Τό κα­θο­λι­κό τῆς Μο­νῆς Βαρ­λα­άμ εἶ­ναι ἕ­να τυ­πι­κό κομ­ψό κα­θο­λι­κό ἁ­γι­ο­ρει­τι­κοῦ τύ­που, μέ δι­κι­ό­νιο σταυ­ρο­ει­δή ἐγ­γε­γραμ­μέ­νο τόν κυ­ρί­ως να­ό, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­ρι­στε­ρά καί δε­ξιά φέ­ρει τίς χα­ρα­κτη­ρι­στι­κές ἀ­θω­νι­κές κόγ­χες, δη­λα­δή τούς χο­ρούς. Τοῦ κυ­ρί­ως να­οῦ προ­η­γεῖ­ται εὐ­ρύ­χω­ρος ἐ­σω­νάρ­θη­κας (λι­τή) μέ ὡ­ραῖ­ο τροῦλ­λο στό κέν­τρο του, ἀ­νά­λο­γο μέ ἐ­κεῖ­νο τοῦ κυ­ρί­ως να­οῦ, στη­ρι­ζό­με­νο σέ τέσ­σε­ρις πεσ­σούς.

Ὁ κυ­ρί­ως να­ός, ὅ­πως μαρ­τυ­ρεῖ ἡ ἐ­πι­γρα­φή του (στό νό­τιο τοῖ­χο), τοι­χο­γρα­φή­θη­κε τό 1548. Δέν ἀ­να­γρά­φε­ται τό ὄ­νο­μα τοῦ ζω­γρά­φου, ὅ­μως ἡ τε­χνι­κή, τό χρῶ­μα, οἱ κι­νή­σεις καί ἡ δι­ά­τα­ξη τῶν μορ­φῶν καί τῶν σκη­νῶν, καί γε­νι­κό­τε­ρα τά τε­χνο­τρο­πι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά τῶν τοι­χο­γρα­φι­ῶν αὐ­τῶν, πού εἶ­ναι ἴ­δια μέ ἐ­κεῖ­να τῶν τοι­χο­γρα­φι­ῶν τοῦ πα­ρεκ­κλη­σί­ου τοῦ Ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου στή Μο­νή τῆς Με­γί­στης Λαύ­ρας (στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος), τό ὁ­ποῖ­ο ἁ­γι­ο­γρά­φη­σε (σύμ­φω­να μέ τήν ἐ­πι­γρα­φή του) στά 1560 ὁ Θη­βαῖ­ος ζω­γρά­φος Φράγ­κος Κα­τε­λά­νος, ἀ­πο­δί­δουν μέ βε­βαι­ό­τη­τα τήν ἁ­γι­ο­γρά­φη­ση τοῦ κυ­ρί­ως να­οῦ τῆς Μο­νῆς Βαρ­λα­άμ στόν ἴ­διο δι­ά­ση­μο καλ­λι­τέ­χνη. Στό Φράγ­κο Κα­τε­λά­νο ἀ­πο­δί­δε­ται ἐ­πί­σης, μέ βά­ση τε­χνο­τρο­πι­κά πά­λι κρι­τή­ρια, καί ἡ ἱ­στό­ρη­ση τοῦ κα­θο­λι­κοῦ τῆς Μο­νῆς τοῦ Ὁ­σί­ου Νι­κά­νο­ρα στή Ζά­βορ­δα τῶν Γρε­βε­νῶν.

Στόν τροῦλ­λο ἐ­πά­νω εἰ­κο­νο­γρα­φεῖ­ται ὁ Παν­το­κρά­το­ρας ὡς Δί­και­ος Κρι­τής, στό τύμ­πα­νο ἡ τι­μη­τι­κή χο­ρεί­α τῶν προ­φη­τῶν καί ἀγ­γέ­λων, στά σφαι­ρι­κά τρί­γω­να οἱ τέσ­σε­ρις εὐ­αγ­γε­λι­στές, ἀ­πό τούς ὁ­ποί­ους ὁ Λου­κᾶς πα­ρι­στά­νε­ται νά «ἱ­στο­ρεῖ» τήν εἰ­κό­να τῆς Θε­ο­τό­κου. Στίς δύ­ο πλευ­ρι­κές κόγ­χες, τούς χο­ρούς, τοῦ κυ­ρί­ως να­οῦ εἰ­κο­νί­ζον­ται ὁ­λό­σω­μοι στρα­τι­ω­τι­κοί ἅ­γιοι, ἐ­νῶ οἱ ψη­λό­τε­ρες ἐ­πι­φά­νει­ες τῶν τοί­χων εἶ­ναι κα­τά­γρα­φες μέ πο­λυ­πρό­σω­πες συν­θέ­σεις, παρ­μέ­νες ἀ­πό τή ζω­ή καί τό πά­θος τοῦ Κυ­ρί­ου κα­θώς καί ἀ­πό τό πά­θος τοῦ Κυ­ρί­ου κα­θώς καί ἀ­πό τό ἑ­ορ­το­λό­γιο γε­νι­κό­τε­ρα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Στό δυ­τι­κό τοῖ­χο, πά­νω ἀ­πό τήν εἴ­σο­δο, ἡ κα­θι­ε­ρω­μέ­νη πα­ρά­στα­ση τῆς Κοι­μή­σε­ως τῆς Θε­ο­τό­κου˙ στό κέν­τρο δε­σπό­ζουν τό ἄ­ψυ­χο σῶ­μα τῆς Πα­να­γί­ας πά­νω στή νε­κρι­κή κλί­νη καί ὁ Χρι­στός πού κρα­τά­ει τρυ­φε­ρά τήν ἀ­μό­λυν­τη ψυ­χή τῆς πά­να­γνης μη­τέ­ρας του˙ ἀ­ρι­στε­ρά καί δε­ξιά ἄγ­γε­λοι, οἱ ἀ­πό­στο­λοι καί ἱ­ε­ράρ­χες. Θαυ­μά­σια ἡ ἀ­πό­δο­ση καί με­μο­νω­μέ­νων μορ­φῶν ἁ­γί­ων, ὅ­πως τῶν γλυ­κύ­φθογ­γων με­λω­δῶν τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας Ἰ­ω­άν­νη Δα­μα­σκη­νοῦ καί Κο­σμᾶ τοῦ Μα­ϊ­ου­μᾶ.

Στούς ἀ­να­το­λι­κούς πεσ­σούς, στά πλά­για τοῦ τέμ­πλου, εἰ­κο­νί­ζον­ται ὁ­λό­σω­μοι ἀ­ρι­στε­ρά ἡ Πα­να­γί­α καί δε­ξιά ὁ Χρι­στός, πού μέ τά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά καί πλού­σια δι­α­κο­σμη­μέ­να φω­το­στέ­φα­νά τους θυ­μί­ζουν ἔν­το­να φο­ρη­τές εἰ­κό­νες, ὅ­πως συμ­βαί­νει καί μέ ἄλ­λες με­μο­νω­μέ­νες μορ­φές ἁ­γί­ων καί ἀρ­χαγ­γέ­λων (Ἰ­ω. Προ­δρό­μου, Ἀρ­χαγ­γέ­λου Μι­χα­ήλ κ.ἄ.). Στούς δυ­τι­κούς πεσ­σούς ἱ­στο­ροῦν­ται οἱ κτί­το­ρες τῆς μο­νῆς μέ τή μο­να­χι­κή τους πε­ρι­βο­λή, γε­μά­τοι εὐ­λά­βεια καί τα­πεί­νω­ση, ἀ­ρι­στε­ρά κά­τω ἀ­πό τήν Πα­να­γί­α ὁ Θε­ο­φά­νης, κρα­τών­τας, ὅ­πως συ­νη­θί­ζε­ται, καί προ­σφέ­ρον­τας πε­ρί­τε­χνο ὁ­μοί­ω­μα τοῦ κτί­σμα­τός τους, καί δε­ξιά κά­τω ἀ­πό τό Χρι­στό ὁ Νε­κτά­ριος.

Στήν κόγ­χη τοῦ ἱ­ε­ροῦ ἐν­τυ­πω­σιά­ζει ἡ ἐ­πι­βλη­τι­κή πα­ρά­στα­ση τῆς Πλα­τυ­τέ­ρας τῶν Οὐ­ρα­νῶν μέ τή λάμ­ψη τοῦ χρυ­σοῦ καί τῶν ἄλ­λων χρω­μά­των της καί τή γλυ­κύ­τη­τα στήν ἔκ­φρα­ση τοῦ προ­σώ­που της. Πιό κά­τω ἡ γε­μά­τη ἱ­ε­ρο­πρέ­πεια καί μυ­στι­κή κα­τά­νυ­ξη πα­ρά­στα­ση τῶν ἀγ­γέ­λων ὡς λει­τουρ­γῶν τοῦ Ὑ­ψί­στου.

Ἡ λαμ­πρή τοι­χο­γρά­φη­ση τοῦ κυ­ρί­ως να­οῦ τοῦ κα­θο­λι­κοῦ τῆς Μο­νῆς Βαρ­λα­άμ ἔ­χει ὅ­λα τά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά τῆς εἰ­κο­νο­γρα­φί­ας τοῦ Φράγ­κου Κα­τε­λά­νου, τήν ἀ­φη­γη­μα­τι­κή λε­πτο­μέ­ρεια καί ἀ­νά­λυ­ση τῶν ἱ­στο­ρι­κῶν γε­γο­νό­των στίς εἰ­κο­νο­γρα­φού­με­νες συν­θέ­σεις ἀ­πό τό ἕ­να μέ­ρος, καί τόν ἔν­το­νο ρε­α­λι­σμό ἀ­πό τό ἄλ­λο, δά­νει­ο ἴ­σως καί ἐ­πί­δρα­ση τῆς ἰ­τα­λι­κῆς τέ­χνης. Ὁ Φράγ­κος Κα­τε­λά­νος δέν μπό­ρε­σε βέ­βαι­α νά ἀ­πο­φύ­γει ἐν­τε­λῶς τήν ἐ­πί­δρα­ση τοῦ με­γά­λου Κρη­τι­κοῦ ζω­γρά­φου Θε­ο­φά­νη, ἀλ­λά, ὅ­πως πα­ρα­τη­ρεῖ ὁ Ἀ. Ξυγ­γό­που­λος, «τό ἔρ­γον του θά ἠ­δύ­να­το νά χα­ρα­κτη­ρι­σθῇ ὡς μί­α ἀν­τί­δρα­σις εἰς τόν γε­νι­κόν θαυ­μα­σμόν καί τήν, κα­τά τι­να τρό­πον, ὑ­πο­δού­λω­σιν εἰς τήν τέ­χνην τοῦ με­γά­λου Κρη­τός καλ­λι­τέ­χνου.

Δε­κα­ο­χτώ χρό­νια με­τά με­τά τήν ἱ­στό­ρη­ση τοῦ κυ­ρί­ως να­οῦ, στά 1566, σύμ­φω­να μέ τίς ἐ­πί­ση­μες ἐ­πι­γρα­φι­κές μαρ­τυ­ρί­ες, τοι­χο­γρά­φη­σαν τό νάρ­θη­κα (λι­τή)˙ τοῦ κα­θο­λι­κοῦ, μέ ἔ­ξο­δα τοῦ ἐ­πι­σκό­που Βελ­λᾶς Ἰ­ω­αν­νί­νων Ἀν­τω­νί­ου Ἀ­ψα­ρᾶ, οἱ αὐ­τά­δελ­φοι Θη­βαῖ­οι ἁ­γι­ο­γρά­φοι, ὁ Γε­ώρ­γιος ἱ­ε­ρέ­ας καί σα­κελ­λά­ριος Θη­βῶν καί ὁ Φράγ­κος. Οἱ δύ­ο αὐ­τοί ἀ­δελ­φοί ζω­γρά­φοι, ὅ­πως ἀ­πο­δει­κνύ­ουν οἱ κτι­το­ρι­κές ἐ­πι­γρα­φές ἐκ­κλη­σι­ῶν στά χω­ριά τῆς Ἠ­πεί­ρου Κρά­ψη καί Κλη­μα­τιά ἤ Βελ­τσί­τσα, ἔ­φε­ραν τό ἐ­πώ­νυ­μο Κον­τα­ρῆς. Τό να­ό τοῦ Ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου τῆς Κρά­ψης ἁ­γι­ο­γρά­φη­σαν ἀ­πό κοι­νοῦ οἱ ἀ­δελ­φοί Κον­τα­ρῆ­δες στά 1563, ἐ­νῶ τό να­ό τῆς Με­τα­μορ­φώ­σε­ως τοῦ Σω­τῆ­ρος τῆς Κλη­μα­τιᾶς μό­νος ὁ Φράγ­κος Κον­τα­ρῆς στά 1568.

Στήν κο­ρυ­φή τοῦ τρούλ­λου τοῦ νάρ­θη­κα κυ­ρια­ρχεῖ ἡ πα­ρά­στα­ση τοῦ Παν­το­κρά­το­ρα. Στόν ἀ­να­το­λι­κό τοῖ­χο ἡ πο­λυ­πρό­σω­πη σύν­θε­ση τῆς Δευ­τέ­ρας Πα­ρου­σί­ας μέ ὅ­λες τίς χα­ρα­κτη­ρι­στι­κές σκη­νές τῆς ἀ­δέ­κα­στης ἐ­κεί­νης Κρί­σης. Στό δυ­τι­κό τοῖ­χο ἡ ἐν­τυ­πω­σια­κή ἀλ­λη­γο­ρι­κή πα­ρά­στα­ση τοῦ ὅ­σιου ἀ­σκη­τῆ Σι­σώ­η, ὁ ὁ­ποῖ­ο θρη­νεῖ πά­νω ἀ­πό τόν ἀ­νοι­κτό τά­φο μέ τό γυ­μνό σκε­λε­τό τοῦ ἔν­δο­ξου στρα­τη­λά­τη καί κο­σμο­κα­τα­κτη­τῆ Με­γά­λου Ἀ­λε­ξάν­δρουμ συμ­βο­λί­ζει τή φι­λο­σο­φί­ας τῆς μα­ται­ό­τη­τας τῶν ἐγ­κο­σμί­ων καί τήν ἀ­δυ­σώ­πη­τη καί ἀ­να­πό­φευ­κτη μοί­ρα τοῦ θα­νά­του γιά κά­θε ἄν­θρω­πο ἀ­νε­ξαί­ρε­τα: «Πάν­τα μα­ται­ό­της τά ἀν­θρώ­πι­να ὅ­σα οὐχ ὑ­πάρ­χει με­τά θά­να­τον˙ οὐ πα­ρα­μέ­νει ὁ πλοῦ­τος, οὐ συ­νο­δεύ­ει ἡ δό­ξα˙ ἐ­πελ­θών γάρ ὁ θά­να­τος, πάν­τα ταῦ­τα ἐ­ξη­φά­νι­σται…».

Στό ἀ­να­το­λι­κό τμῆ­μα τοῦ νό­τιου τοί­χου εἰ­κο­νί­ζον­ται πά­νω ἀ­πό τόν τά­φο τους οἱ ὅ­σιοι κτί­το­ρες Νε­κτά­ριος καί Θε­ο­φά­νης, κρα­τών­τας ἀ­πό κοι­νοῦ ὁ­μοί­ω­μα τοῦ να­οῦ˙ τά αὐ­στη­ρά ἀ­σκη­τι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά καί ἡ ὑ­περ­κό­σμια γα­λή­νη το­νί­ζον­ται ἰ­ο­δι­αί­τε­ρα στίς ἐ­ξα­ϋ­λω­μέ­νες μορ­φές τους. Στούς ἀ­να­το­λι­κούς πεσ­σούς, ἀ­ρι­στε­ρά ἡ Πα­να­γί­α ἡ Με­σί­τρια καί Προ­στά­τις τῶν Χρι­στια­νῶν καί δε­ξιά ὁ Χρι­στός. Ὅ­λες οἱ λοι­πές ἐ­πι­φά­νει­ες τῶν τοί­χων εἶ­ναι κα­τά­γρα­φες μέ σκη­νές μαρ­τυ­ρί­ων, ὁ­λό­σω­μους ἁ­γί­ους, ὅ­σιους ἀ­σκη­τές κ.ἄ.

Ἐ­πι­γρα­φή πά­νω ἀ­πό τήν τοι­χο­γρα­φί­α τῆς Πα­να­γί­ας στό νάρ­θη­κα, ἀ­ρι­στε­ρά, μᾶς πλη­ρο­φο­ρεῖ ὅ­τι «ἐν ἔ­τει δέ Χρι­στοῦ ᾳψπ΄ [=1780] καί ᾳψπβ΄ [=1782] ἀ­νε­και­νί­σθη ἅ­πα­σα ἡ ἱ­στο­ρί­α τοῦ ἁ­γί­ου βή­μα­τος τοῦ κα­θο­λι­κοῦ καί νάρ­θη­κος τού­του διά συν­δρο­μῆς καί δα­πά­νης τοῦ τα­πει­νοῦ ἐ­πι­σκό­που Στα­γῶν Παρ­θε­νί­ου εἰς μνη­μό­συ­νον καί ψυ­χι­κήν αὐ­τοῦ σω­τη­ρί­αν». Πρό­κει­ται γιά τό γνω­στό λό­γιο καί δρα­στή­ριο ἐ­πί­σκο­πο Στα­γῶν Παρ­θέ­νιο (Μάρτ. 1751 - + 26 Μαρτ. 1784), ὁ ὁ­ποῖ­ος ὑ­πῆρ­ξε ἀ­δελ­φός τῆς μο­νῆς καί με­γά­λος εὐ­ερ­γέ­της καί δω­ρη­τής. Με­τα­ξύ τῶν ἄλ­λων δώ­ρι­σε στή μο­νή καί τό ἀ­ξι­ό­λο­γο προ­σω­πι­κό του ἀρ­χεῖ­ο κα­θώς καί τή βι­βλι­ο­θή­κη του. Μέ προ­σω­πι­κά του ἔ­ξο­δα ἔ­κτι­σε τόν ἐ­ξω­νάρ­θη­κα τοῦ κα­θο­λι­κοῦ, τόν ὁ­ποῖ­ο ἀ­πο­τε­λοῦ­σε στο­ά μέ κα­μά­ρες σέ δι­πλή σει­ρά, ὅ­πως ἀ­να­φέ­ρε­ται καί πε­ρι­γρά­φε­ται στό στι­χούρ­γη­μα τοῦ ἱ­ε­ρο­μο­νά­χου Γα­βρι­ήλ Ἁ­γι­α­μο­νί­τη (1786). Ὁ ἐ­ξω­νάρ­θη­κας αὐ­τός δι­α­τη­ρή­θη­κε, φαί­νε­ται, ὥς τό 1857, ὁ­πό­τε, ὅ­πως ἔ­δει­χνε ἐν­τοι­χι­σμέ­νη ἐ­πι­γρα­φή, ἀ­να­και­νί­στη­κε ἤ ἀ­να­κτί­στη­κε στό ἴ­διο σχέ­διο, καί τε­λι­κά ἀν­τι­κα­τα­στά­θη­κε ἀ­πό τό ση­με­ρι­νό ἐ­ξω­νάρ­θη­κα μέ τόν ξε­νώ­να στόν ἐ­πά­νω ὄ­ρο­φο, ἐ­πί μη­τρο­πο­λί­τη Τρίκ­κης καί Στα­γῶν Πο­λυ­κάρ­που [Θω­μᾶ] καί ἡ­γου­μέ­νου τῆς μο­νῆς Χρι­στο­φό­ρου Μά­η, ὅ­πως μαρ­τυ­ρεῖ μαρ­μά­ρι­νη ἐν­τοι­χι­σμέ­νη πλά­κα τοῦ ἔ­τους 1930.

Ἀ­ξι­ο­πρό­σε­κτο γιά τή λε­πτή καί πε­ρί­τε­χνη ἐ­πε­ξερ­γα­σί­α του εἶ­ναι τό ξυ­λό­γλυ­πτο ἐ­πι­χρυ­σω­μέ­νο τέμ­πλο τοῦ κυ­ρί­ως να­οῦ τοῦ κα­θο­λι­κοῦ, κα­θώς καί ὁ ἡ­γου­με­νι­κός θρό­νος καί τά δύ­ο ἀ­να­λό­για μέ πλού­σια καί ὡ­ραί­α δι­α­κό­σμη­ση ἀ­πό φίλ­ντι­σι˙ ἐ­πι­γρα­φή στό ἕ­να ἀ­πό αὐ­τά μᾶς πλη­ρο­φο­ρεῖ ὅ­τι κα­τα­σκευ­ά­στη­καν ἐ­πί ἐ­πι­σκό­που Στα­γῶν Πα­ϊ­σί­ου (τοῦ Κλει­νο­βί­τη, 1784-1808) καί ἡ­γου­μέ­νου τῆς μο­νῆς Ἀ­να­το­λί­ου.