόμασε Χρυσόστομο.

Μιλούσε πολύ για ελεημοσύνη, δικαιοσύνη, ταπεινοφροσύνη και μετάνοια. Υπήρξε ο μεγαλύτερος ιεροκήρυκας όλων των αιώνων. Τη δράση του δεν εξαντλούσε στο κήρυγμα. Οργάνωνε τη φιλανθρωπία, ασχολούνταν με τον καθένα προσωπικά και με τόλμη υποστήριζε άφοβα τους αδικημένους. Εκεί όμως που αναδείχθηκε άριστος ποιμένας και διδάσκαλος ήταν ο αρχιεπισκοπικός θρόνος της Κωνσταντινουπόλεως. Απτόητος στιγμάτισε την αδικία, την υπερπολυτέλεια και την υποκρισία. Δίνοντας το καλό παράδειγμα εκποίησε τον πλούτο της αρχιεπισκοπής, για την ανέγερση πτωχοκομείων, νοσοκομείων και ξενώνων. Στάθηκε αυστηρός στους απρόσεκτους κληρικούς.
Ένας όσιος ελέγχει τους ανόσιους κι όταν ακόμη σιωπά. Δεν άργησε να έλθει ο φθόνος και η εχθρότητα κατά τού αγίου αρχιεπισκόπου. Συνεργάσθηκε η κακία με τη ζήλεια και τη συκοφαντία και τον εξόρισαν μακριά. Ο λαός πήγε να ξεσηκωθεί. Ο Χρυσόστομος δεν τον άφησε. Υπέμεινε την αδικία με αταραξία και σιωπή. Ασυμβίβαστος με την έπαρση της εξουσίας ακολούθησε τον δρόμο της πικρής εξορίας. Σώζονται υπέροχες επιστολές του προς τους πιστούς μαθητές του από τον τόπο της εξορίας και ιδιαίτερη προς την εξαίρετη διακόνισσα Ολυμπιάδα.
Εξέπνευσε περίπου πενήντα ετών στα παγωμένα μάρμαρα μιας εκκλησίας στα Κόμανα τού Πόντου λέγοντας: «Δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν!» στις 14.9.407. Τα 23 από τα 33 έτη που βρίσκομαι στο Άγιον Όρος τα διέρχομαι στην Καλύβη τού αγίου Ιωάννου τού Χρυσοστόμου. Καθημερινά ασπάζομαι την εικόνα του και διατηρώ ακοίμητο το καντήλι του. Οι προκάτοχοι Γέροντες ανεπαύθησαν την ημέρα της μνήμης του στις 13 Νοεμβρίου. Εφέτος που εορτάζουμε 1600 έτη από τη μακάρια του κοίμηση, όλο το έτος η μνήμη του είναι ζωηρή. Σε μέρες δύσκολες μας θυμίζει την ωραιότητα της φιλοθεΐας και φιλανθρωπίας, την αγριότητα της αδικίας και τη ντροπή της υποκρισίας. Αξίζει να θυμόμαστε κάποτε τέτοιες ιερές μορφές κι αγέρωχες ψυχές.