1)Τοιχογραφίες - Ἡ τοιχογράφηση τοῦ καθολικοῦ, ἐκτός ἀπό ἐκείνη τοῦ ἱεροῦ (πού εἶναι παλαιότερη κατά 80 περίπου χρόνια), εἶχε ἀποπερατωθεῖ στίς 8 Νοεμ. τοῦ 1552, ὅταν ἡγουμένευε ὁ Γιαννιώτης Συμεών, σύμφωνα μέ τή γραπτή κτιτορική ἐπιγραφή πάνω ἀπό τήν εἴσοδο τοῦ κυρίως ναοῦ:

ΑΝΗΓΕΡΘΗ ΕΚ ΒΑΘΡΩΝ, ΚΑΙ ΑΝΙΣΤΟΡΗΘΗ, Ο ΠΑΝΣΕΠΤΟΣ ΚΑΙ ΘΕΙΟΣ ΝΑΟΣ ΟΥΤΟΣ, ΤΟΥ Κ(ΥΡΙΟ)Υ/ ΚΑΙ Θ(ΕΟ)Υ ΚΑΙ ΣΩΤΗΡΟΣ ΗΜΩΝ Ι(ΗΣΟ)Υ Χ(ΡΙΣΤΟ)Υ, ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ˙ ΔΙΑ ΣΗΝΔΡΟΜΗΣ ΚΑΙ ΚΟΠΟΥ/ ΤΩΝ ΕΥΡΙΣΚΟΜΕΝΩΝ ΑΔΕΛΦΩΝ˙ ΗΓΟΥΜΕΝΕΥΟΝΤΟΣ ΚΥΡΟΥ ΣΥΜΕΩΝ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ˙ / ΕΠΙ ΕΤΟΥΣ ζῶ ξῶ Αω [7061 – 5509 = 1552] ΕΝ ΜΗΝΙ ΝΟΕΜΒΡΙΩ Η˙ ΙΝ(ΔΙΚΤΩ)ΝΟΣ ΙΑης.

Ἄλλη ἐπιγραφή χαραγμένη σέ μαρμάρινη πλάκα, ἐντοιχισμένη ἐξωτερικά, ἀριστερά ἀπό τή βόρεια εἴσοδο τῆς λιτῆς, μᾶς πληροφορεῖ ὅτι ἡ ἀνοικοδόμηση τοῦ καθολικοῦ τῆς μονῆς εἶχε ἤδη συντελεσθεῖ ἀπό τό ἔτος 1544/45:

+ ΑΝΟΙΚΟΔΟΜΗΘΗ Ο /ΠΑΝΣΕΠΤΟΣ ΟΥΤΟΣ ΝΑΟΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑ/ΜΟΡΦΩΣΕΟΣ ΤΟΥ Κ(ΥΡΙΟ)Υ ΗΜΩΝ Ι(ΗΣΟ)Υ Χ(ΡΙΣΤΟ)Υ / ΔΙΑ ΣΥΝΔΡΟΜΗΣ ΚΑΙ ΚΟΠΟΥ ΤΩΝ ΠΑΡΕΥΡΙΣΚΟ/ΜΕΝΩΝ ΑΔΕΛΦΩΝ + ΕΤΟΥΣ ζΝΓ [7053 – 5509/8 = 1544/5].

Ἡ λιτή, εὐρύχωρη, μέ τέσσερις κίονες καί ἐννέα σταυροθόλια, εἶναι κατάκοσμη ἀπό τοιχογραφίες. Στό δυτικό, τό βόρειο καί τό νότιο τοῖχο, καθώς καί στά σταυροθόλια τῆς ὀροφῆς εἰκονίζονται μαρτύρια ἁγίων, ὅπως συνηθίζεται στίς λιτές τῶν καθολικῶν, γιά τήν ἐνίσχυση καί ἐνθάρρυνση τῆς πίστης καί τῆς καρτερίας τοῦ χριστιανοῦ πρίν ἀπό τήν εἴσοδό του στόν κυρίως ναό καί τήν προβολή τῆς δόξας καί τοῦ μεγαλείου τῆς Ἐκκλησίας. Στό ΝΔ ἄκρο τοῦ νότιου τοίχου, σέ ἀβαθή κόγχη, πάνω ἀπό τόν τάφο τους, εἰκονίζονται ὁλόσωμοι οἱ ὅσιοι κτίτορες τῆς μονῆς Ἀθανάσιος καί Ἰωάσαφ, φορώντας τίς μοναχικές τους ἐνδυμασίες καί κρατώντας ἀπό κοινοῦ στά χέρια τους, ὅπως συμβαίνει σ’ αὐτές τίς περιπτώσεις, ὁμοίωμα τοῦ ναοῦ πού ἀνήγειραν. Στόν ἀνατολικό τοῖχο, ἀριστερά τῆς κεντρικῆς εἰσόδου πρός τό ναό, σέ μικρή κόγχη, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος˙ δεξιά, σέ κόγχη πάλι, ἡ Βάπτιση τοῦ Χριστοῦ. Στόν ἴδιο τοῖχο, πάνω ἀπό τήν κυρία εἴσοδο, ἡ Δέηση, μέ τό Χριστό στή μέση, ἀριστερά τήν Παναγία καί δεξιά τόν Πρόδρομο. Στό ΒΑ ἄκρο ἡ Α΄ Οἰκουμ. Σύνοδος τῆς Νίκαιας, ἐνῶ στό ΝΑ ἡ Ζ΄ Οἰκουμ. Σύνοδος.

Στήν κάτω ζώνη (στό βόρειο καί στό νότιο τοῖχο) εἰκονίζονται οἱ μεγάλες μορφές τοῦ ἀσκητισμοῦ, ὅπως ὁ ἅγιος Ὀνούφριος, Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, Παῦλος ὁ Θηβαῖος, Ζωσιμᾶς, ὁσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία, Παῦλος ὁ ἐν Λάτρῳ, Βαρλαάμ. Δέν λείπουν καί οἱ μεγάλοι μελωδοί τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ὁ Ἰωάννης Δαμασκηνός καί ὁ Κοσμᾶς ὁ ποιητής.

Κατάγραφος ἐπίσης εἶναι καί ὁ κυρίως ναός. Στόν τροῦλλο ὁ Χριστός ὡς παντοκράτορας καί παντεπόπτης κυριαρχεῖ μέ τή θέση καί τό μέγεθός του. Περιβάλλεται ἀπό τιμητική χορεία ἀγγέλων. Στό τύμπανο τοῦ τρούλλου, ἀνάμεσα στά παράθυρα, ὁλόσωμοι οἱ προφῆτες κρατοῦν εἰλητά μέ τίς προρρήσεις τους, πού ἀναγγέλουν τήν ἔλευση τοῦ Σωτήρα. Στά σφαιρικά τρίγωνα οἱ τέσσερις εὐαγγελιστές.

Στό δυτικό τοῖχο καί σ΄το δυτικό τμῆμα τοῦ βόρειου καί νότιου τοίχου, στήν κάτω ζώνη, μορφές ὁλόσωμες μεγάλων ὁσίων καί ἁγίων ἀσκητῶν - ἀναχωρητῶν (ἅγ. Εὐθύμιος, Σάββας ὁ Ἡγιασμένος, Παχώμιος, Ἀντώνιος,  Θεοδόσιος ὁ Κοινοβιάρχης, Ἀθανάσιος ὁ Ἀθωνίτης, Ἐφραίμ ὁ Σύρος, Στέφανος ὁ νέος, Ἰωάννης τῆς Κλίμακος, Νεῖλος, Ἀρσένιος ὁ μέγας, Ἱλαρίων κ.ἄ.). Στή νότια παραστάδα τοῦ δυτικοῦ τοίχου εἰκονίζεται ὁλόσωμος, ντυμένος μέ τό μοναχικό του τριβώνιο καί κρατώτας σταυρό στό δεξί του χέρι καί εἰλητάριο στό ἀριστερό, ὁ ἱδρυτής τῆς μονῆς, «ὁ ὅσιος πατήρ ἡμῶν Ἀθανάσιος καί καθηγητής τοῦ ἁγίου Μετεώρου». Στή βόρεια παραστάδα, σέ ἀντίστοιχη θέση, εἰκονίζεται κατά τόν ἴδιο τρόπο «ὁ ὅσιος πατήρ ἡμῶν Ἰωάσαφ ὁ κτήτωρ», κρατώντας μέ τό δεξί του χέρι ὁμοίωμα τοῦ καθολικοῦ τῆς μονῆς πού ἔκτισε.

Στούς χορούς τοῦ ναοῦ, στήν κάτω ζώνη, εἰκονίζονται ὁλόσωμοι στρατιωτικοί ἅγιοι (ἅγ. Γεώργιος, Θεόδωρος ὁ Τήρων, Προκόπιος, Νικήτας, Ἰάκωβος ὁ Πέρσης, Εὐστάθιος στό νότιο χορό˙ Μερκούριος, Ἀρτέμιος, Θεόδωρος ὁ Στρατηλάτης κ.ἄ. στό βόρειο). Ἀκολουθοῦν πρός τά ἐπάνω καί στούς τρεῖς τοίχους, δυτικό, βόρειο καί νότιο, δύο στενότερες ζῶνες μέ στηθάρια ἁγίων. Στό δυτικό τοῖχο, πάνω ἀπό τήν κυρία εἴσοδο καί τήν ἐπιγραφή, ἱστορεῖται ὁ «Ἀναπεσών».

Τούς ὑπόλοιπους χώρους τῶν τοίχων, ἐπάνω ψηλά, καθώς καί τίς καμάρες τῶν κεραιῶν τοῦ σταυροῦ, καλύπτει ὁ μεγάλος δογματικός κύκλος μέ τίς δεσποτικές καί θεομητορικές ἑορτές, τά θαύματα τοῦ Κυρίου κ.ἄ. Στό δυτικό τοῖχο, σέ ὅλο του τό μῆκος, κυριαρχεῖ ἡ Κοίμηση τῆς Θεοτόκου, πολυπρόσωπη καί ἐπιβλητική σύνθεση, καί ἐπάνω ἡ Σταύρωση, ὅπου ἐντυπωσιάζει ἡ συγκλονιστική μορφή τοῦ νεκροῦ πιά Θεανθρώπου ἐπί τοῦ ξύλου τοῦ μαρτυρίου. Στή δυτική καμάρα τοῦ σταυροῦ σκηνές ἀπό τό Πάθος (ὁ Ἐμπαιγμός, ἡ Προδοσία, ἡ Ἄρνηση τοῦ Πέτρου κ.ἄ.).

Στήν κορυφή τῆς κόγχης τοῦ βόρειου χοροῦ εἰκονίζεται ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καί πιό κάτω τό «Χαῖρε» τῶν Μυροφόρων, ὁ Χριστός εἰς Ἐμμαούς, καθώς καί διάφορα θαύματά του. Στή βόρεια καμάρα τοῦ σταυροῦ οἱ Μυροφόρες μπροστά στόν κενό τάφο, ἡ Ψηλάφηση τοῦ Θωμᾶ κ.ἄ. Στήν κορυφή τῆς κόγχης τοῦ νότιου χοροῦ σέ ἐπιβλητική καί ἐντυπωσιακή σύνθεση ἡ Μεταμόρφωση˙ πιό κάτω ἡ Ἔγερση τοῦ Λαζάρου, ἡ Βαϊοφόρος κ.ἄ. Στή νότια καμάρα τοῦ σταυροῦ εἰκονίζεται ὁ Νιπτήρ, ὁ Μυστικός Δεῖπνος, ἡ Ὑπαπαντή κ.ἄ.

Στόν ἀνατολικό τοῖχο, πού χωρίζει τόν κυρίως ναό ἀπό τό ἱερό βῆμα, πίσω καί πάνω ἀπό τό ψηλό τέμπλο, στό κέντρο ἱστορεῖται ἡ Πεντηκοστή καί στήν ἀνώτερη ζώνη ἡ Ἀνάληψη. Δεξιά ἡ Ἀναστήλωση τῶν εἰκόνων καί ἀριστερά ἡ Ὕψωση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ.

Ὁ σπουδαῖος ἁγιογράφος ὅλου αὐτοῦ τοῦ τοιχογραφικοῦ συνόλου κράτησε τήν ἀνωνυμάι του καί δέν μᾶς παρέδωσε τό ὄνομά του. Μέ βάση τεχνοτροπικά στοιχεῖα ἔχουν γίνει προσπάθειες γιά τήν ἀπόδοση τῶν τοιχογραφιῶν σέ ὁρισμένα πρόσωπα ἤ σέ ζωγραφικές σχολές. Ἔτσι οἱ τοιχογραφίες αὐτές ἔχουν ἀποδοθεῖ στό μεγάλο Κρητικό ζωγράφο Θεοφάνη ἤ σέ συνεργεῖο μαθητῶν του, ἤ τέλος στόν ἁγιογράφο τῆς Μονῆς Δουσίκου (Ἁγίου Βησσαρίωνος, 1557) Τζιόρτζη. Σήμερα ἄριστα συντηρημένες καί καθαρισμένες, ἐντυπωσιάζουν μέ τή λάμψη, τήν ποικιλία τῶν χρωμάτων καί τήν τελειότητα τῆς ἐκτέλεσής τους.

Στό βόρειο ἄκρο τοῦ δυτικοῦ τοίχου τοῦ κυρίως ναοῦ, στή λευκή ταινία κάτω ἀπό τήν πρώτη ζώνη τῶν τοιχογραφιῶν (συγκεκριμένα κάτω ἀπό τίς τοιχογραφίες τοῦ ἁγίου Εὐθυμίου καί τοῦ ἁγίου Σάββα τοῦ Ἡγιασμένου), ὁ Ρῶσος μοναχός – περιηγητής - προσκυνητής Βασίλειος Barskij, ὁ γνωστός σκιτσογράφος τῶν μετεωρίτικων μοναστηριῶν, ἔχει ἀποθανατίσει τό πέρασμά του καί ἀπό ἐκεῖ μέ συγκινητική ἰδιόχειρη ἐνθύμηση: «+ Εὐχαριστῶ σοι, Χριστέ ὁ Θεός, τῷ καταξιώσαντι προσκυνῆσαι πάντα τά τῶν Μετεώρων μοναστήρια ἐμέ τόν ἐν μοναχοῖς ἐλάχιστον Βασίλειον Ρῶσον Κιοβίτην… ἔτει ᾳψμέ [= 1745] φευρουαρίου α΄». Κατά τήν ἐπιζωγράφιση τῆς λευκῆς ταινίας ἡ ἐπιγραφή αὐτή ἔχει ἐπιχρισθεῖ μέ λευκό χρῶμα καί διαβάζεται πολύ δύσκολα.

Τό ἱερό τοῦ καθολικοῦ ἀντιπροσωπεύει τήν ἀρχική οἰκοδομική φάση τοῦ ναοῦ τῆς μονῆς. Εἶναι ὁ ναός πού ἔκτισε γύρω στά μέσα τοῦ ΙΔ΄ αἰώνα ὁ ὅσιος Ἁθανάσιος ὁ Μετεωρίτης, τόν ὁποῖο ἐπεξέτεινε καί ἀνέκτισε στά 1387/88 ὁ δεύτερος τῆς μονῆς, ὁ βασιλεύς – μοναχός Ἰωάννης-Ἰωάσαφ Οὔρεσης ὁ Παλαιολόγος, σύμφωνα μέ τά ἱστορούμενα στό Βίο τοῦ ὁσίου Ἀθανασίου καί τίς ἐπιγραφικές μαρτυρίες. Δύο ἐπιγραφές ἐξωτερικά στό παράθυρο τῆς κόγχης τοῦ ἱεροῦ, στό μαρμάρινο ἐπίκρανο ἡ μία (μόνο ἡ χρονολογία) καί σέ κατακόρυφη στενή μαρμάρινη πλάκα ἡ ἄλλη, ἀναφέρονται στό γεγονός:

ΕΤ(ΟΥΣ) ..... [6896 – 5509/8 = 1387/88], καί στή συνέχεια:

ΑΝΟΙΚΟ/ΔΟΜΗΘΗ/ Ο ΠΑΝΣΕ/ΠΤΟΣ ΟΥΤΟΣ/ ΝΑΟΣ ΤΟΥ/ Κ(ΥΡΙΟ)Υ ΗΜΩΝ/ Ι(ΗΣΟ)Υ Χ(ΡΙΣΤΟ)Υ ΔΙ/Α ΣΗΝΔΡΟΜ(ΗΣ)/ ΤΟΥ ΤΙΜΙΩΤ(Α)Τ(ΟΥ)/ ΕΝ ΜΟΝΑΧΟΙΣ/ ΙΩΑΣΑΦ.

Ἄλλη γραπτή ἐπιγραφή, ἐσωτερικά στό ἱερό, στό βόρειο τοῖχο του, μᾶς πληροφορεῖ, ἐκτός τῶν ἄλλων, καί γιά τή χρονολογία τῆς τοιχογράφησης (1483):

+ ΑΝΗΓΕΡΘΗ ΕΚ ΒΑΘΡΩΝ ΘΕΜΕΛΙΟΝ Κ(ΑΙ) ΑΝΙΚΟΔΟΜΗΘ(Ι)/ Ο ΘΕΙΟΣ Κ(ΑΙ) Π(ΑΝ)ΣΕΠΤΟΣ ΝΑΟΣ ΟΥΤΟΣ˙ ΤΟΥ Κ(ΥΡΙΟ)Υ Κ(ΑΙ) Θ(ΕΟ)Υ Κ(ΑΙ) Σ(ΩΤΗ)/Ρ(Ο)Σ ΗΜ(ΩΝ)/ Ι(ΗΣΟ)Υ Χ(ΡΙΣΤΟ)Υ˙ ΔΙΑ ΚΟΠ(ΟΥ)˙ Κ(ΑΙ) ΕΞΟΔ(ΟΥ) ΤΩΝ ΟΣΙ(ΩΝ) Π(ΑΤΕ)ΡΩΝ ΗΜΩΝ˙ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Κ(ΑΙ) ΙΩΑΣΑΦ˙ /ΕΝ ΕΤ(Ι) ..... [6896 – 5509/8 = 1387/88]˙ Ο Κ(ΑΙ) ΚΤΙΤΩΡ(ΕΣ)˙ ΑΝΙΣΤΟΡΙΘ(Ι) ΔΙΑ Σ(ΗΝ)ΔΡΟΜ(ΗΣ) Κ(ΑΙ) / ΚΟΠ(ΟΥ) Τ(ΟΝ) ΕΛΑΧΙΣΤ(ΟΝ) ΑΔΕΛΦ(ΩΝ)˙ ΕΤ(ΟΥΣ), .... [6992 – 5509 = 1483] ΙΝ(ΔΙΚΤΙΩΝΟΣ) Β΄˙ ΜΗΝΗ ΝΟΕΜΒΡ(Ι)Ω ΚΑ΄.

Τό 1483 λοιπόν ἁγιογραφήθηκε τό ἱερό, πού ἀποτελοῦσε τότε τό καθολικό τῆς μονῆς. Γι’ αὐτό ἔχει καί τή μορφή μικροῦ ἀνεξάρτυτου ναοῦ, πού ἀνήκει στόν τύπο τοῦ σταυροειδοῦς δικιόνιου ἐγγεγραμμένου μέ τροῦλλο. Ἔτσι οἱ τοιχογραφίες θεματικά καλύπτουν τόν πλήρη σχεδόν ἁγιογραφικό καί δογματικό κύκλο ἑνός κανονικοῦ ναοῦ.

Στόν τροῦλλο εἰκονίζεται ὁ Χριστός ὡς παντοκράτορας περιστοιχιζόμενος ἀπό χορεία ἀγγέλων. Στά σφαιρικά τρίγωνα οἱ τέσσερις εὐαγγελιστές. Στήν κάτω ζώνη τῆς κόγχης τοῦ ἱεροῦ ὁλόσωμοι πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καί ἱεράρχες (Μέγας Βασίλειος, Μέγας Ἀθανάσιος, Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, Ἰω. Χρυσόστομος, κ.ἄ.). Σέ προτομή, στό νότιο τοῖχο, ὁ τοπικός ἅγιος Ἀχίλλιος. Στήν ἐπάνω ζώνη τῆς κόγχης τοῦ ἱεροῦ ἱστορεῖται ἡ Μετάδοση καί ἡ Μετάληψη, κατά τό γνωστό εἰκονογραφικό τύπο, καί στήν κορυφή τῆς ἁψίδας ἡ Θεοτόκος ἔνθρονη, συμπαραστατούμενη ἀπό δύο ἀγγέλους μέ ριπίδια.

Στούς λοιπούς τοίχους, στήν κάτω ζώνη, ἱστοροῦνται στρατιωτικοί ἅγιοι (νότιος τοῖχος), ὅπως Θεόδωρος ὁ Στρατηλάτης, Θεόδωρος ὁ Τήρων, Γεώργιος ὁ Καππάδοξ, Δημήτριος ὁ μέγας δούκ (οἱ δύο τελευταῖοι μέ χαρακτηριστικά ξενικά καπέλα), Νέστωρ, καί ἀσκητές (βόρειος τοῖχος), ὅπως ὁ ἅγ. Ἀντώνιος καί ὁ ἅγ. Εὐθύμιος. Στήν ἀμέσως ἀνώτερη καί στενότερη ζώνη στηθάρια ἁγίων.

Στό νότιο πεσσό τοῦ δυτικοῦ τοίχου εἰκονίζεται:

Ο ΟΣΙΟΣ Π(ΑΤ)ΗΡ ΗΜΩΝ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Κ(ΑΙ) ΚΑΗΓΗΤΗΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΕΤΕΩΡΟΥ. Φοράει τή μοναχική του ἐνδυμασία καί κρατάει εἰλητό, ὅπου ἀναγράφεται περιληπτικά τό τυπικό τῆς μονῆς. Στό βόρειο πεσσό, σέ ἀντίστοιχη θέση, ὁ δεύτερος κτίτορας:

Ο ΟΣΙΟΣ Π(ΑΤΗΡ) ΗΜ(ΩΝ) ΙΩΑΣΑΦ/

Στούς ὑπόλοιπου χώρους ἱστοροῦνται σκηνές τοῦ Δωδεκάορτου καί τῶν Παθῶν τοῦ Κυρίου. Στό νότιο τοῖχο ἡ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ, ὁ Νιπτήρ, ὁ Μυστικός Δεῖπνος, ἡ Προδοσία˙ στό βόρειο τοῖχο ἡ Σταύρωση, ὁ Ἐπιτάφιος, ἡ Ἀνάσταση, ἡ Ψηλάφηση τοῦ Θωμᾶ. Στό νότιο πεσσό τοῦ ἀνατολικοῦ τοίχου εἰκονίζεται «Μήτηρ Θεοῦ ἡ Παράκλησις» καί στό βόρειο πεσσό «Ὁ ἅγιος Νικόλαος ὁ θερμός προστάτης».

Οἱ τοιχογραφίες τοῦ ἱεροῦ, καθαρισμένες κι αὐτές καί συντηρημένες καλά, ἀποτελοῦν ἕνα ἐπιβλητικό ζωγραφικό σύνολο, ἀντιπροσωπευτικό τῶν τεχνοτροπικῶν τάσεων τῶν τελευταίων παλαιολόγειων χρόνων καί τῆς πρώιμης Τουρκοκρατίας, λίγο μετά τήν ἅλωση τῆς Κωνσταντινούπολης. Ὡς πρότυπά τους ἔχουν τήν τοιχογράφηση ναῶν τῆς Μακεδονίας τοῦ ΙΔ΄ αἰώνα.

Στήν κλεισμένη παλαιά εἴσοδο τοῦ ἀρχικοῦ ναοῦ, στόν ἐξωτερικό νάρθηκα σήμερα, ὑπάρχουν ἐπίσης τοιχογραφίες. Ἐπάνω ἡ Δέηση˙ ἐντός κόγχης εἰκονίζεται ὁ Χριστός ἔνθρονος μέ δύο μικρούς ἀγγέλους ἀριστερά καί δεξιά, στά ἐπάνω ἄκρα τοῦ θρόνου. Σέ στάση δεήσεως, ἱκετεύοντες γιά τή σωτηρία τοῦ κόσμου, ἀριστερά καί δεξιά, ἔξω ἀπό τήν κόγχη, ἡ Παναγία καί ὁ Πρόδρομος. Κάτω, λαϊκότροπης τέχνης τοιχογραφία μέ τούς πατριάρχες στόν παράδεισο, καθισμένους σέ σκαμνί˙ γύρω σχηματική παράσταση δέντρων καί λουλουδιῶν.

2)Φορητές εἰκόνες - Μεγάλη σπουδαιότητα ἔχουν καί ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον παρουσιάζουν καί οἱ φορητές εἰκόνες τῆς μονῆς. Ἀπό τίς εἰκόνες τοῦ κυρίως ναοῦ ξεχωρίζουν γιά τήν τέχνη καί τήν παλαιότητά τους δύο μεγάλες τῶν παλαιολόγειων χρόνων (ΙΔ΄/ΙΕ΄ αἰ.), ἡ Παναγία Βρεφοκρατοῦσα, στό δεξιό πρός τά ἐμπρός προσκυνητάρι, καί ὁ ἅγιος Νικόλαος, στό ἀντίστοιχο πρός τ’ ἀριστερά προσκυνητάρι.

Τοῦ τέμπλου οἱ εἰκόνες ἀνήκουν χρονολογικά σέ διάφορες ἐποχές, ἀπό τό ΙΣΤ΄ μέχρι τό ΙΘ΄ αἰώνα. Σημαντικές ἀπ’ αὐτές γιά τήν τέχνη καί τήν παλαιότητά τους εἶναι ἡ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ (ΙΣΤ΄ αἰ.), καθώς καί ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας Βρεφοκρατούσας (δεξιά ἀπό τήν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ), τοῦ Προδρόμου καί τῶν 24 οἴκων τοῦ Ἀκάθιστου Ὕμνου μέ κεντρική σύνθεση τόν Εὐαγγελισμό τῆς Θεοτόκου.

Ἐνδιαφέρουσα εἶναι καί ἡ ἐνεπίγρφη εἰκόνα τῆς Παναγίας στό τέμπλο, ἀριστερά τῆς Ὡραίας Πύλης. Ἡ εἰκόνα αὐτή φέρει τήν ἐπιγραφή: «Δέησις τοῦ δούλου τοῦ Θεοῦ Παρθενίου ἡγουμένου, τοῦ μουσικωτάτου, διά χειρός εὐτελοῦς Ἀναγνώστου, υἱοῦ Οἰκονόμου Καπεσοβίτου ἐκ Ζαγόρι˙ 1790˙ μαΐου 12» (ἡ ὀρθογραφία τῆς ἐπιγραφῆς διορθωμένη ἐδῶ). Ἡ Παναγία εἰκονίζεται μέ στέμμα, ἀλλά καί ὁ μικρός Χριστός εἶναι ντυμένος σάν βασιλιάς καί φοράει κι αὐτός στέμμα στό κεφάλι του˙ μέ τό ἕνα του χέρι κρατάει σκῆπτρο καί μέ τό ἄλλο τή σφαίρα τοῦ κόσμου.

Ἐπιγραφή ἔχει καί ἡ εἰκόνα τῶν Ἀσωμάτων (Ταξιαρχῶν), ἡ πρώτη ἀπό τά ἀριστερά στό τέμπλο: «Ἱστορήθη ἡ παροῦσα εἰκών τῆς συνάξεως τῶν Ἀσωμάτων διά συνδρομῆς τοῦ πανοσιωτάτου ἡγουμένου κυρίῳ κυρίῳ Κυρίλλῳ˙ οὗ τό μνημόσυνον αὐτοῦ εἴη διά παντός˙ ᾳωλ΄» [=1830] (καί ἐδῶ διορθωμένη ὀρθογραφικά ἡ ἐπιγραφή). Πολύ καλῆς τέχνης καί οἱ εἰκόνες τῶν λυπητερῶν καί τῶν ἀποστολαρίων τοῦ τέμπλου.

Ἐνδιαφέρουσες, τέλος, εἶναι οἱ εἰκόνες τῶν δύο μπροστινῶν ξυλόγλυπτων προσκυνηταρίων, κοντά στήν εἴσοδο. Ἀριστερά, οἱ ὅσιοι κτίτορες τῆς μονῆς Ἀθανάσιος καί Ἰωάσαφ, μέ ὁμοίωμα τοῦ κτίσματός τουςε στά χέρια˙ δεξιά, ἡ Μεταμόρφωση. Καί οἱ δύο εἰκόνες, σύμφωνα μέ τίς ἐπιγραφές τους, ἔγιναν τό 1822 (Ἀπρ. 10, Μαρτ. 30), «δι’ ἐξόδων ἐπισκόπου Βελλᾶς καί Κονίτζας Ἰωσήφ τοῦ ἐκ Νάξου καί διά χειρός Λαζάρου ἐξ Ἄνω Σουδενά Ζαγόρι».

Μεγάλης σπουδαιότητας ὅμως ἀπό ἄποψη παλαιότητας καί τέχνης εἶναι οἱ φορητές εἰκόνες τοῦ μουσείου τῆς μονῆς. Ἰδιαίτερη σημασία γιά τήν ἱστορία τοῦ Μεγάλου Μετεώρου ἔχουν δύο εἰκόνες πού δώρισε στή μονή ἡ Μαρία Παλαιολογίνα (μετά τό 1372 καί πρίν ἀπό τό Δεκ. τοῦ 1384), ἀδελφή τοῦ δεύτερου κτίτορα ὁσίου Ἰωάσαφ. Στή μία εἰκονίζεται ἡ Παναγία στό κέντρο ὁλόσωμη, ὄρθια καί βρεφοκρατοῦσα, μέ ραδινό καί λεπτό παράστημα. Στό φόρεμά της κυριαρχεῖ τό μπλέ χρῶμα. Τά πρόσωπα, τόσο τῆς Παναγίας ὅσο καί τοῦ Χριστοῦ, εἶναι δυστυχῶς κατεστραμμένα. Κάτω, στά πόδια τῆς Παναγίας, ἀριστερά ὡς πρός τόν βλέποντα, γονατισμένη, μικροσκοπική, ἡ Μαρία Ἀγγελίνα, ντυμένη μέ βασιλικά ἐνδύματα καί μέ διάδημα στό κεφάλι. Πάνω ἀπό τό κεφάλι της, μέ κεφαλαῖα γράμματα, ἡ ἐπιγραφή:

ΜΑΡΙΑ ΕΥΣΕΒΕ/ΣΤΑΤΗ ΒΑΣΙΛΙΣΑ/ ΑΓΓΕΛΙΝΑ ΚΟ/ΜΝΗΝΗ ΔΟΥΚΕΝΑ/ Η ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΙ/ΝΑ.

Ἡ Παναγία πλαισιώνεται ἀπό 14 προτομές ἁγίων, ζωγραφισμένες στό περιθώριο τῆς εἰκόνας. Κάτω ἀπό κάθε προτομή ἁγίου ἤ ἁγίας ὑπῆρχε καί τμῆμα λειψάνου. Σήμερα ὑπάρχουν μόνο οἱ κοιλότητες ὅπου ἦσαν τοποθετημένα τά ἅγια λείψανα. Ἡ εἰκόνα αὐτή εἶναι τό σωζόμενο τμῆμα ἑνός διπτύχου. Στό χαμένο φύλλο τοῦ διπτύχου εἰκονίζονταν ὁ Χριστός καί ὁ σύζυγος τῆς Μαρίας Παλαιολογίνας, δεσπότης τῶν Ἰωαννίνων, Θωμᾶς Preliubović (+ 23 Δεκ. 1384), ὅπως ἐπιβεβαιώνει τό σωζόμενο ἀκέραιο ἀντίγραφο τοῦ διπτύχου στόν καθεδρικό ναό τῆς Cuencaτῆς Ἰσπανίας.

Ἡ ἄλλη περίφημη εἰκόνα, ἀφιέρωμα πάλι τῆς Μαρίας Παλαιολογίνας στή μονή, εἶναι ἡ Ψηλάφηση τοῦ Θωμᾶ. Ἐδῶ, ἀριστερά, μαζί μέ τόν Θωμᾶ καί ἄλλους ἀποστόλους, εἰκονίζεται ὄρθια, ντυμένη μέ πορφυρό βασιλικό ἔνδυμα καί μέ διάδημα στό κεφάλι, ἡ «βασίλισσα» Μαρία˙ κοντά της διακρίνεται μόνο τό πρόσωπο τοῦ συζύγου της Θωμᾶ, φερώνυμου τοῦ ἀποστόλου, τοῦ ὁποίου δοκιμάζεται ἡ ἀπιστία.

Ἐκτός ἀπό τίς δύο εἰκόνες τῆς Μαρίας Παλαιολογίνας, μεγάλης ἀξίας γιά τήν ὑψηλή του τέχνη εἶναι δίπτυχο τῶν παλαιολόγειων χρόνων, ὅπου, σέ χρυσό βάθος, ἡ Παναγία θρηνοῦσα ἀπό τό ἕνα μέρος καί ὁ Χριστός ὡς Ἄκρα Ταπείνωση ἀπό τό ἄλλο. Στό πρόσωπο τῆς Παναγίας ἀποτυπώνεται διακριτικά καί ὄχι κραυγαλέα ἡ συγκρατημένη ὀδύνη καί ὁ ἐσωτερικός πόνος. Γενικά ἡ ἔκφραση τῶν προσώπων ἀποπνέει εὐγένεια, θαυμαστή εἶναι η τελειότητατα στήν ἐκτέλεση καί στήν ἀπόδοση τῶν λεπτῶν χρωματικῶν τόνων.

Ἀξιόλογη εἶναι ἡ σειρά 12 φορητῶν εἰκόνων τοῦ ΙΣΤ΄ αἰ., ὅπου οἱ ἅγιοι τοῦ μηνολογίου. Οἱ μορφές τῶν ἁγίων μέ τήν τέλεια καί λεπτή ἐκτέλεσή τους καί μέ τό χρωματικό πλοῦτο θυμίζουν ἔντονα καλῆς τέχνης μικρογραφίες χειρογράφων.

Τῆς ἴδιας ἐποχῆς, τοῦ ΙΣΤ΄ αἰ., καί πολύ καλῆς τέχνης κι αὐτές, εἶναι οἱ εἰκόνες τοῦ Δωδεκάορτου: Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου, Εὐαγγελισμός, Γέννηση τοῦ Χριστοῦ, Ὑπαπαντή, Βαϊοφόρος, Μυστικός Δεῖπνος, Σταύρωση, Κοίμσηη τῆς Θεοτόκου κ.ἄ.

Πηγή: Άγια Μετέωρα, Οδοιπορικό Δ.Ζ.Σοφιανού, Έκδοση Ι.Μ. Μεγάλου Μετεώρου Έκδοση 2012