Ἡ Βι­βλι­ο­θή­κη τῆς Μο­νῆς Με­τα­μορ­φώ­σε­ως εἶ­ναι ἀ­πό τίς πλου­σι­ό­τε­ρες καί ἀ­ξι­ο­λο­γό­τε­ρες μο­να­στη­ρια­κές βι­βλι­ο­θῆ­κες. Πα­ρά τίς ποι­κί­λες πε­ρι­πέ­τει­ες ἕ­ξι αἰ­ώ­νων καί τίς ἀν­τί­ξο­ες, πολ­λές φο­ρές, ἱ­στο­ρι­κές συγ­κυ­ρί­ες, οἱ με­τε­ω­ρί­τες κα­λό­γε­ροι δι­α­φύ­λα­ξαν μέ εὐ­λά­βεια καί θρη­σκευ­τι­κό δέ­ος καί δι­έ­σω­σαν μέ­χρι σή­με­ρα τούς ἀ­νε­κτί­μη­τους θη­σαυ­ρούς τοῦ μο­να­στη­ριοῦ, τους, χει­ρό­γρα­φους κώ­δι­κες, ἔγ­γρα­φα βυ­ζαν­τι­νά καί με­τα­βυ­ζαν­τι­νά, σπά­νια ἔν­τυ­πα κ.ἄ. Πα­λαι­ές κα­τα­γρα­φές τοῦ πε­ρα­σμέ­νου αἰ­ώ­να, ἀλ­λά καί ἡ συ­στη­μα­τι­κή κα­τα­λο­γο­γρά­φη­ση στίς ἀρ­χές τοῦ αἰ­ώ­να μας (1908/9) τῶν χει­ρο­γρά­φων καί ἐγ­γρά­φων τῆς μο­νῆς ἀ­πό τόν Νί­κο Βέ­η, σέ σύγ­κρι­ση μέ τά ση­με­ρι­νά δε­δο­μέ­να, δεί­χνουν ὅ­τι οἱ ἀ­πώ­λει­ες, εὐ­τυ­χῶς, ὑ­πῆρ­ξαν ἐ­λά­χι­στες καί ἀ­σή­μαν­τες.

1. Χει­ρό­γρα­φα

Ἀ­πό τά 1200 χει­ρό­γρα­φα τῶν με­τε­ω­ρι­κῶν μο­νῶν τά 640 ἀ­νή­κουν σή­με­ρα στή Μο­νή Με­τα­μορ­φώ­σε­ως. Ἀ­π’ αὐ­τά 86 εἶ­ναι περ­γα­μη­νά (69 κώ­δι­κες καί 17 εἰ­λη­τά). Χρο­νο­λο­γι­κά κα­λύ­πτουν δέ­κα πε­ρί­που αἰ­ῶ­νες πνευ­μα­τι­κῆς πα­ρα­γω­γῆς (9ος-19ος αἰ.). Τό με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος ἀ­νή­κει στούς αἰ­ῶ­νες 11ο-16ο.

Το πε­ρι­ε­χό­με­νό τους εἶ­ναι ποι­κί­λο. Ἄς ση­μει­ω­θεῖ ὅ­τι ἰ­σχύ­ουν κι ἐ­δῶ οἱ γε­νι­κοί κα­νό­νες πού δι­έ­πουν τή συγ­κρό­τη­ση τῶν μο­να­στη­ρια­κῶν βι­βλι­ο­θη­κῶν, ὅ­που κα­θο­ρι­στι­κός πα­ρά­γον­τας γιά τό εἶ­δος τῶν συγ­κεν­τρου­μέ­νων χει­ρο­γρά­φων καί ἐν­τύ­πων βι­βλί­ων εἶ­ναι κυ­ρί­ως οἱ λει­τουρ­γι­κές ἀ­νάγ­κες τῶν μο­να­χῶν, οἱ ὁ­ποῖ­οι εἶ­ναι καί οἱ μό­νοι σχε­δόν χρῆ­στες τῆς βι­βλι­ο­θή­κης.

Ἔ­τσι καί οἱ κώ­δι­κες αὐ­τοί, βα­σι­κά, εἶ­ναι θε­ο­λο­γι­κοί καί ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοί: Λει­τουρ­γι­κά βι­βλί­α (Εὐ­αγ­γέ­λια, Πρα­ξα­πό­στο­λοι, Θεῖ­ες Λει­τουρ­γί­ες, Πα­ρα­κλη­τι­κές, Ὡ­ρο­λό­για, Ψαλ­τή­ρια, δι­ά­φο­ρες Ἀ­κο­λου­θί­ες, Τυ­πι­κές δι­α­τά­ξεις κ.ἄ.), ἡ Ἁ­γί­α Γρα­φή, πα­τε­ρι­κά κεί­με­να, ὑ­μνο­γρα­φι­κά, ἁ­γι­ο­λο­γι­κά (Βί­οι, Μαρ­τύ­ρια, Ἐγ­κώ­μια, Συ­να­ξά­ρια καί Ἀ­κο­λου­θί­ες ἁ­γί­ων, μαρ­τύ­ρων, νε­ο­μαρ­τύ­ρων καί ὁ­σί­ων τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας), δογ­μα­τι­κά, ἑρ­μη­νευ­τι­κά, ἀ­πο­λο­γη­τι­κά, κα­τη­χη­τι­κά, ἀ­σκη­τι­κά, πα­ραι­νε­τι­κά, δι­η­γή­σεις ψυ­χω­φε­λεῖς καί ἐ­ποι­κο­δο­μη­τι­κές γιά τούς μο­να­χούς (παρ­μέ­νες ἀ­πό τό Γε­ρον­τι­κό), παρ­ρη­σί­ες ἤ βι­βλί­α προ­θέ­σε­ως, ἀ­πό­κρυ­φα κεί­με­να. Ἀ­ξι­ό­λο­γη ἐ­πί­σης εἶ­ναι ἡ συλ­λο­γή μου­σι­κῶν καί νο­μι­κῶν χει­ρο­γρά­φων (νο­μο­κά­νο­νες, ἐ­ξο­μο­λο­γη­τά­ρια κ.ἄ.).

Πα­ράλ­λη­λα ὅ­μως πρός τούς θε­ο­λο­γι­κοῦ πε­ρι­ε­χο­μέ­νου κώ­δι­κες ὑ­πάρ­χουν καί ἄλ­λοι, τῆς λε­γό­με­νης «θύ­ρα­θεν» παι­δεί­ας, δη­λα­δή κεί­με­να ἀρ­χαί­ων συγ­γρα­φέ­ων (Ὅ­μη­ρος, Ἡ­σί­ο­δος, Σο­φο­κλῆς, Δη­μο­σθέ­νης, Ἀ­ρι­στο­τέ­λης, ἀ­λε­ξαν­δρι­νοί συγ­γρα­φεῖς), κα­θώς καί νε­ό­τε­ρα κεί­με­να φι­λο­σο­φι­κά, γραμ­μα­τι­κά, ἀ­στρο­λο­γι­κά, ἀλ­χη­μεί­ας καί μα­γι­κά, ἰ­α­τρο­σό­φια, χρο­νο­γρα­φι­κά, ἐ­πι­στο­λά­ρια, μα­θη­μα­τά­ρια, ἀλ­λά καί ἀρ­κε­τά καί ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα κεί­με­να τῆς δη­μώ­δους γραμ­μα­τεί­ας, σέ πε­ζό ἤ σέ ἔμ­με­τρο λό­γο, πολ­λά ἀ­πό τά ὁ­ποῖ­α εἶ­ναι σπά­νια.

Ἐ­κτός ἀ­πό τή σπου­δαι­ό­τη­τα τῶν κω­δί­κων γιά τά κεί­με­να πού πε­ρι­έ­χουν, ξε­χω­ρι­στή εἶ­ναι καί ἡ πα­λαι­ο­γρα­φι­κή τους ση­μα­σί­α, ἀ­φοῦ μπο­ρεῖ κα­νείς νά πα­ρα­κο­λου­θή­σει σ’ αὐ­τούς καί νά με­λε­τή­σει τήν ἐ­ξέ­λι­ξη καί τά δι­ά­φο­ρα εἴ­δη τῆς γρα­φῆς μέ­σα στούς αἰ­ῶ­νες. Κα­τά τό 16ο καί 17ο αἰ­ώ­να φαί­νε­ται πώς λει­τούρ­γη­σε στή Μο­νή Με­τα­μορ­φώ­σε­ως συ­στη­μα­τι­κό βι­βλι­ο­γρα­φι­κό ἐρ­γα­στή­ριο μέ ἔμ­πει­ρους καλ­λι­γρά­φους καί γρα­φεῖς κω­δί­κων. Στά χει­ρό­γρα­φα τῆς μο­νῆς ἀ­παν­τοῦν συ­νο­λι­κά 130 πε­ρί­που ὀ­νό­μα­τα κω­δι­κο­γρά­φων, πολ­λοί ἀ­πό τούς ὁ­ποί­ους γί­νον­ται γνω­στοί μό­νο ἀ­πό τήν ἐ­δῶ ἀν­τι­γρα­φι­κή τους ἐρ­γα­σί­α.

Τό πα­λαι­ό­τε­ρο ἀ­πό τά χει­ρό­γρα­φα ἀ­νή­κει στόν 9ο αἰ­ώ­να. Πρό­κει­ται γιά τόν πε­ρί­φη­μο κώ­δι­κα 591 (φφ. 423, Ἰ­ω­άν­νου Χρυ­σο­στό­μου ἑρ­μη­νευ­τι­κές ὁ­μι­λί­ες στό κα­τά Ματ­θαῖ­ον Εὐ­αγ­γέ­λιο), πού γρά­φτη­κε τό ἔ­τος 861/2 στή Μο­νή τῆς Ἁ­γί­ας Ἄν­νας τῆς Βι­θυ­νί­ας, σέ με­γα­λο­γράμ­μα­τη καί σέ μι­κρο­γράμ­μα­τη γρα­φή, ἀ­πό τό μο­να­χό Εὐ­στά­θιο. Εἶ­ναι ὁ ἀρ­χαι­ό­τε­ρος γε­νι­κά με­τε­ω­ρι­κός κώ­δι­κας, ἀλ­λά ἴ­σως καί ὁ πα­λαι­ό­τε­ρος χρο­νο­λο­γη­μέ­νος κώ­δι­κας πού βρί­σκε­ται σή­με­ρα στόν ἑλ­λα­δι­κό χῶ­ρο.

Πολ­λοί κώ­δι­κες ἀ­πο­τε­λοῦν καί ἀ­ξι­ό­λο­γα κει­μή­λια τέ­χνης. Εἶ­ναι πλού­σια καί καλ­λι­τε­χνι­κά δι­α­κο­σμη­μέ­νοι μέ ἐν­τυ­πω­σια­κές μι­κρο­γρα­φί­ες, πο­λύ­χρω­μα καί πε­ρί­τε­χνα ἐ­πί­τι­τλα, πρω­το­γράμ­μα­τα καί ἄλ­λα δι­α­κο­σμη­τι­κά μο­τί­βα. Ἐν­δει­κτι­κά μνη­μο­νεύ­ον­ται οἱ πα­λαι­ές καί ἰ­δι­αί­τε­ρης καλ­λι­τε­χνι­κῆς σπου­δαι­ό­τη­τας μι­κρο­γρα­φί­ες εὐ­αγ­γε­λι­στῶν καί ἄλ­λων ἁ­γί­ων στούς κώ­δι­κες 540 καί 552 (τοῦ 11ου αἰ.) 106 (τοῦ 13ου αἰ.) καί 298 (τοῦ 15ου/16ου αἰ.). Ἀ­πό τούς γνω­στούς καλ­λι­γρά­φους, τοῦ καλ­λι­τε­χνι­κοῦ κύ­κλου τοῦ Λου­κᾶ Οὐγ­γρο­βλα­χί­ας (1603-1628), ἀ­να­φέ­ρο­με τόν ἱ­ε­ρο­μό­να­χο Ἄν­θι­μο ἀ­πό τά Γι­άν­νε­να, γρα­φέ­α καί δι­α­κο­σμη­τή, κα­τά τά ἔ­τη 1634-1641, τῶν κω­δί­νων 217, 222, 223 καί 508 (μι­κρο­γρα­φί­ες Δα­βίδ, Με­γά­λου Βα­σι­λεί­ου, Ἁγ. Ἰ­ω­άν­νου Χρυ­σο­στό­μου, Ἁγ. Γρη­γο­ρί­ου Δι­α­λό­γου κ.ἄ.).

Πο­λύ­τι­μες, τέ­λος, γιά τήν το­πι­κή ἀλ­λά καί τή γε­νι­κό­τε­ρη ἱ­στο­ρί­α, εἶ­ναι οἱ δι­ά­φο­ρες ἐν­θυ­μή­σεις πού βρί­σκον­ται ἐγ­κα­τε­σπαρ­μέ­νες στά φύλ­λα τῶν κω­δί­κων αὐ­τῶν. Πα­ρα­θέ­το­με ἐν­δει­κτι­κά τό βι­βλι­ο­γρα­φι­κό ση­μεί­ω­μα τοῦ ἔ­τους 1385/6, πού πα­ράλ­λη­λα ἀ­πο­τε­λεῖ καί ἐν­δι­α­φέ­ρου­σα ἐν­θύ­μη­ση, τοῦ κώδ. 555, ὁ ὁ­ποῖ­ος γρά­φτη­κε μέ συν­δρο­μή καί ἔ­ξο­δα τοῦ δεύ­τε­ρου κτί­το­ρα τῆς μο­νῆς Ἰ­ω­ά­σαφ, λί­γα χρό­νια με­τά τό θά­να­το τοῦ Ἀ­θα­να­σί­ου: «+ ἐ­γρά­φη ἡ πα­ροῦ­σα βί­βλος τοῦ με­τε­ώ­ρου˙ διά συν/δρο­μῆc καί ἐ­ξό­δου βα­σι­λέ­ωσ, τοῦ ὡσ ἀ­λη­θῶσ ἐν/ μο­να­χοῖσ ὁ­σι­ω­τά­του κυ­ροῦ ἰ­ω­ά­σαφ˙ διά χει­ρόσ/ χαρ­το­φύ­λα­κοc τῆσ ἁ­γι­ω­τά­τησ ἐ­πι­σκο­πῆσ τρικ­κάλ(ων)/ ἱ­ε­ρέ­ωσ θω­μᾶ τοῦ ξη­ροῦ˙ ἐ­πί ἔ­τουσ .... [6894=1385/6] ἰν(δι­κτι­ῶ­νο)ς θ΄˙ ὁ­πό­ταν τῆ τοῦ θ(ε­ο)ῦ πα­ρα­χω­ρή­σει καί οἱ ἀ/χα­ρι­νοί οὐ μό­νον τῆς πό­λε(ως) βε­ροί­ασ ἀλ­λά καί πα­ρά/ μι­κρόν τῆσ ὑ­φη­λί­ου γε­γό­να­σι κύ­ριοι +».

2. Ἔγ­γρα­φα

Πλού­σιο καί ἐν­δι­α­φέ­ρον εἶ­ναι καί τό ἀρ­χεῖ­ο τῶν ἐγ­γρά­φων τῆς μο­νῆς, βυ­ζαν­τι­νῶν με­τα­βυ­ζαν­τι­νῶν καί νε­ο΄τε­ρων. Χρυ­σό­βουλ­λα, μη­τρο­πο­λι­τι­κά ἔγ­γρα­φα, πα­τρι­αρ­χι­κά σι­γίλ­λια κ.ἄ., πού φυ­λάσ­σον­ται ἐ­κεῖ, ἀ­πο­τε­λοῦν σπου­δαῖ­α κει­μή­λια καί πο­λύ­τι­μα ἱ­στο­ρι­κά ντο­κου­μέν­τα. Ἀ­να­φέ­ρο­με ἐ­πι­λε­κτι­κά χρυ­σό­βουλ­λο τοῦ βυ­ζαν­τι­νοῦ αὐ­το­κρά­το­ρα Ἀν­δρο­νί­κου Γ΄ Πα­λαι­ο­λό­γου, τοῦ ἔ­τους 1336, ὑ­πέρ τῆς μο­νῆς Ἁγ. Γε­ωρ­γί­ου τῶν Ζα­βλαν­τί­ων˙ χρυ­σό­βουλ­λο τοῦ Στε­φά­νου Δου­σάν τοῦ ἔ­τους 1348, ὑ­πέρ τῆς ἴ­διας μο­νῆς˙ χρυ­σό­βουλ­λα τῶν ἐ­τῶν 1359 καί 1366 τοῦ βα­σι­λέ­ως Συ­με­ών Οὔ­ρε­ση Πα­λαι­ο­λό­γου, πα­τέ­ρα τοῦ κτί­το­ρα τῆς Μο­νῆς τοῦ Με­τε­ώ­ρου ὁ­σί­ου Ἰ­ω­ά­σαφ˙ δύ­ο προ­στάγ­μα­τα, πού ἀ­πέ­λυ­σε τό Νο­έμ­βριο τοῦ 1372 ὑ­πέρ τοῦ πρώ­του τῆς σκή­της τῶν Στα­γῶν Νεί­λου ὁ βα­σι­λεύς Ἰ­ω­άν­νης Οὔ­ρε­σης ὁ Πα­λαι­ο­λό­γος, ὁ με­τά ἀ­πό λί­γους μῆ­νες μο­να­χός Ἰ­ω­ά­σαφ, ὁ δεύ­τε­ρος κτί­το­ρας τῆς Μο­νῆς τοῦ Με­γά­λου Με­τε­ώ­ρου˙ γράμ­μα τοῦ ἔ­τους 1386 τῆς «βα­σί­λισ­σας» Μα­ρί­ας Ἀγ­γε­λί­νας Πα­λαι­ο­λο­γί­νας πρός τόν ἀ­δελ­φό της βα­σι­λέ­α Ἰ­ω­άν­νη-μο­να­χό Ἰ­ω­ά­σαφ˙ γράμ­μα­τα τῶν μη­τρο­πο­λι­τῶν Λα­ρί­σης Ἀν­τω­νί­ου (πρίν ἀ­πό τό 1380) καί Ἰ­ω­ά­σαφ (τῶν ἐ­τῶν 1392/3 καί 1400/1402) κ.ἄ. Τά ἐ­πι­ση­μό­τε­ρα καί ση­μαν­τι­κό­τε­ρα ἀ­πό τά ἔγ­γρα­φα αὐ­τά βρί­σκον­ται ἐ­κτε­θει­μέ­να σέ προ­θῆ­κες τοῦ μου­σεί­ου τῆς μο­νῆς.

3. Ἔν­τυ­πα

Πολ­λά καί σπά­νια εἶ­ναι καί τά πα­λαι­ό­τυ­πα πού ἔ­χουν δι­α­σω­θεῖ καί φυ­λάσ­σον­ται σή­με­ρα στή μο­νή. Ὁ συ­νο­λι­κός τους ἀ­ριθ­μός ὑ­πο­λο­γί­ζε­ται χον­δρι­κά σέ 450 τό­μους (15ος-19ος αἰ.).

Ὅ­πως καί μέ τά χει­ρό­γρα­φα, ἔ­τσι καί ἐ­δῶ ἕ­να με­γά­λο μέ­ρος ἀ­π’ αὐ­τά εἶ­ναι λει­τουρ­γι­κά βι­βλί­α, ἀρ­κε­τά ἀ­πό τά ὁ­ποῖ­α δυ­σεύ­ρε­τες, ἐκ­δό­σεις Βε­νε­τί­ας: Ἁ­γί­α Γρα­φή, ἔτ. 1518, ἔκδ. Ἄλ­δου Μα­νου­τί­ου˙ Ἀ­πό­στο­λος, ἔτ. 1525 (ἔκδ. Στεφ. Σα­βί­ου) καί 1534 (ἔκδ. Ἀν­δρέ­α Κου­νά­δη)˙ Μη­ναῖ­α, τῶν ἐ­τῶν 1526-1551˙ Πα­ρα­κλη­τι­κή, ἔτ. 1528˙ Ἀν­θο­λό­γιο, ἔτ. 1555, μέ προ­λε­γό­με­να «Νι­κο­λά­ου ἱ­ε­ρέ­ως Μα­λα­ξοῦ πρω­το­πα­πᾶ Ναυ­πλί­ου»˙ Εὐ­αγ­γέ­λιο, ἔτ. 1588, «δι­όρ­θω­σις Ἐμ­μα­νου­ήλ Γλυ­ζου­νεί­ου». Δέν λεί­πουν, φυ­σι­κά, οὔ­τε οἱ Πα­τέ­ρες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας: «Βα­σι­λεί­ου τοῦ Με­γά­λου συγ­γράμ­μα­τά τι­να», Βε­νε­τί­α 1535, ἔκδ. Στεφ. Σα­βί­ου.

Ὑ­πάρ­χουν ἐ­πί­σης καί ἀρ­κε­τά ἀρ­χέ­τυ­πα, ἐκ­δό­σεις Βε­νε­τί­ας τοῦ πε­ρί­φη­μου λό­γιου οὐ­μα­νι­στῆ Ἄλ­δου Μα­νου­τί­ου, οἱ λε­γό­με­νες editionesaldinae, κλα­σι­κῶν Ἑλ­λή­νων συγ­γρα­φέ­ων κα­θώς καί γραμ­μα­τι­κῶν καί χρη­στι­κῶν ἔρ­γων: Θε­ο­κρί­του Εἰ­δύλ­λια, Θε­ό­γνι­δος γνῶ­μαι, Ἡ­σι­ό­δου Θε­ο­γο­νί­α - Ἔρ­γα καί Ἡ­μέ­ραι - Ἀ­σπίς Ἡ­ρα­κλέ­ους κ.ἄ., ἔτ. 1495˙ Θε­ο­δώ­ρου Λα­σκά­ρε­ως Γραμ­μα­τι­κή, Ἀ­πολ­λω­νί­ου Ἀ­λε­ξαν­δρεί­ας τοῦ Γραμ­μα­τι­κοῦ Πε­ρί συν­τά­ξε­ως, ἔτ. 1495˙ Θη­σαυ­ρός – Κέ­ρας Ἀ­μαλ­θεί­ας καί κῆ­ποι Ἀ­δώ­νι­δος. ἔτ. 1496˙ Ἀ­ρι­στο­φά­νης, ἔτ. 1498, μέ προ­λε­γό­με­να τοῦ λαμ­προῦ ἑλ­λη­νι­στῆ Μάρ­κου Μου­σού­ρου˙ Λου­κια­νοῦ Δι­ά­λο­γοι, ἔτ. 1503˙ Λό­γοι Ρη­τό­ρων, ἔτ. 1513˙ Ἰ­σο­κρά­της, ἔτ. 1534, κ.ἄ. Ἐξ ἴ­σου σπου­δαῖ­ες ὅ­μως εἶ­ναι καί ἄλ­λες ἐκ­δό­σεις κλα­σι­κῶν συγ­γρα­φέ­ων: Πλά­τω­νος Ἅ­παν­τα, Βα­σι­λεί­α 1534, μέ τήν πε­ρί­φη­μη ὠ­δή τοῦ Μάρ­κου Μου­σού­ρου˙ Δι­ο­δώ­ρου τοῦ Σι­κε­λι­ώ­του Ἱ­στο­ρι­κή Βι­βλι­ο­θή­κη, «annoMDLIX [=1559] excudebatHenricusStephanus». Με­τα­ξύ τῶν ἄλ­λων καί ἡ σπά­νια ἔκ­δο­ση τοῦ Λε­ξι­κοῦ τοῦ Σου­ΐ­δα (Σού­δας) ἀ­πό τόν Δη­μή­τριο Χαλ­κο­κον­δύ­λη στίς 15 Νο­εμ. τοῦ 1499 στό Μι­λά­νο, κα­θώς καί τοῦ Λε­ξι­κοῦ τοῦ Βα­ρί­νου Φα­βω­ρί­νου τό 1523 στή Ρώ­μη «πό­νῳ τε καί ἐ­πι­δι­ορ­θώ­σει Ζα­χα­ρί­ου Καλ­λι­ερ­γί­ου τοῦ Κρη­τός».

Ἀ­ξι­ό­λο­γη τέ­λος καί ἡ μνη­μει­ώ­δης δί­το­μη πα­ρι­σι­νή ἔκ­δο­ση («LutetiaeParisiorumMDCXXX» = 1630), τῆς Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῆς Ἱ­στο­ρί­ας τοῦ Νι­κη­φό­ρου Καλ­λί­στου Ξαν­θο­πού­λου, κα­θώς καί ἡ σει­ρά τῶν Βυ­ζαν­τι­νῶν Ἱ­στο­ρι­κῶν (ἔκδ. β΄, Βε­νε­τί­α 1729, τόμ. Ι – ΧΙΙ).