1. Ξυ­λό­γλυ­πτα

Τό ξύ­λι­νο τέμ­πλο τοῦ κυ­ρί­ως να­οῦ τοῦ κα­θο­λι­κοῦ καί τά ἕ­ξι προ­σκυ­νη­τά­ρια (τέσ­σε­ρα στόν κυ­ρί­ως να­ό καί δύ­ο στή λι­τή) ἀ­πο­τε­λοῦν ἀ­ρι­στουρ­γή­μα­τα ξυ­λο­γλυ­πτι­κῆς μέ τόν ἀ­φάν­τα­στο πλοῦ­το καί τήν ποι­κι­λί­α τῆς δι­α­κό­σμη­σης, τῶν σχη­μά­των καί θε­μά­των ,τούς ἐ­πι­τυ­χη­μέ­νους συν­δυα­σμούς καί τή λε­πτό­τη­τα­α καί τε­λει­ό­τη­τα τῆς ἐ­κτέ­λε­σης. Βλα­στοί μέ φύλ­λα καί ἄν­θη, κλη­μα­τί­δες μέ στα­φύ­λια, ρό­δα­κες, ἄγ­γε­λοι, πτη­νά, λέ­ον­τες, δρά­κον­τες κ.ἄ. συμ­πλη­ρώ­νουν ἕ­να θαυ­μα­στό δι­α­κο­σμη­τι­κό σύ­νο­λο. Ἐ­πι­χρυ­σω­μέ­να κα­θώς εἶ­ναι ὅ­λα αὐ­τά, λάμ­πουν καί ἐν­τυ­πω­σιά­ζουν μέ τήν ἐ­πι­βλη­τι­κό­τη­τα καί με­γα­λο­πρέ­πειά τους.

Τό πά­νω ἀ­πό τήν ὡ­ραί­α πύ­λη τμῆ­μα τοῦ τέμ­πλου εἶ­α­νι τό πα­λαι­ό­τε­ρο, ὅ­πως μαρ­τυ­ρεῖ ἡ σέ σχῆ­μα Π ξυ­λό­γλυ­πτη ἐ­πι­γρα­φή του τοῦ ἔ­τους 1634-35. Ἔ­χει κα­τα­σκευα­σθεῖ «διά χει­ρός κυ­ροῦ Ἰ­ω­άν­νη». Τόν Αὔ­γου­στο τοῦ 1791, σύμ­φω­να μέ τή γρα­πτή ἐ­πι­γρα­φή πά­νω ἀ­πό τήν ὡ­ραί­α πύ­λη καί μέ ἄλ­λη ἐ­πί­σης γρα­πτή ἐ­πι­γρα­φή στή δε­ξιά ἄ­κρη τοῦ τέμ­πλου καί πρός τά ἐ­πά­νω, μέ πρω­το­βου­λί­α τοῦ ἐ­πι­σκό­που Στα­γῶν Πα­ϊ­σί­ου τοῦ Κλει­νο­βί­τη (1784, 12 Μα­ΐ­ου – 1808) καί τοῦ ἡ­γου­μέ­νου τῆς μο­νῆς, τοῦ γνω­στοῦ «μου­σι­κω­τά­του» καί «ψάλ­του» Παρ­θε­νί­ου Ὀρ­φί­δη, ἀ­να­και­νί­στη­κε τό τέμ­πλο καί ἀν­τι­κα­τα­στά­θη­κε κα­τά τό με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος του, πού προ­φα­νώς εἶ­χε φθα­ρεῖ. Τό νέ­ο τέμ­πλο ἐ­τε­χνούρ­γη­σαν οἱ Ἠ­πει­ρῶ­τες μα­στό­ροι Κων­σταν­τί­νος ἀ­πό τό Λι­νο­τό­πι καί Κώ­στας ἀ­πό τό Μέ­τσο­βο.

Πο­λύ κα­λῆς τέ­χνης ξυ­λό­γλυ­πτα τέμ­πλα, χω­ρίς ἐ­πι­χρύ­σω­μα ὅ­μως, εἶ­ναι καί ἐ­κεῖ­να τῶν πα­ρεκ­κλη­σί­ων, τῶν Ἁ­γί­ων Κων­σταν­τί­νου καί Ἑ­λέ­νης καί τοῦ Τι­μί­ου Προ­δρό­μου. Ἔ­χουν κι αὐ­τά πλού­σια δι­α­κό­σμη­ση (ἄν­θη, φύλ­λα, κλη­μα­τί­δες μέ στα­φύ­λια, ἄγ­γε­λοι καί ἄλ­λες μορ­φές ἁ­γί­ων, πτη­νά, δι­κέ­φα­λοι ἀ­ε­τοί, δρά­κον­τες) πού δι­α­κρί­νε­ται γιά τήν τε­λει­ό­τη­τα τῆς ἐ­κτέ­λε­σης καί τήν ἀ­ρι­στο­τε­χνι­κή ἀ­πό­δο­ση τῆς λε­πτο­μέ­ρειας. Φαί­νε­ται ὅ­τι καί τά δύ­ο κα­τα­σκευ­ά­στη­καν κα­τά τά τέ­λη τοῦ ΙΗ΄ αἰ­ώ­να, ἐ­πί τῆς ἡ­γου­με­νεί­ας τοῦ δρα­στή­ριου Παρ­θε­νί­ου, τοῦ ὁ­ποί­ου τό ὄ­νο­μα ἀ­να­γρά­φε­ται σέ εἰ­κό­νες καί τῶν δύ­ο τέμ­πλων.

Πα­λιό ξύ­λι­νο προ­σκυ­νη­τά­ρι τοῦ κυ­ρί­ως να­οῦ, πλού­σια καί καλ­λι­τε­χνι­κά δι­α­κο­σμη­μέ­νο μέ ἔν­θε­τες πα­ρα­στά­σεις ἀ­πό φίλ­ντι­σι (γε­ω­με­τρι­κά ρομ­βο­ει­δή σχή­μα­τα, ἄν­θη μέ τούς μί­σχους καί τά φύλ­λα τους μέ­σα σέ ἀν­θο­δο­χεῖ­α, κυ­πα­ρισ­σά­κια κ.ἄ.) κα­τα­σκευ­ά­στη­κε, σύμ­φω­να μέ ἔν­θε­τη ἐ­πί­σης ἀ­πό φίλ­ντι­σι ἐ­πι­γρα­φή του, «ἐ­πί προ­έ­δρου Παρ­θε­νί­ου Ὀρ­φί­δου ἡ­γου­μέ­νου τε τῆς μο­νῆς Με­τε­ώ­ρου». Τῆς ἴ­διας ἀ­κρι­βῶς τε­χνο­τρο­πί­ας καί ἀ­πό τά ἴ­δια ὑ­λι­κά εἶ­ναι καί τρί­α ξύ­λι­να ἀ­να­λό­για (δύ­ο στόν κυ­ρί­ως να­ό καί ἕ­να στό πα­ρεκ­κλή­σι τῶν Ἁ­γί­ων Κων­σταν­τί­νου καί Ἑ­λέ­νης). Ὅ­λα μα­ζί πρέ­πει νά πα­ραγ­γέλ­θη­καν ἀ­πό τόν ἡ­γού­με­νο Παρ­θέ­νιο στό ἴ­διο ἐρ­γα­στή­ρι καί νά κα­τα­σκευ­ά­στη­καν ἀ­πό τούς ἴ­διους τε­χνί­τες.

Σπου­δαῖ­ο ἔρ­γο ξυ­λο­γλυ­πτι­κῆς καί ἔν­θε­της δι­α­κό­σμη­σης ἀ­πό φίλ­ντι­σι εἶ­ναι καί ὁ ἡ­γου­με­νι­κός θρό­νος τοῦ κυ­ρί­ως να­οῦ. Σύμ­φω­να μέ τήν ἔν­θε­τη ἐ­πί­σης ἀ­πό φίλ­ντι­σι ἐ­πι­γρα­φή του, ἀ­πο­τε­λεῖ κτῆ­μα «τῆς ἁ­γί­ας καί σε­βα­σμί­ας καί βα­σι­λι­κῆς μο­νῆς τοῦ Με­τε­ώ­ρου καί πνευ­μα­τι­κοῦ πα­τρός Γε­ρα­σί­μου», τοῦ τό­τε ἡ­γου­μέ­νου˙ κα­τα­σκευ­ά­στη­κε τό ἔ­τος 1617 μέ ἔ­ξο­δα («κό­που πλη­ρω­τής») τοῦ Χρυ­σάν­θου, κά­ποι­ου ἱ­ε­ρο­μο­νά­χου ἤ μο­να­χοῦ τῆς μο­νῆς προ­φα­νῶς. Φέ­ρει πλού­σια καί λε­πτή καλ­λι­τε­χνι­κή ἔν­θε­τη ἀ­πό φίλ­ντι­σι δι­α­κό­σμη­ση˙ μι­κρά πτη­νά καί ζῶ­α, βλα­στοί μέ ἄν­θη καί φύλ­λα. Στά θω­ρά­κια τῶν δύ­ο πλα­γί­ων πλευ­ρῶν κλη­μα­τί­δα μέ στα­φύ­λια, δύ­ο ἀν­τω­ποί λέ­ον­τες κά­τω καί δύ­ο ἀν­τω­πά που­λιά ἐ­πά­νω. Στήν πλά­τη τοῦ θρό­νου κα­λῆς τέ­χνης μι­κρο­σκο­πι­κή εἰ­κό­να (δια­στ. 0,16 Χ 0,17), σάν μι­κρο­γρα­φί­α, τοῦ Χρι­στοῦ ἔν­θρο­νου, μέ­σα σέ ὀρ­θο­γώ­νιο πλαί­σιο. Ἡ ὀ­ρο­φή τοῦ θρό­νου ἀ­πο­μι­μεῖ­ται τόν οὐ­ρα­νό καί εἶ­ναι κα­τά­στι­κτη ἀ­πό ἔν­θε­τους φιλ­ντι­σέ­νιους ἀ­στέ­ρες.

Ἄ­ξιοι ἰ­δι­αί­τε­ρης προ­σο­χῆς οἱ ξυ­λό­γλυ­πτοι σταυ­ροί πού ἐ­κτί­θεν­ται στίς προ­θῆ­κες τοῦ μου­σεί­ου τῆς μο­νῆς. Ὁ πα­λι­ό­τε­ρος ἀ­π’ αὐ­τούς, τοῦ ἔ­τους 1594/95, «ἐ­τε­λει­ώ­θη… διά χει­ρός κύρ Ἰ­ω­άν­νου τοῦ Φράγ­γε, ἐκ χώ­ρας Δο­με­νί­κου… διά συν­δρο­μῆς καί κό­που Ἰ­σα­άκ ἱ­ε­ρο­μο­νά­χου τῆς βα­σι­λι­κῆς μο­νῆς τοῦ Με­τε­ώ­ρου». Φέ­ρει με­ταλ­λι­κή ἐ­πέν­δυ­ση μέ ἡ­μι­πο­λύ­τι­μους λί­θους καί ἔ­χει δια­στ. 0,34 (καί 0,23 χω­ρίς τή λα­βή) Χ 0,11 μ. Στή μί­α ὄ­ψη εἶ­ναι σκα­λι­σμέ­νες ὀ­κτώ συν­θέ­σεις μέ τή Σταύ­ρω­ση στό κέν­τρο καί ἰ­σά­ριθ­μες στήν ἄλ­λη ὄ­ψη μέ κεν­τρι­κή πα­ρά­στα­ση τή Γέν­νη­ση τοῦ Χρι­στοῦ.

Θαῦ­μα ὅ­μως ὑ­πο­μο­νῆς καί ἐιπ­δε­ξι­ό­τη­τας εἶ­ναι οἱ τρεῖς ξυ­λό­γλυ­πτοι σταυ­ροί τοῦ ἱ­ε­ρο­δι­α­κό­νου Δα­νι­ήλ, «ἐκ τῆς Ἁ­γί­ας Ἄν­νης», ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νοι ἀ­πό τόν ἴ­διο στή Μο­νή τοῦ Με­τε­ώ­ρου «νά ’­ναι ὀ­λόρ­θοι εἰς τήν ἁ­γί­αν τρά­πε­ζαν τοῦ βή­μα­τος». Ὁ ἕ­νας ἀ­π’ αὐ­τούς ἔ­χει καί τή χρο­νο­λο­γί­α κα­τα­σκευ­ῆς του: 1609/10. Οἱ δύ­ο φέ­ρουν ἀ­φι­ε­ρω­τι­κές ἐ­πι­γρα­φές μέ τό ὄ­νο­μα τοῦ Δα­νι­ήλ. Ὁ τρί­τος, χω­ρίς ἐ­πι­γρα­φή, ἀ­πο­δί­δε­ται μέ βε­βαι­ό­τη­τα, λό­γω τῆς τε­χνο­τρο­πί­ας του, στόν ἴ­διο κα­τα­σκευα­στή. Καί οἱ τρεῖς ἔ­χουν τήν ἴ­δια λε­πτή κα­τερ­γα­σί­α, τίς ἴ­δι­ες πε­ρί­που πα­ρα­στά­σεις καί ἀ­πο­τε­λοῦν πραγ­μα­τι­κά ἀ­ρι­στουρ­γή­μα­τα ξυ­λο­γλυ­πτι­κῆς καί μι­κρο­τε­χνί­ας.

Ὁ με­γα­λύ­τε­ρος ἀ­π’ αὐ­τούς ἔ­χει δια­στ. 0,91 (καί 0,64 χω­ρίς τή λα­βή) Χ 0,40 μ. Στή μί­α ὄ­ψη ἔ­χει ἕν­δε­κα συν­θέ­σεις μέ κυ­ρί­αρ­χη τή Σταύ­ρω­ση˙ οἱ ὑ­πό­λοι­πες εἶ­ναι: ἡ Βα­ϊ­ο­φό­ρος, ἡ Ἀ­νά­λη­ψη τοῦ Χρι­στοῦ, ἡ Πεν­τη­κο­στή, ἡ Κοί­μη­ση τῆς Θε­ο­τό­κου, ἡ Ἁ­γί­α Τριά­δα μέ τή γνω­στή πα­ρά­στα­ση τῆς Φι­λο­ξε­νί­ας, ἡ Ὕ­ψω­ση τοῦ Τι­μί­ου Σταυ­ροῦ, ἡ Ἀ­νά­στα­ση τοῦ Χρι­στοῦ, ἡ Ψη­λά­φη­ση τοῦ Θω­μᾶ, οἱ Μυ­ρο­φό­ρες, ὁ Δα­νι­ήλ στό λάκ­κο τῶν λε­όν­των. Στήν ἄλ­λη ὄ­ψη πά­λι ἕν­δε­κα συν­θέ­σεις μέ κεν­τρι­κή τή Γέν­νη­ση τοῦ Χρι­στοῦ˙ οἱ ὑ­πό­λοι­πες εἶ­ναι: ὁ Εὐ­αγ­γε­λι­σμός τῆς Θε­ο­τό­κου, ἡ Με­τα­μόρ­φω­ση τοῦ Σω­τῆ­ρος, τό θαῦ­μα τοῦ Τυ­φλοῦ, ἡ ἔ­γερ­ση τοῦ Λα­ζά­ρου, οἱ Τρεῖς Παῖ­δες στήν κά­μι­νο, ἡ Εἴ­σο­δος τῆς Θε­ο­τό­κου, ἡ Ὑ­πα­παν­τή, ἡ Βά­πτι­ση τοῦ Χρι­στοῦ, ἡ Με­σο­πεν­τη­κο­στή, ἡ Κλῖ­μαξ. Στό δι­α­κο­σμη­τι­κό πλαί­σιο τοῦ κά­τω μέ­ρους τῆς κα­τα­κό­ρυ­φης κε­ραί­ας τοῦ σταυ­ροῦ, ἀ­ρι­στε­ρά καί δε­ξιά, πο­λυ­πρό­σω­πη σύν­θε­ση: «Ἐκ τῆς Ρί­ζης τοῦ Ἰ­εσ­σαί». Ὁ μι­κρό­τε­ρος ἀ­πό τούς τρεῖς σταυ­ρούς (0,47 Χ 0,165) ἔ­χει καί με­ταλ­λι­κό δέ­σι­μο μέ 23 ἡ­μι­πο­λύ­τι­μους ἔν­θε­τους λί­θους. Στήν ἐ­πι­γρα­φή ἀ­να­φέ­ρε­ται καί ὁ με­ταλ­λο­τε­χνί­της: «Ἐκ χει­ρός Θω­μᾶ τοῦ Πα­πα­στα­μά­τη ἐκ Τρίκ­κης».

Ἐν­δι­α­φέ­ρου­σα, τέ­λος, ξυ­λό­γλυ­πτη καί πο­λύ­χρω­μη δι­α­κό­σμη­ση, ἡ ὁ­ποί­α θυ­μί­ζει πα­ρό­μοι­α θέ­μα­τα τῶν ἀρ­χον­τι­κῶν τῆς Σι­ά­τι­στας καί τῶν Ἀμ­πε­λα­κί­ων, ἔ­χει μι­κρή κα­σέ­λα πού φυ­λάσ­σε­ται σή­με­ρα στό μου­σεῖ­ο.

2. Χρυ­σο­κέν­τη­τα

Πλού­σια καί πο­λύ ἀ­ξι­ό­λο­γη εἶ­ναι καί ἡ συλ­λο­γή χρυ­σο­κέν­τη­των ὑ­φα­σμά­των, πού φυ­λάσ­σον­ται στό μου­σεῖ­ο. Ἀ­νά­με­σα σ’ αὐ­τά: χρυ­σο­κέν­τη­τη πο­διά – κά­λυμ­μα ἁ­γί­ας τρα­πέ­ζης, ΙΔ΄ αἰ., ἀ­φι­έ­ρω­μα, κα­τά τήν πα­ρά­δο­ση, τῆς Μα­ρί­ας Ἀγ­γε­λί­νας, ἀ­δελ­φῆς τοῦ δεύ­τε­ρου κτί­το­ρα τῆς μο­νῆς ὁ­σί­ου Ἰ­ω­ά­σαφ˙ χρυ­σο­κέν­τη­τοι ἀ­έ­ρες σέ πορ­φυ­ρό ὕ­φα­σμα, χρυ­σο­κέν­τη­τοι σταυ­ροί ἀ­πό ὠ­μο­φό­ριο ΙΔ΄ (;) αἰ., μέ τήν πα­ρά­στα­ση τῆς Σταύ­ρω­σης ὁ ἕ­νας, τῆς Με­τα­μόρ­φω­σης ὁ ἄλ­λος˙ ἐ­πι­μά­νι­κα (τρί­α ζεύ­γη), ΙΣΤ΄-ΙΗ΄ αἰ., μέ χρυ­σο­κέν­τη­τες πα­ρα­στά­σεις ἀγ­γέ­λων˙ χρυ­σο­κέν­τη­τα ἐ­πι­τρα­χή­λια ΙΔ΄/ΙΕ΄ αἰ., μέ πα­ρα­στά­σεις ἀγ­γέ­λων, τῆς Πα­να­γί­ας, τοῦ Προ­δρό­μου καί ἱ­ε­ραρ­χῶν (Μεγ. Βα­σι­λεί­ου, ἁγ. Γρη­γο­ρί­ου Θε­ο­λό­γου, ἁγ. Ἰ­ω. Χρυ­σο­στό­μου, ἁγ. Νι­κο­λά­ου)˙ κεν­τη­τή καί ἐ­νε­πί­γρα­φη ζώ­νη, μέ χρο­νο­λο­γί­α 1794, τοῦ ἐ­πι­σκό­που Στα­γῶν Πα­ϊ­σί­ου τοῦ Κλει­νο­βί­τη. Ξε­χω­ρι­στή ση­μα­σί­α γιά τήν ἱ­στο­ρί­α τῆς μο­νῆς ἔ­χει ἡ χρυ­σο­ποί­κιλ­τη καί χρυ­σο­κέν­τη­τη, πά­νω σέ βε­λοῦ­δο, μί­τρα τοῦ ἡ­γου­μέ­νου Συ­με­ών (μέ­σα ΙΣΤ΄ αἰ.), πού θε­ω­ρεῖ­ται ὡς τρί­τος κτί­το­ρας τῆς μο­νῆς.

Ἰ­δι­αί­τε­ρος λό­γος ἀ­ξί­ζει νά γί­νει γιά τούς δύ­ο χρυ­σο­κέν­τη­τους ἐ­πι­τα­φί­ους. Ὁ ἕ­νας, τῶν πα­λαι­ο­λό­γει­ων χρό­νων (ΙΔ΄ αἰ.), κεν­τη­μέ­νος σέ ὁ­λο­ση­ρι­κό πορ­φυ­ρό ὕ­φα­σμα, ἔ­χει δι­α­στά­σεις 1,70 Χ 1,16 μ. Στό κέν­τρο δε­σπό­ζει, σέ με­γά­λο μέ­γε­θος, ἡ πα­ρά­στα­ση τοῦ νε­κροῦ Χρι­στοῦ ξα­πλω­μέ­νου, πού κα­τα­λαμ­βά­νει ὅ­λο σχε­δόν τό μῆ­κος τοῦ ὑ­φά­σμα­τος. Τόν πλαι­σι­ώ­νουν ἄγ­γε­λοι μέ ρι­πί­δια, ἑ­ξα­πτέ­ρυ­γα χε­ρου­βίμ καί πο­λυ­όμ­μα­τα σε­ρα­φίμ. Στίς γω­νί­ες τά σύμ­βο­λα τῶν τεσ­σά­ρων εὐ­αγ­γε­λι­στῶν: ὁ ἄγ­γε­λος τοῦ Ματ­θαί­ου, ὁ λέ­ων τοῦ Μάρ­κου, ὁ ἀ­ε­τός τοῦ Ἰ­ω­άν­νη, ὁ βοῦς τοῦ Λου­κᾶ. Ὁ κε­νός χῶ­ρος τοῦ ὑ­φά­σμα­τος γε­μί­ζει μέ μι­κρούς καί κα­νο­νι­κούς ἑ­ξά­κτι­νους ρό­δα­κες, κεν­τη­μέ­νους μέ χρυ­σή κλω­στή. Ἡ βε­λο­νιά, λε­πτή καί ἀ­ρι­στο­τε­χνι­κή παν­τοῦ, καί τά δι­ά­φο­ρα χρώ­μα­τα τῆς κλω­στῆς (χρυ­σή, ἀ­ση­μέ­νια, μπλέ, κί­τρι­νη, κα­φε­τιά), σχη­μα­τί­ζουν ζω­γρα­φι­κές πα­ρα­στά­σεις καί ἀ­πο­δί­δουν ὅ­λες τίς λε­πτο­μέ­ρει­ες καί ἀ­πο­χρώ­σεις. Ἡ σύν­θε­ση, ὀ­λι­γο­πρό­σω­πη καί λι­τή, το­νί­ζει καί ἐ­ξαί­ρει μέ συγ­κλο­νι­στι­κές λε­πτο­μέ­ρει­ες τό ἄ­ψυ­χο, ἀ­κι­νη­το­ποι­η­μέ­νο καί ἄ­καμ­πτο σῶ­μα τοῦ Θε­αν­θρώ­που μέ τήν οὐ­ρά­νια γλυ­κύ­τη­τα στό πρό­σω­πό του. Τά πρό­σω­πα τῶν ἀγ­γέ­λων, μα­ζί μέ τή συγ­κρα­τη­μέ­νη θλί­ψη, ἀ­πο­πνέ­ουν καί αὐ­τά γλυ­κύ­τη­τα, εὐ­γέ­νεια καί ἠ­ρε­μί­α. Ὁ ἐ­πι­τά­φιος πλαι­σι­ώ­νε­ται στίς τέσ­σε­ρις πλευ­ρές του μέ χρυ­σο­κέν­τη­τη τή γνω­στή λει­τουρ­γι­κή ἐ­πι­γρα­φή, σέ ἕ­ξι δε­ξα­πεν­τα­σύλ­λα­βους στί­χους: «Τήν φο­βε­ράν σου, βα­σι­λεῦ, Δευ­τέ­ραν Πα­ρου­σί­αν/ πί­στει καί πό­θῳ προσ­δο­κῶ…».

Ὁ δεύ­τε­ρος ἐ­πι­τά­φιος, τοῦ ἔ­τους 1620/21, εἶ­ναι κεν­τη­μέ­νος σέ πρά­σι­νο ὁ­λο­ση­ρι­κό ὕ­φα­σμα καί ἔ­χει δι­α­στά­σεις 0,98 (0,81) Χ 0,75 (0,58). Στό κέν­τρο κυ­ρια­ρχεῖ ἡ πα­ρά­στα­ση τοῦ νε­κροῦ Χρι­στοῦ ξα­πλω­μέ­νου. Μέ πλα­στι­κό­τη­τα ἀ­πο­δί­δον­ται οἱ ἐ­πι­φά­νει­ες τοῦ ἄ­ψυ­χου σώ­μα­τος τοῦ Ἰ­η­σοῦ. Δε­ξιά, ἡ Πα­να­γί­α ἀ­κουμ­πᾶ μέ θλί­ψη καί στορ­γή τό κε­φά­λι της πά­νω στό νε­κρό παι­δί της. Πά­νω ἀ­πό τό σῶ­μα τοῦ Χρι­στοῦ θρη­νοῦν ἡ Μάρ­θα, ἡ Μα­ρί­α καί ἡ Μα­γδα­λη­νή. Ἡ θλί­ψη καί ἡ ψυ­χι­κή ὀ­δύ­νη, πού ἀ­πο­τυ­πώ­νον­ται ἀ­ρι­στο­τε­χνι­κά στά πρό­σω­πα τῆς Πα­να­γί­ας καί τῶν ἄλ­λων τρι­ῶν γυ­ναι­κῶν, εἶ­ναι συγ­κρα­τη­μέ­νες καί το­νί­ζουν πε­ρισ­σό­τε­ρο τό ἐ­σω­τε­ρι­κό πά­θος.

Τήν ὅ­λη σύν­θε­ση συμ­πλη­ρώ­νουν κεν­τη­τές πα­ρα­στά­σεις ἀγ­γέ­λων καί τῶν ἀρ­χαγ­γέ­λων Μι­χα­ήλ καί Γα­βρι­ήλ, τῶν τεσ­σά­ρων προ­φη­τῶν Δα­βίδ, Ἱ­ε­ρε­μί­α, Ἠ­σα­ΐ­α καί Μω­υ­σῆ, καί τῶν συμ­βό­λων τῶν τεσ­σά­ρων εὐ­αγ­γε­λι­στῶν στίς γω­νί­ες. Στήν κά­τω πλευ­ρά, κεν­τη­τή ἐ­πι­γρα­φή μέ χρυ­σή καί κόκ­κι­νη κλω­στή ἀ­να­φέ­ρει ὅ­τι ὁ ἐ­πι­τά­φιος κεν­τή­θη­κε τό 1620/21 μέ ἔ­ξο­δα τῶν μο­να­χῶν Τα­τια­νῆς, Μα­κα­ρί­ας, Μα­να­σί­ας καί Συγ­κλη­τι­κῆς. Οἱ τέσ­σε­ρις πλευ­ρές τοῦ ἐ­πι­τα­φί­ου πλαι­σι­ώ­νον­ται μέ χρυ­σο­κέν­τη­τη τή γνω­στή λει­τουρ­γι­κή ἔμ­με­τρη ἐ­πι­γρα­φή «Τήν φο­βε­ράν σου, βα­σι­λεῦ, ὅ­μως ἐ­δῶ καί πο­λύ ἀ­νορ­θό­γρα­φη. Με­τα­ξω­τή, τέ­λος, ται­νί­α πορ­φυ­ροῦ χρώ­μα­τος, μέ ὡ­ραῖ­α χρυ­σο­κέν­τη­τα συμ­με­τρι­κά ἐ­πα­να­λαμ­βα­νό­με­να κο­σμή­μα­τα, πε­ρι­βάλ­λει τόν ὅ­λο ἐ­πι­τά­φιο.

3. Ἀρ­γυ­ρά

Πλού­σια εἶ­ναι καί ἡ συλ­λο­γή τῶν ἔρ­γων ἀρ­γυ­ρο­χο­ΐ­ας, πού χρο­νο­λο­γοῦν­ται σέ δι­ά­φο­ρες ἐ­πο­χές (ΙΣΤ΄ - ΙΘ΄ αἰ.) καί φέ­ρουν δι­ά­φο­ρες πα­ρα­στά­σεις ἁ­γί­ων καί ἄλ­λα δι­α­κο­σμη­τι­κά θέ­μα­τα. Εἶ­ναι ἀ­πο­κλει­στι­κά σχε­δόν λει­ψα­νο­θῆ­κες, ἀ­φοῦ ἡ Μο­νή τοῦ Με­γά­λου Με­τε­ώ­ρου ἔ­χει ἀ­πο­θη­σαυ­ρί­σει καί φυ­λάσ­σει ὡς ἱ­ε­ρά σε­βά­σμα­τα τά τί­μια λεί­ψα­να πολ­λῶν καί σπου­δαί­ων ἁ­γί­ων τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας.

Ἰ­δι­αί­τε­ρη ὅ­μως ση­μα­σί­α γιά τή μο­νή ἔ­χουν οἱ κά­ρες τῶν ὁ­σί­ων κτι­τό­ρων της, πού φυ­λάσ­σον­ται μέ­σα σέ ἀρ­γυ­ρές καί πλού­σια δι­α­κο­σμη­μέ­νες λει­ψα­νο­θῆ­κες. Καί οἱ δύ­ο λει­ψα­νο­θῆ­κες δι­α­κο­σμοῦν­ται γύ­ρω-γύ­ρω, κα­τά δι­α­φο­ρε­τι­κό τρό­πο ἡ κά­θε μί­α, μέ ἐ­πα­να­λαμ­βα­νό­με­να συμ­με­τρι­κά θέ­μα­τα καί ἀγ­γέ­λους. Ἡ λει­ψα­νο­θή­κη τῆς κά­ρας τοῦ ὁ­σί­ου Ἀ­θα­να­σί­ου κα­τα­σκευ­ά­στη­κε, σύμ­φω­να μέ τήν ἐ­πι­γρα­φή της, στίς 15 Μαρ­τί­ου τοῦ 1805˙ στό κυ­κλι­κό ἐ­πά­νω κά­λυμ­μα ἔ­κτυ­πη ἡ προ­το­μή τοῦ ὁ­σί­ου. Ἡ λει­ψα­νο­θή­κη τοῦ ἄλ­λου κτί­το­ρα, τοῦ ὁ­σί­ου Ἰ­ω­ά­σαφ, κα­τα­σκευ­ά­στη­κε, ὅ­πως μαρ­τυ­ρεῖ ἡ ἐ­πι­γρα­φή της, τό 1789˙ καί ἐ­δῶ τό κυ­κλι­κό κά­λυμ­μα φέ­ρει ἔ­κτυ­πη τήν προ­το­μή τοῦ ὁ­σί­ου. Φυ­λάσ­σον­ται στή λι­τή τοῦ κα­θο­λι­κοῦ τῆς μο­νῆς, σέ προ­θή­κη πά­νω ἀ­πό τόν τά­φο τῶν δύ­ο κτι­τό­ρων.

Ἀ­πό τίς πολ­λές ἄλ­λες ἀρ­γυ­ρές καί πε­ρί­τε­χνα δι­α­κο­σμη­μέ­νες λει­χα­νο­θῆ­κες ἀ­να­φέ­ρο­με τή λει­ψα­νο­θή­κη τῆς κάρς τοῦ Ἁγ. Ἰ­ω­άν­νου τοῦ ἐ­λε­ή­μο­νος, ἔτ. 1614˙ τῆς κά­ρας τοῦ Ἁγ. Ἰ­ω­άν­νου τῆς Κλί­μα­κος, ἔτ. 1617˙ ἐ­πί­σης ἀρ­γυ­ρή θή­κη λει­ψά­νου τοῦ Ἁγ. Ἀν­δρέ­α Κρή­της μέ χρο­νο­λο­γί­α 1760 καί τό ὄ­νο­μα «τοῦ εὐ­τε­λοῦς χρυ­σο­χό­ου»: «Μί­σιος Κα­λα­ρί­της» (= ἀ­πό τούς Κα­λαρ­ρύ­τες τῆς Ἠ­πεί­ρου). Μνη­μο­νεύ­ο­με, τέ­λος, καί ἄλ­λη ἀρ­γυ­ρή θή­κη λει­ψά­νου τῆς χει­ρός τοῦ Μεγ. Βα­σι­λεί­ου, ἡ ὁ­ποί­α κα­τα­σκευ­ά­στη­κε τό 1794 «ἐ­πί ἡ­γου­μέ­νου Παρ­θε­νί­ου ἱ­ε­ρο­μο­νά­χου».

Ἐ­κτός ἀ­πό τίς λει­ψα­νο­θῆ­κες, ἀ­ξι­ό­λο­γοι εἶ­ναι καί οἱ τρεῖς μι­κροί ξύ­λι­νοι σταυ­ροί ἁ­για­σμοῦ μέ πε­ρί­τε­χνη με­ταλ­λι­κή ἀρ­γυ­ρή ἐ­πέν­δυ­ση.