Ἡ ἀ­πο­ψι­νή ἐκ­δή­λω­ση τοῦ συλ­λό­γου «Μετεώρων Λιθόπολις» στό ξεκίνημα τοῦ νέου ἔτους, μᾶς δί­δει τήν εὐ­και­ρί­α μιᾶς πο­λύ­τι­μης πνευ­μα­τι­κῆς συ­ναν­τή­σε­ως καί ἀ­να­στρο­φῆς μέ ἀ­δελ­φούς ἐν Κυ­ρί­ῳ ἀ­γα­πη­τούς καί ἀ­λη­θι­νούς φί­λους, πού μᾶς ἑ­νώ­νει ὁ κοι­νός μας πό­θος γιά τήν σω­τη­ρί­α μας, ἡ κοι­νή μας ἐ­πι­θυ­μί­α καί προ­σπά­θεια νά πλη­σι­ά­σου­με τόν Κύ­ριό μας Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό, νά Τόν γνω­ρί­σου­με ἀ­λη­θι­νά καί νά ἀ­πο­δε­χθοῦ­με τό θέ­λη­μά Του στήν ζω­ή μας.

Ἡ κοινή μας αὐτή πορεία καί προσπάθεια, ἀποκτᾶ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικά στίς μέρες μας, καθώς ἡ πίστη καί ἡ παράδοσή μας βάλλονται πανταχόθεν καί ἐπιχειρεῖται ἡ ἄμεση καί βίαιη ἀπορθοδοξοποίηση τῆς πατρίδος μας καί τοῦ λαοῦ μας. Ἐπιχειρεῖται καί ἐνεργεῖται καθημερινά ἡ ἀποδυνάμωση κάθε θεσμοῦ, κάθε συνεκτικοῦ κυττάρου καί κάθε ὑγιοῦς συστατικοῦ τῆς κοινωνίας μας, τῆς ἱ­στο­ρί­ας, τοῦ ἔθνους μας καί τῆς φυ­λῆς μας.

Γιά τόν λόγο αὐτό καί ἐπιλέξαμε ἀπόψε νά θέσουμε ὡς καθοδηγό μας στίς σκέψεις, πού θέλουμε νά μοιραστοῦμε μαζί σας, ἕναν ἀπό τούς πλέον χαρισματικούς καί βιωματικούς ἐκφραστές τῆς ἑλληνορθοδόξου παραδόσεώς μας, τόν κυρ-Φώτη τόν Κόντογλου, πού μέ τήν καυστική του πένα -ἐδῶ καί δεκαετίες- στιγμάτισε τήν ἀλλοτρίωση τῆς πατρίδος μας γράφοντας μέ διορατικότητα καί προφητικό λόγο, πού εἶναι ἀπόλυτα ἐπίκαιρος καί στίς μέρες μας.

Ἔγραφε χαρακτηριστικά:

«Λοιπόν, σήμερα βρισκόμαστε σὲ ἐλεεινὴ κατάσταση, κι ἂς μὴ τὸ λέμε, ζητώντας παρηγοριὰ στὴ φασαρία μιᾶς ψεύτικης ζωῆς. Ἡ ἀπιστία εἶναι θρονιασμένη μέσα στὴν καρδιά μας, καὶ γύρω της εἶναι τὰ παιδιά της, ἡ ἀπελπισία, ἡ πνευματικὴ νάρκη, ἡ ἀναισθησία, ὁ φόβος, ἡ ἀδιαφορία, ἡ ψευτοπαρηγοριά, ἡ μικρολογία, ἡ καχυποψία, τὸ συμφέρον, τὸ μῖσος, ἡ ἀσπλαχνία... Ποῦ νὰ βρεθεῖ κανένας νὰ πορεύεται στὴ ζωή του μ’ ἕναν ὑψηλὸν σκοπό, μὲ σταθερότητα καὶ ἐλπίδα! Σπάνιο πράγμα. Οἱ σημερινοὶ ἄνθρωποι ἔχουνε γίνει οἱ περισσότεροι κάποια πλάσματα ἄδεια ἀπὸ κάθε ζωντανὴ ἰδέα, ποὺ νὰ τοὺς κάνει νὰ ἀρμενίζουνε μέσα στὸ πέλαγος τῆς ζωῆς χαρούμενοι καὶ ζωηροί, σὰν τὸ καράβι ποὺ εἶναι φορτωμένο μὲ καλὸ φορτίο, καί, γεμάτο ἐλπίδα καὶ λαχτάρα, τραβᾶ κατὰ τὸ περιπόθητο λιμάνι, ἀνάμεσα σὲ ξέρες κι ἄγρια βραχόνησα»[1].

Ζοῦμε πραγματικά καί μέ τόν πιό ἔντονο τρόπο, ἕναν τεράστιο παραλογισμό, μία ἀνισορροπία, μία ἀντιστροφή καί μία διαστροφή τῶν πάντων. Καί δέν μιλοῦμε, βεβαίως, μόνον γιά τίς χριστιανικές ἀρχές καί ἀξίες, πού ὄχι μόνον καταπατοῦνται, ἀλλά καί συνειδητά καί συστηματικά ὑποβιβάζονται καί περιθωριοπ­­­οιοῦνται. Μιλοῦμε ἀκόμη καί γι’ αὐτό τό ἴδιο τό αὐτονόητο, γιά τήν κοινή λογική, γιά τό ἀντικειμενικά ἰσχύον καί τό κοινῶς ἀποδεκτό. Γιά τά στοιχειώδη δηλαδή, πού ἀκόμη καί αὐτά καταρρίπτονται καί ἔχουν πάψει νά ἰσχύουν πλέον, καθώς βρισκόμαστε συνεχῶς ἀντιμέτωποι μέ τό ὀξύμωρο καί τό ἀντιφατικό.

Γι’ αὐτό καί φτάσαμε στό σημεῖο, ὅπου ἡ ἀρετή χλευάζεται ὡς ὀπισθοδρομική, ἐνῶ ἡ ἁμαρτία ἐπαινεῖται· ἡ ἠθική καταπατᾶται ὡς ἀναχρονιστική, ἐνῶ ἡ ἀνηθικότητα προβάλλεται ὡς πρόοδος· ἡ τιμιότητα ἀπορρίπτεται ὡς ἀναποτελεσματική, ἐνῶ ἡ παρανομία τείνει νά καταστεῖ κοινός τόπος. Φτάσαμε στό σημεῖο τό ἀφύσικο νά θεωρεῖται ὡς φυσιολογικό καί τό παραβατικό ὡς νόμιμο.

Φτάσαμε στό σημεῖο ἡ διατήρηση πατροπαράδοτων ἀρχῶν καί ἀξιῶν νά θεωρεῖται ὀπισθοδρόμηση καί συντήρηση· ἡ παραδοχή τοῦ φυσιολογικοῦ καί παραδεδομένου νά θεωρεῖται ρατσισμός· ἡ ἀγάπη γιά τήν πατρίδα καί ὁ ἁγνός πατριωτισμός νά θεωροῦνται ἐθνικισμός καί ἡ ὑπεράσπιση τῆς ἐθνικῆς μας ταυτότητας καί αὐτοσυνειδησίας νά θεωρεῖται φανατισμός, φασισμός καί μισαλλοδοξία.

Ὁ ὁδοστρωτήρας τοῦ δῆθεν ἐκσυγχρονισμοῦ καί τῆς προόδου ἰσοπεδώνει στό βίαιο πέρασμά του κάθε στοιχεῖο τῆς ἱ­στο­ρι­κῆς ἀ­λή­θειας, τῆς ἱστορικῆς μας μνήμης, τῆς ἐθνικῆς μας συνειδήσεως, τῆς ἐθνικῆς μας συνοχῆς, τῆς ἐθνικῆς μας παιδείας. Πρό­κει­ται γιά μί­α συντονισμένη καί ἐ­νορ­χη­στρω­μέ­νη προ­σπά­θεια τῶν ἀρνητῶν τῆς πίστεως καί τῆς πατρίδος μας, τῶν ἀρνητῶν τῆς ἠθικῆς καί τῶν ἀξιῶν, πού τά τελευταῖα χρόνια ἔχει πλέον λάβει καί ἕναν ἐπίσημο χαρακτήρα, καθώς προβάλλεται μέ τόν πλέον πανηγυρικό τρόπο, ἀπό τήν συντεταγμένη πολιτεία· θεσμοθετεῖται μέ νόμους πού ψηφίζονται στό Ἑλληνικό Κοινοβούλιο ἀπό Ἕλληνες βουλευτές· καθιερώνεται μέ μία σειρά ἀπό μέτρα στήν παιδεία, στήν Ἐκκλησία, στήν δικαιοσύνη, στήν κοινωνία συνολικά.

Ἡ κα­θο­λι­κή ἀ­πα­ξί­ω­ση τῶν πα­ρα­δό­σε­ων, ἡ ἐ­πι­χεί­ρη­ση τῆς ἐ­θνι­κῆς καί ἐ­θνο­λο­γι­κῆς μας με­ταλ­λά­ξε­ως, ἡ ἐ­πι­βο­λή τῆς πο­λυ­πο­λι­τι­σμι­κό­τη­τας καί τοῦ συγ­κρη­τι­σμοῦ, ἡ ἀ­πο­χρι­στι­α­νο­ποί­η­ση τοῦ κρά­τους καί τῆς κοι­νω­νί­ας μας, ἡ πρωτοφανής νο­μι­μο­ποί­η­ση τῶν ἠ­θι­κῶν πα­ρε­κτρο­πῶν, ἡ ὑποβάθμιση καί ἀλλοίωση τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν, ἡ σχεδιαζόμενη συνταγματική ἀναθεώρηση μέ σκοπό τόν ἐξοβελισμό τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τήν κοινωνία καί τήν πατρίδα μας καί ἡ θέσπιση μιᾶς σειρᾶς ἄλλων ἀντίχριστων καί ἀντιευαγγελικῶν νόμων, εἶ­ναι ὅ­λα ὅ­σα ἔχουν ἐπιλεγεῖ, ὥ­στε νά ἀμ­βλυν­θοῦν οἱ συ­νει­δή­σεις καί νά καμ­φθοῦν οἱ πνευ­μα­τι­κές ἀν­τι­στά­σεις καί τά ἀν­τι­σώ­μα­τα τοῦ λα­οῦ μας.

Τά ἀν­τί­θε­α καί ἀν­θελ­λη­νι­κά σχέ­δια πού ἐ­φαρ­μό­ζον­ται στίς μέ­ρες μας εἶ­ναι, βεβαίως, ἡ τραγική ἀπόληξη τῆς μακρᾶς, ἐπίμονης καί κατ’ ἐξακολούθηση ξενομανίας, πού κατατρώγει ἀνέκαθεν τούς Ἕλληνες. Εἶναι ἀπόληξη τῶν ἐπιλογῶν καί τῶν ἐπιβουλῶν ξένων κέντρων ἐξουσίας πού δροῦν ἐδῶ καί πολλές δεκαετίες μέσῳ τῶν ξενοκίνητων ἑλληνικῶν κυβερνήσεων.

Ὅπως δήλωσε τόσο ἀποκαλυπτικά ὁ π. Γεώργιος Μεταλληνός σέ πρόσφατη ραδιοφωνική συνέντευξή του:

«Ἀπό τήν ἵδρυση τοῦ Ἑλληνικοῦ κράτους (1830-32) καί μετά τό 1836, μέ τά πρωτόκολλα τῆς Εὐρώπης, ἔπαψε ὁ ἑλληνισμός νά λαμβάνει ἀποφάσεις γιά τόν ἑαυτό του μέσω τῶν κυβερνητῶν του. Ὁ μόνος ὀρθόδοξος καθ’ ὁλοκληρίαν κυβερνήτης ἦταν ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας. Ἀπό ἐκεῖ καί πέρα ἔχουμε πολιτικούς καί διανοουμένους πού ὑπηρετοῦν τήν Δύση καί τά δυτικά σχέδια. Δέν ἀπολυτοποιῶ. Δέν ἐκτείνομαι σ’ ὅλο τό χῶρο τῶν πολιτικῶν καί τῶν διανοουμένων, ἀλλά καί οἱ λίγοι ἐκεῖνοι ἀπό τίς δύο πλευρές πού θέλουν νά σκεφθοῦν καί ν’ ἀποφασίσουν ἑλληνικά, ἐλέγχονται ἀπό ξένα κέντρα».

Εἶ­ναι, ὅ­μως, ἀ­λή­θεια ὅ­τι στά κε­λεύ­σμα­τα αὐ­τά τῶν ξέ­νων ἔ­χου­με ἐν­δώ­σει ἀ­συγ­χώ­ρη­τα καί ἐ­μεῖς οἱ ἴ­διοι. Οἰ­κει­ο­ποι­η­θή­κα­με ἀ­βα­σά­νι­στα τά νέα ἤ­θη, τίς ἀ­ξί­ες, τά ἰ­δα­νι­κά, τίς συ­νή­θει­ες καί τά πρό­τυ­πα πού μᾶς προ­έ­βα­λαν. Ἐν­δώ­σα­με ἀ­μα­χη­τί στίς πι­έ­σεις, τίς ἀ­πει­λές, τούς πει­θα­ναγ­κα­σμούς. Πα­γι­δευ­τή­κα­με ἀ­δι­ά­κρι­τα στά ψευ­δο­δι­λήμ­μα­τα τῆς εὐ­η­με­ρί­ας, τῆς ἀ­να­πτύ­ξε­ως, τῆς προ­ό­δου, τῆς ἀ­σφά­λειας. Ἀ­πο­δε­χτή­κα­με αὐ­τά­ρε­σκα τήν εὐ­μά­ρεια, τήν ἄ­νε­ση, τήν πο­λυ­τέ­λεια, τήν εὐ­δαι­μο­νί­α καί τήν ἐ­πί­πλα­στη εὐ­τυ­χί­α πού μᾶς προ­σέφε­ραν. Χάσαμε τήν αἴσθηση τοῦ μέτρου στήν ζωή, στίς ἀ­πο­λαύ­σεις, στίς δρα­στη­ρι­ό­τη­τες, στίς ἐκ­δη­λώ­σεις, στίς ἐ­πι­δι­ώ­ξεις, στά κέρ­δη.

Ὅ­λα αὐ­τά τά φαι­νό­με­να, ἄλλωστε, τῆς σή­ψε­ως καί τῆς δι­α­φθο­ρᾶς, τῆς ἀ­πα­ξι­ώ­σε­ως καί τοῦ ἐκ­μαυ­λι­σμοῦ, πού μᾶς κα­τα­κλύ­ζουν, δέν γεν­νή­θη­καν σή­με­ρα, ξαφ­νι­κά καί ἀ­ναί­τια. Εἶ­ναι ἀ­πό­το­κα τοῦ δικοῦ μας ἐ­γω­ι­σμοῦ, τῆς φι­λαυ­τί­ας, τῆς ἀ­λα­ζο­νεί­ας, τῆς νοησιαρχίας, τῆς αὐ­τάρ­κειας, τῆς φι­λο­χρη­μα­τί­ας, τοῦ και­ρο­σκο­πι­σμοῦ, τῆς ἄκρατης εὐ­δαι­μο­νί­ας καί τῆς ἀπληστίας μας.

Στίς μέρες μας ἡ ἀπιστία, ἡ ἀντιθεΐα καί ἡ ἀποστασία, ὄχι μόνον ἔχουν γίνει κυρίαρχες, ἀλλά καί ἐπαινετές καί προβάλλονται ἀπροκάλυπτα ὡς πρότυπο γιά ὅλους. Πάντα ἐπίκαιρος ὁ κυρ-Φώτης ὁ Κόντογλου ἔγραφε πρίν δεκαετίες, σάν νά ζοῦσε στήν ἐποχή μας:

«Ἡ ἀπιστία ὑπῆρχε πάντα. Μὰ σήμερα, μὲ τὴν ἀποτρόπαια ματαιοδοξία ποὺ μᾶς τρώγει, τὴν ἐπιδείχνουμε σὰν νὰ μᾶς δίνει τὴ μεγαλύτερη ἀξία. Ὅποιος ἔχει πίστη στὸν Θεὸ καὶ στὴν ἀλήθεια ποὺ φανέρωσε, εἶναι καταφρονεμένος, σὰν στενόμυαλος κι᾿ ἀνόητος, καὶ τραβᾶ πάνω του ὅλα τὰ περιγελάσματα. Λογαριάζεται γιὰ “βλαμμένος” ἀπὸ τὸν πολὺν κόσμο, μάλιστα ἀπὸ τὸν κόσμο ποὺ ξέρει νὰ τὰ καταφέρνει στὴ ζωή, νὰ “πετυχαίνει”, νὰ βγάζει λεφτά, νὰ καλοπερνᾶ, νὰ μὴ δίνει πεντάρα γιὰ τίποτα, κατὰ τὸ ρητὸ ποὺ λέγει: “Φάγωμεν καὶ πίωμεν, αὔριον γὰρ ἀποθνήσκομεν”. Γιὰ τοῦτο, χρειάζεται νὰ ἔχει θάρρος καὶ νὰ περιφρονᾶ τὴν ἐκτίμηση τοῦ κόσμου καὶ τὸ ὑλικὸ συμφέρον του, ὅποιος λέγει πὼς ἔχει πίστη στὸν Θεό»[2].

Χρειαζόμαστε, λοιπόν, θάρρος, ἀφύπνιση, ἀντίσταση καί ἀντίδραση. Εἰδικά σήμερα πού βιώνουμε αὐ­τή τήν τόσο ὀδυνηρή προσωπική, οἰκογενειακή, κοινωνική καί ἐθνική πραγματικότητα, εἶναι ἐπιτακτική ἡ ἀνάγκη ἐπανατοποθετήσεως καί ἐπαναπροσδιορισμοῦ τῶν ἐπιλογῶν μας, τῶν ἀποφάσεών μας, τῶν προτεραιοτήτων μας, τῶν στόχων καί τῶν ἐπιδιώξεών μας.

Χρειαζόμαστε ἕνα ξέσπασμα, ἕνα πέταγμα, μία ρήξη, μία πραγματική ἐπανάσταση. Μία καθολική ρήξη καί μία γενναία ἐπανάσταση, ἐνάντια στήν ἠθική καί πνευματική κατάπτωση καί τήν σύγχρονη ἀποστασία πού μᾶς ἔχει κυριεύσει. Μία μετωπική σύγκρουση μέ τήν σύγχρονη ἀπαξία καί παρακμή· μία μετωπική σύγκρουση μέ ὅ,τι ἐξέθρεψε τήν σήψη καί τήν ἀποσύνθεση πού μᾶς κατακλύζει καί ἐπέφερε αὐτή τήν ὀλέθρια καί πρωτόγνωρη πολύπλευρη καί πολυποίκιλη κρίση, πού βιώνουμε στίς μέρες μας, μία κρίση πρωταρχικά πνευματική, ἠθική, κρίση ἀξιῶν, κρίση ταυτότητας, κρίση κοινωνική, ἐθνική καί οἰκονομική.

Κι αὐτό, γιατί τό τρα­γι­κό­τε­ρο ὅ­λων θά ἦταν, ἀν­τί νά πα­λεύ­ου­με νά βγοῦ­με ἀ­πό αὐ­τή τήν «κό­λα­ση» πού βρε­θή­κα­με, ἀν­τί νά ἀ­γω­νι­ζό­μα­στε νά ξα­να­δοῦ­με οὐ­ρα­νό, νά παραμείνουμε ἐγ­κλω­βι­σμέ­νοι στήν ἰ­δέ­α τῶν τε­χνη­τῶν πα­ρα­δεί­σων πού χάσαμε καί νά συνεχίζουμε νά τούς ἀποζητοῦμε. Νά συνεχίσουμε, δηλαδή, νά ἀ­να­ζη­τοῦμε τήν εὐ­και­ρια­κή ἐ­πι­τυ­χί­α, τήν ἐ­πί­πλα­στη εὐ­η­με­ρί­α, τήν ἐ­φή­με­ρη ἱ­κα­νο­ποί­η­ση, τόν εὔ­κο­λο καί ἄ­κο­πο πλου­τι­σμό καί τό γρή­γο­ρο καί τυχάρπαστο κέρ­δος.

Μιά μι­κρο­γρα­φί­α αὐ­τῆς τῆς ἀν­τι­λή­ψεως παρατηρεῖ κανείς σέ μί­α μικρή με­ρί­δα τῆς το­πι­κῆς μας κοι­νω­νί­ας, πού προ­σπα­θεῖ νά ἀλ­λοι­ώ­σει καί νά πα­ρα­ποι­ή­σει τόν πνευ­μα­τι­κό χα­ρα­κτή­ρα τῆς περιοχῆς μας καί τῶν Ἁ­γί­ων Με­τε­ώ­ρων. Εἶναι αὐτή ἡ μικρή μερίδα ἐλάχιστων ἀτόμων, πού ἀπαξιώνει τήν πίστη μας, τήν Ἐκκλησία μας, τόν μοναχισμό, ἀλλά καί κάθε φιλότιμη καί θετική προσπάθεια γιά τόν τόπο μας. Συκοφαντεῖ καί καθυβρίζει συστηματικά τούς μοναχούς καί τίς μοναχές, πού εἶναι οἱ φυσικοί κάτοικοι τῆς περιοχῆς τῶν Ἀγίων Μετεώρων καί οἱ Ἱερές Μονές ἀποτελοῦν ἀπό αἰῶνες τίς φυσικές τους κατοικίες. Καί ἔφτασε, ἐσχάτως, στό σημεῖο νά συκοφαντεῖ καί νά ὑβρίζει -μαζί μέ τούς ἄρχοντες καί διακεκριμένους πολιτες τοῦ τόπου- καί αὐτόν ἀκόμη τόν Σεπτό Ποιμενάρχη μας!

Καί ὅλα αὐτά μάλιστα, σέ μία περίοδο πού τό Μοναστικό Κέντρο τῶν Ἁγίων Μετεώρων προσφέρει καί συμβάλλει, περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλη φορά, στήν αὔξηση τῆς ἐπισκεψιμότητος καί τῆς τουριστικῆς ἀναπτύξεως τῆς περιοχῆς καί ἔχει ὁδηγήσει στήν ὑπερπληρότητα στόν ξενοδοχειακό τομέα, στόν τομέα τῆς ἑστίασης, τῆς ψυχαγωγίας καί γενικά σέ ὅλους τούς τομεῖς τῆς οἰκονομικῆς καί ἐμπορικῆς δραστηριότητος. Καί σέ μία περίοδο πού ὁ νέος μας Ποιμενάρχης σχεδιάζει καί ὀργανώνει τήν ἀνασυγκρότηση τῆς ἱστορικῆς Μητροπόλεώς μας καί μία σειρά ἀπό δομές καί δραστηριότητες, πού ἐπίσης θά συμβάλουν στήν ἀνάπτυξη τῆς περιοχῆς.

Μᾶς ἔρχονται καί πάλι στό μυαλό τά λόγια τοῦ κυρ-Φώτη τοῦ Κόντογλου: «Τοῦτος ὁ κόσμος εἶναι ἀνάποδος. Ὅπως καὶ νὰ κάνεις, δὲν τὸν εὐχαριστᾶς. Οὔτε στὸν ἥλιο τὸν βρίσκεις, οὔτε στὸν ἴσκιο. Ὁ κάθε ἕνας λέγει τὸ κοντό του καὶ τὸ μακρύ του. Γιὰ ὅ,τι ἐνθουσιάζεται ὁ ἕνας, γιὰ τὸ ἴδιο στενοχωριέται ὁ ἄλλος. Ἄλλη φορὰ μπορεῖ οἱ ἄνθρωποι νὰ μὴν ἤτανε ὅλοι σύμφωνοι, μὰ γιὰ τοὺς πιὸ πολλοὺς τὸ καλὸ ἤτανε καλὸ καὶ τὸ κακό, κακό. Τώρα ὁ καθένας ἔχει σηκώσει μιὰ παντιέρα καὶ κάνει τὸν καπετὰν Ἕναν»[3].

Ὑπάρχουν πάντοτε κάποιοι ἐλάχιστοι πού ἐπιχειροῦν νά στήσουν τό δικό τους «καπετανάτο», καταρρακώνοντας θεσμούς, ἱστορία, παράδοση καί πρόσωπα καί προσπαθώντας μέ τίς ὀχλαγωγίες, τίς ὕβρεις καί τά ἀπρεπῆ συνθήματα νά ἐπιβάλουν τόν φόβο καί τήν τρομοκρατία καί ἐν τέλει τά δικά τους ἀτομικά συμφέροντα.

Εἶναι, ἄλλωστε, σύνηθες καί γενικευμένο τό φαινόμενο σέ ὅλη τήν πατρίδα μας, μιά δράκα ἀνθρώπων, μία ἐλάχιστη μειοψηφία, νά ἀναστατώνει καί νά ἐπιβαρύνει τήν ζωή τῆς συντριπτικῆς πλειοψηφίας τῶν πολιτῶν. Εἶναι οἱ γνωστοί ἄγνωστοι ἀναρχικοί, αὐτονομιστές, κουκουλοφόροι, ρουβίκωνες, τρομοκράτες πού σπᾶνε, καῖνε, καταστρέφουν τά πάντα. Ὅλοι αὐτοί πού ρημάζουν τόν πολιτισμό μας, τά σχολεῖα καί τά πανεπιστήμια, πού σκορπᾶνε τήν τυφλή βία καί τόν τρόμο στούς δρόμους καί τίς γειτονιές μας, πού δηλητηριάζουν τήν κουλτούρα μας, τά ἤθη μας, τήν κοινωνική καί οἰκογενειακή γαλήνη καί συνοχή. Πού θέλουν νά ξεθεμελιώσουν τίς ρίζες μας, νά ἀμαυρώσουν ὅποια ὀμορφιά ὑπάρχει στόν τόπο μας, νά μουτζουρώσουν ὅ,τι συνεχίζει νά ἀκτινοβολεῖ, νά σκοτώσουν ὅ,τι συνεχίζει νά ζωογονεῖ καί νά ἀνασταίνει πνευματικά, ὅ,τι μπορεῖ νά προσφέρει στήριξη, ἐλπίδα καί ἀγάπη στόν ἄνθρωπο. Γιατί, ὅλοι αὐτοί εἶναι σάν αὐτόν πού περιγράφει ὁ Κόντογλου λέγοντας, ὅτι «φοβᾶται νὰ ἀγαπήσει τὸν ἄλλον, ἡ καλοσύνη τοῦ φαίνεται σπατάλη κουτή, καὶ τρυπώνει σὰν ἀσπάλακας μέσα στὴν τρύπα του.... Κάθε δροσιὰ ἔχει καταξεραθεῖ μέσα του, ὅλα τὰ στοιχεῖα τῆς ζωῆς εἶναι πεθαμένα καὶ στὸν τόπο τους βρίσκονται τὰ στοιχεῖα τοῦ θανάτου, ὁ ἐγωισμός, ἡ ταραχὴ τῆς διάνοιας, ἡ περηφάνεια, ἡ πονηριά, ἡ ἀπιστία, ὁ φθόνος, κι ἀπάν’ ἀπ’ ὅλα ἡ ἀλλήθωρη ἀλεπού, ἡ ὑποκρισία. Αὐτὴ εἶναι ἡ νεκρὴ ψυχή, τό λημέρι τοῦ θανάτου του»[4].

Αὐτόν τόν πνευματικό θάνατο προσπαθοῦν νά ἐπιφέρουν βίαια καί στανικά σέ ἕναν ὁλόκληρο λαό ἐπικαλούμενοι μάλιστα τήν ἐλευθερία καί τό δικαίωμα στήν ἔκφραση. Ἡ ἐλευθερία εἶναι τό μεγαλειῶδες δῶρο τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο, καθώς τόν ἔπλασε «κατ’ εἰκόνα» δική Του καί τοῦ χάρισε τό αὐτεξούσιο, πού οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας τό χαρακτηρίζουν ἰσόθεον. Καί ἔχει πράγματι τήν ἐλευθερία ὁ αὐτεξούσιος ἄνθρωπος νά ἀρνηθεῖ τά πάντα. Νά ἀρνηθεῖ τόν ἑαυτό του, τήν ἀξιοπρέπειά του, τήν πίστη του, τήν πατρίδα του, νά ἀρνηθεῖ ἀκόμη καί τόν ἴδιο τόν Θεό. Δέν μπορεῖ, ὅμως, νά ἐπιβάλει αὐτή τήν ἄρνηση καί στούς ἄλλους, καθώς ἡ ἐλευθερία τοῦ καθενός σταματᾶ ἐκεῖ πού ἀρχίζει ἡ ἐλευθερίοα τοῦ ἄλλου.

Ἀλλά ἄς ἀφήσουμε καί πάλι τόν κυρ-Φώτη τόν Κόντογλου μέ τόν ἀπαράμιλλο καί γλαφυρό του λόγο νά διεκτραγωδήσει –σάν νά ζοῦσε σήμερα– τήν κατάσταση πού ἐπικρατεῖ στήν πατρίδα μας μέσα ἀπό ἕνα ἔξοχο, εὔστοχο καί καυστικό κείμενό του:

«Ἡ ψευτιὰ καὶ ὁ πνευματικὸς ἐκφυλισμὸς ἁπλώνει μέρα μὲ τὴν ἡμέρα ἀπάνω στοὺς  Ἕλληνες καὶ τοὺς παραμορφώνει. Ἕναν λαὸ ποὺ ξεχωρίζει ἀνάμεσα σ’ ὅλα τά ἔθνη καὶ ποὺ εἶναι γεμάτος πνευματικὴ ὑγεία, πᾶμε νὰ τὸν κάνουμε ἐμεῖς, οἱ λογῆς-λογῆς καλαμαράδες, κ’ οἱ ἄλλοι γραμματιζούμενοι, σαχλόν, χωρὶς πνευματικὸ νεῦρο, χωρὶς πνευματικὴ ἀνδροπρέπεια, χωρὶς χαρακτήρα. Οἱ διάφοροι φωστῆρες βαστᾶνε ἀπὸ μιὰ πατέντα στὰ χέρια, καὶ μέρα-νύχτα δουλεύουνε γιὰ νὰ “συγχρονίσουν” τὴν Ἑλλάδα, ἐνῶ στ’ ἀληθινὰ σκάβουνε τὸν λάκκο της. Ἄμυαλα νευρόσπαστα! Ποιὸν θὰ συγχρονίσετε; Αὐτὸ ποὺ λέτε ἐσεῖς “συγχρονισμὸ” καὶ “ἐξέλιξη” εἶναι μιὰ ἄθλια παραμόρφωση, σύμφωνα μ’ ἕνα βλακῶδες μοντέλο, ὁποὺ κάνανε οἱ σαρακοστιανοὶ καὶ κάλπικοι ἄνθρωποι, ποὺ τοὺς λέγει ἡ Γραφὴ “χλιαρούς”, δηλαδὴ σαχλούς, καὶ γιὰ τοὺς ὁποίους λέγει ὁ Θεός, ὅτι “μέλλει ἐμέσαι ἐκ τοῦ στόματος αὐτοῦ, εἰ χλιαροὶ εἰσί, καὶ οὔτε ζεστοὶ οὔτε ψυχροὶ” (Ἀποκάλ. γ΄, 16).

Μέσα σ’ αὐτὸ τὸ καλούπι θέλετε νὰ βάλετε τὸν λαό, κ’ ἔτσι νὰ χαθεῖ ἀπὸ πάνω του κάθε πρωτοτυπία, κάθε σημάδι ἀληθινῆς ζωῆς, κάθε χαρακτήρας. Αὐτὸ τὸ λέτε “συγχρονισμὸ” καὶ “ἐξέλιξη”!  Ἀνόητοι κι ἀναίσθητοι! “Συγχρονισμένο” καὶ “ἐξελιγμένο” εἶναι ὅ,τι εἶναι ζωντανό, καὶ μοναχὰ ὅ,τι εἶναι πνευματικὰ πεθαμένο, ὅπως εἴσαστε ἐσεῖς, αὐτὸ δὲ μπορεῖ  νὰ ’ναι οὔτε συγχρονισμένο οὔτε ἐξελιγμένο, ἀφοῦ δὲν εἶναι ζωντανό. Ὁ συγχρονισμὸς ὁ ἀληθινὸς εἶναι κάποια ἐνέργεια, ποὺ γίνεται μόνη της μέσα σὲ κάθε ζωντανὸ πλάσμα. Λοιπόν, ποιὰ Ἑλλάδα καὶ ποιὸν λαὸ θὰ “συγχρονίσετε”, ἀφοῦ ἡ Ἑλλάδα εἶναι ὁλοζώντανη κι ὁ λαός της εἶναι ἀείζωος; Θὰ ζωντανέψετε ἐσεῖς τὴ ζωή, ἐσεῖς οἱ πεθαμένοι καὶ θαμμένοι; Θαρρεῖτε, πὼς μὲ τὶς ὑστερικὲς φωνὲς καὶ μὲ τὶς θεατρικὲς σκηνοθεσίες φανερώνεται ἡ ζωή; Μά, ἴσια-ἴσια, ἐκεῖ ποὺ παίρνει τὴ θέση τῆς ζωῆς ἡ νεκρὴ καὶ ψεύτικη ἀπομίμησή της, δηλαδὴ τὸ εἴδωλό της, μὲ ἄλλα λόγια κάποια φτιαχτὴ σκηνοθεσία τῆς ζωῆς, ἐκεῖ βέβαια δὲν ὑπάρχει ἀληθινὰ ἡ Ζωή. Νά, αὐτὴ ἡ ἄψυχη σκηνοθεσία, αὐτὴ εἶναι ἡ “ἐξέλιξη” κι ὁ “συγχρονισμός” σας. Αὐτὸς εἶναι ὁ θάνατος τῆς ψυχῆς, γιατὶ ἡ ψευτιὰ εἶναι θάνατος κ’ ἡ ζωὴ ἀλήθεια. Γι’ αὐτὸ κ’ ἐσεῖς, μὲ ὅλες τὶς φωνὲς ποὺ βάζετε, καὶ μ’ ὅλες τὶς δραστηριότητες, καὶ μὲ ὅλα τά ὑστερικὰ ξετινάγματα, ἔχετε ἀπάνω σας τὴ μπόχα τοῦ θανάτου. Κι ἀντὶ νὰ πᾶτε κοντὰ στὸν λαό, ποὺ εἶναι πηγὴ ζωῆς, γιὰ νὰ πάρετε λίγη ζωὴ κι ἀλήθεια, ἐσεῖς θέλετε νὰ τὸν κάνετε ζωντανόν, ἐκεῖνον· ἐσεῖς οἱ πεθαμένοι νὰ ζωντανέψετε τὴ ζωή, οἱ ψεῦτες νὰ φανερώσετε τὴν ἀλήθεια, οἱ βρουκολάκοι νὰ δώσετε δύναμη καὶ νεῦρα στὸν ἀντρειωμένον!

Ὅποιος δὲν ζεῖ σύμφωνα μὲ τὸ φυσικό του φτιάξιμο καὶ μὲ τὰ φυσικὰ κτίσματα ποὺ ὑπάρχουνε γύρω του, αὐτὸς δὲν ἔχει ἀληθινὴ ζωὴ μέσα του, οὔτε φυσικὴ οὔτε πνευματική. Ὅπως ζοῦνε οἱ  Ἕλληνες σήμερα, δὲν εἶναι ἡ ἀληθινὴ ζωή τους. Τὸ νοιώθουνε κ’ οἱ ἴδιοι, κι ἂς μὴν τὸ λένε. Λαχταρᾶνε νὰ βροῦνε τὸν ἑαυτό τους ποὺ τὸν ἔχουν χαμένον (ἐκτὸς ἀπὸ κάποιους, ποὺ θαρροῦνε πὼς ζωὴ εἶναι μοναχὰ τὸ φαγοπότι καὶ τὸ “κομφόρ”, δίχως κανέναν βαθὺν πόθο, χωρὶς κανέναν καϋμό). Καὶ κεῖνος, ἀκόμα, ποὺ δὲν ἔχει συναίσθηση τὶ εἶναι ἀληθινό, ἔρχεται στιγμὴ ποὺ καταλαβαίνει, πὼς ἡ ζωή του εἶναι ψεύτικη, πὼς δὲν ἔχει κανέναν ἀληθινὸ δεσμὸ οὔτε μὲ τὸν τόπο του, οὔτε μὲ τοὺς προγόνους του, οὔτε μὲ τὶς ντόπιες συνήθειες ποὺ βγήκανε ἀπὸ τὴν ἀγάπη κι ἀπὸ τὸν πόνο, καὶ πὼς εἶναι ὀρφανὸς καὶ ξένος μέσα στὸν ἴδιο τὸν τόπο του, σὰν τὸν ἄσωτο γιό, καὶ πώς, μὲ ὅλο ποὺ θαρρεῖ πὼς τρώγει καλὰ καὶ νόστιμα φαγητά, στ’ ἀληθινὰ μασᾶ ξυλοκέρατα, φερμένα ἀπὸ ξένους τόπους, ὁποὺ εἶναι ἀλλιώτικοι ἀπὸ τὸν δικό μας.

Πολλοὶ λένε, πὼς εἶμαι ἕνας φανατικός, ἕνας ζηλωτὴς ποὺ βρίσκεται “ἐκτός τῆς πραγματικότητος”, ἕνας μονομανής, ποὺ θέλει κάποια πράγματα ποὺ δὲν γίνουνται καὶ ποὺ τὰ παρακάνει καὶ τὰ παραλέγει. Ἔχουνε δίκιο νὰ λένε, πὼς εἶμαι φανατικὸς καὶ ζηλωτής. Μὰ ὅποιος εἶναι ζηλωτὴς ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τὴν ἀλήθεια, εἶναι συγχωρημένος. Φωνάζω καὶ στεναχωριέμαι, γιατί ἡ φυλή μας χάνει τὰ ἀληθινὰ πράγματα καὶ παίρνει τὰ ψεύτικα, κ’ ἔτσι δὲν χαίρεται τὰ τόσα πνευματικὰ πλούτη ποὺ κληρονόμησε, καὶ δὲν θρέφεται ἀπὸ τὸ ἀντρειωμένο καὶ ζωογόνο ἑλληνικὸ γάλα, ποὺ ἔθρεψε κι ἀγρίμια ἀκόμα καὶ τά ’κανε ἀνθρώπους. Αὐτὸ τὸ γάλα δὲν εἶναι τῆς δικῆς μου μάνας, μὰ τῆς μάνας ὁλονῶν μας, ποὺ τ’ ἀρνηθήκανε ὅσοι σᾶς δίνουνε νὰ πιεῖτε ἀντὶ γιὰ γάλα τὸ φαρμάκι τῆς ψευτιᾶς ποὺ τὴ λένε “πρόοδο”, “ἐξέλιξη”, “κοσμοπολιτισμό”, “μοντερνισμὸ” κτλ. Ἐγὼ στενοχωριέμαι γιὰ σᾶς, ὄχι γιὰ μένα, γιατὶ ἐγὼ ἔχω αὐτὸ ποὺ δὲν ἔχετε, μὰ αὐτὸ δὲν εἶναι δικό μου μοναχά, ἀλλὰ δικό μας.

Λένε πὼς τὰ παραλέγω. Μακάρι νὰ τὰ παράλεγα κι ἂς ἔβγαινα γελασμένος. Μὰ βλέπω καθαρά, πὼς μέρα μὲ τὴ μέρα τὸ πνευματικὸ αἷμα φεύγει ἀπὸ τὴν ὄψη τῆς φυλῆς μας, τὸ βλέπω καὶ πικραίνουμαι, ὅπως βλέπει ἡ μάνα τὸ παιδί της ποὺ μαραζώνει. Τί παρακάνω καὶ τί παραλέγω; Δὲν βλέπετε πὼς παραπατᾶμε, σὰν ζαλισμένοι, καὶ δὲν ξέρουμε ποῦ πᾶμε; Ἡ ξενομανία μᾶς ἔδερνε πάντα, ἀφοῦ κι ὁ Παυσανίας γράφει: “Ἕλληνες ἀεὶ ἐν θαύματι τιθέασι τ’ ἀλλότρια ἢ τὰ οἰκεῖα”. (Οἱ  Ἕλληνες πάντα μέ θαυμασμό ἀντίκρυζαν τά ξένα παρά τά δικά τους). Μὰ τώρα σὰν νὰ χάσαμε ὁλότελα τὰ φρένα μας, λὲς κ’ ἤπιαμε τὸ Τρελλὸ Νερό, ποὺ λέγει ἕνας μύθος ἀνατολίτικος, καὶ λέμε τὸ ψεύτικο ἀληθινό, τὸ νόστιμο ἄνοστο, τὸ μαῦρο ἄσπρο. Καὶ μὲ ὅλο ποὺ πάθαμε αὐτὴ τὴν ξενομανιακὴ τρέλλα, ὡστόσο, ἐπειδὴ ἀγαπᾶμε τὸν τόπο μας, τὸ αἷμα μας καὶ τὰ δικά μας, θέλουμε νὰ συμβιβάσουμε αὐτὴ τὴν ἀγάπη μας μὲ τὴν τρέλλα μας (δηλαδὴ μὲ τὴ ματαιοδοξία μας), καὶ πᾶμε σὰν τὸ καράβι ποὺ δὲν ἔχει τιμόνι, μὰ ποὺ θέλει σώνει καὶ καλὰ νὰ ἰσάρει ὅλα τα πανιά του, γιὰ νὰ τσακισθεῖ πιὸ γλήγορα ἀπάνω στὶς ξέρες!... Ἀγαπᾶμε τὴν Ἑλλάδα, πονᾶμε τὸν τόπο μας, δίνουμε γι’ αὐτὸν τὴ ζωή μας, κι ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ σιχαινόμαστε τὰ δικά μας πράγματα, τὰ πράγματα τῆς Ἑλλάδας, εἴτε φυσικὰ εἶναι εἴτε τεχνητά, εἴτε συνήθειες, εἴτε τραγούδια, εἴτε ψαλμωδίες, εἴτε εἰκονίσματα, καὶ θέλουμε τὰ ξενοφερμένα. Εἴμαστε, λοιπόν, στὰ συγκαλά μας; Ρωτῶ νὰ μάθω.

Ἔχουμε τέτοιο φῶς, τέτοιον γαλανὸν οὐρανό, ποὺ τὸν καυχιόμαστε, καὶ μολαταῦτα βάζουμε μαῦρα γυαλιὰ σὰν νὰ ’χουμε πονόματο, καὶ καταδικάζουμε τὸν ἑαυτό μας νὰ βλέπουμε ὁλοένα συννεφιασμένο, σταχτὺν οὐρανό, τὰ δέντρα ἀντὶ πράσινα νὰ τὰ βλέπουμε καφετιά, τὴ γαλανὴ θάλασσα νὰ τὴ βλέπουμε θολὴ καὶ λερωμένη, μόνο καὶ μόνο γιατί τὰ μαῦρα τά γυαλιὰ εἶναι μοντέρνα.

Πάντα οἱ  Ἕλληνες προτιμούσανε τὰ ξένα ἀπὸ τὰ δικά τους, τώρα ὅμως τὰ μισοῦνε κιόλας τὰ δικά τους, μισοῦνε κι ὅποιον τὰ ἀγαπᾶ καὶ τὰ κρατᾶ.

Ὅλοι αὐτοὶ ἔχουνε τὴν ἰδέα πὼς εἶναι οἱ κλειδοκράτορες “τῆς προόδου καὶ τῆς ζωῆς τοῦ ἔθνους”, ἐνῶ ἐμεῖς εἴμαστε “καθυστερημένοι”, στρείδια κολλημένα στὸ βράχο τῆς παράδοσης, “ἐχθροὶ τῆς προόδου”, “στοιχεῖα ἄχρηστα καὶ πεθαμένα γιὰ τὴν μεγάλην ἀποστολὴν τοῦ ἔθνους μας”...

Ἐμεῖς, ὅμως, δὲ θὰ χύσουμε τὸ λίγο νερὸ ποὺ εἶναι ἀκόμα φυλαγμένο μέσα στὴ στέρνα τῆς παράδοσης. Μὰ θὰ πίνουμε ἀπ’ αὐτὸ τὸ καλὸ νερό, καὶ θὰ καλοῦμε νὰ πιοῦνε κ’ οἱ ἄλλοι Ἕλληνες, ποὺ τοὺς ξεραίνει ὁ λίβας τῆς ξενομανίας. Νὰ πιοῦνε καὶ νὰ δροσισθοῦνε ἀπὸ τὸ νερὸ ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὴν πέτρα, ἀπὸ τὸ καλὸ καὶ τ’ ἀθάνατο νερό μας, ἀπὸ “τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν”»,[5] καταλήγει ὁ Φώτης Κόντογλου.

Αὐτό «τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν», ἀγαπητοί μας ἀδελφοί, εἶναι ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός. Ὅσο εἴμαστε ἑνωμένοι μέ τόν Χριστό, ὅσο προστρέχουμε στήν χάρη τῶν ἁγίων καί τῆς Παναγίας μας, ὁ Κύριος δέν θά ἐγκαταλείψει τήν πατρίδα μας, τήν πονεμένη μας Ἑλλάδα. Δέν θά τό ἐπιτρέψουν οἱ αἰώνιοι καί ἀκοίμητοι φρουροί της, οἱ ἅγιοί μας, οἱ ὁποῖοι ἀ­νοί­γουν καί σή­με­ρα δι­ά­πλα­τα τήν θερ­μή καί στορ­γι­κή ἀγ­κα­λιά τους καί σκε­πά­ζουν τήν πα­τρί­δα μας. Δέν εἶναι τυχαῖο πού κάθε πόλη ἤ χωριό τῆς ὀρθόδοξης πατρίδας μας ἔχει τόν ἅγιό του, ἔχει τίς θαυματουργές εἰκόνες, τά χαρυτόβρυτα ἅγια λείψανα, ἔχει τούς μάρτυρες καί τούς ἐθνομάρτυρές του. Δέν ὑπάρχει σημεῖο τῆς εὐλογημένης μας πατρίδος πού νά μήν ἔχει ποτισθεῖ ἀπό τά αἵματα τῶν μαρτύρων τῆς πίστεως καί τῆς πατρίδος ἤ τούς ἱδρῶτες τῶν ἀσκητικῶν κατορθωμάτων τῶν ὁσίων μας. Αὐτοί οἱ ἅγιοι ἀποτελοῦν τούς θεόκτιστους πύργους τῆς πίστεως, πού στερεωμένοι πάνω στό ἀρραγέστατο θεμέλιο, τό Θεάνθρωπο Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, περιφρουροῦν καί προστατεύουν τήν ἱερή μας γῆ, τήν Ἑλλάδα μας, ἀπό τίς ἐπιδρομές τῶν ὁρατῶν καί ἀοράτων ἐχθρῶν.

Δίπλα, ὅμως, σ’ αὐτούς τούς ἀτρόμητους καί ἀνίκητους φύλακες ὀφείλουμε νά σταθοῦμε ἐνεργά καί ὅλοι ἐμεῖς. Νά προσφέρουμε καί τήν δική μας συνέργεια καί νά εἴμαστε πάντοτε ἀγρυπνοῦντες, ἀγωνιστικοί, πρωτοπόροι, μαχητικοί καί δραστηριοποιημένοι.

Καί εἶ­ναι πα­ρή­γο­ρο τό γε­γο­νός ὅ­τι ἀ­κό­μη καί μέ­σα ἀ­πό αὐ­τή τήν τρα­γι­κή κα­τά­στα­ση τῶν ἡ­με­ρῶν μας, μέ­σα ἀ­πό τά σκο­τει­νά σύν­νε­φα τοῦ ἐ­φη­συ­χα­σμοῦ, τῆς εὐ­μά­ρειας, τῆς εὐ­δαι­μο­νί­ας, τῆς ἄ­νε­σης, τῆς εὐ­ζω­ΐ­ας καί τῆς αὐ­τάρ­κειας· μέ­σα ἀ­πό τά σκο­τει­νά σύν­νε­φα τῆς λη­σμο­σύ­νης, τῆς ἄρ­νη­σης καί τῆς ἀ­πα­ξί­ας, θερ­μαί­νει ἀ­κό­μη καί φω­το­δο­τεῖ ἡ ἡ­λι­α­χτί­δα τῆς ἐλ­πί­δας καί τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς.

Τό σύν­θη­μα μᾶς τό δί­νει καί πά­λι ὁ κυρ-Φώ­της ὁ Κόν­το­γλου: «Ὅ­σοι ἀ­πο­μεί­να­με πι­στοὶ στὴν πα­ρά­δο­ση, ὅ­σοι δὲν ἀρ­νη­θή­κα­με τὸ γά­λα ποὺ βυ­ζά­ξα­με, ἀ­γω­νι­ζό­μα­στε, ἄλ­λος ἐ­δῶ, ἄλ­λος ἐ­κεῖ, κα­τα­πά­νω στὴν ψευ­τιά. Κα­τα­πά­νω σ᾿ αὐ­τοὺς ποὺ θέ­λου­νε τήν Ἑλ­λά­δα ἕ­να κου­φά­ρι χω­ρὶς ψυ­χή, ἕ­να λου­λού­δι χω­ρὶς μυ­ρου­διά»[6].

Ἐ­πι­βάλ­λε­ται, λοιπόν, ἀδελφοί, σθε­να­ρή καί ἄ­καμ­πτη ἀν­τί­στα­ση σέ ὅ­λα τά ἐ­πί­πε­δα καί πρός κά­θε κα­τεύ­θυν­ση. Ἀν­τί­στα­ση στόν ἀ­φελ­λη­νι­σμό καί τήν πα­ρα­χά­ρα­ξη τῆς ἱ­στο­ρί­ας μας, ἀν­τί­στα­ση στήν πε­ρι­θω­ρι­ο­ποί­η­ση καί τόν ὑ­πο­βι­βα­σμό τῶν ἀρ­χῶν τῆς πί­στε­ως καί τῆς πα­τρί­δος μας, ἀν­τί­στα­ση στήν πο­δη­γέ­τη­ση καί τόν ἔ­λεγ­χο τῶν ἐ­πι­λο­γῶν καί τῆς συ­νει­δή­σε­ώς μας, ἀν­τί­στα­ση στούς σχε­δια­σμούς καί τίς ἐ­πι­βο­λές τῆς Νέ­ας Τά­ξε­ως Πραγ­μά­των καί τῆς Νέ­ας Ἐ­πο­χῆς καί τῶν ἐγχώριων ἐντολοδόχων τους.

Ἀν­τί­στα­ση ὀρ­γα­νω­μέ­νη καί ὄ­χι ἐ­πι­φα­νεια­κή, πού θά στη­ρί­ζε­ται στόν προ­σω­πι­κό μας ἁ­για­σμό καί τόν ἀ­να­βα­πτι­σμό μας, στά νά­μα­τα τῆς ἑλ­λη­νορ­θο­δό­ξου πα­ρα­δό­σε­ώς μας. Ἀν­τί­στα­ση ὀρ­γα­νω­μέ­νη σέ προ­σω­πι­κό, οἰ­κο­γε­νεια­κό, ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κό καί κοι­νω­νι­κό ἐ­πί­πε­δο.

Ἄς κά­νου­με τά σπί­τια μας κρυ­φά καί νέ­α σχο­λειά κι ἄς γα­λου­χή­σου­με τά παι­διά μας μέ τίς πα­ρα­δό­σεις τοῦ γέ­νους μας ὑ­πο­κα­θι­στών­τας ἐ­μεῖς τήν πλημ­με­λή σχο­λι­κή ἐκ­παί­δευ­ση πού τούς πα­ρέ­χε­ται. Νά προ­βά­λου­με στά παι­διά μας τά πρό­τυ­πα τῶν ἁ­γί­ων καί τῶν ἡ­ρώ­ων μας. Νά τούς δι­δά­ξου­με σω­στά τήν γλώσ­σα μας καί τήν ἱ­στο­ρί­α μας. Νά τούς ἐμ­πνεύ­σου­με τήν φι­λο­πα­τρί­α, τήν ἑλληνική λεβεντιά, τήν ἀνδρεία καί τό φιλότιμο, πού εἶναι τό κύριο γνώρισμα τῆς φυλῆς μας, τήν ἀγάπη, τήν συγχώρεση, τήν ταπείνωση, τήν ὀλιγάρκεια. Νά τούς ἐμ­πνεύ­σου­με τήν ἀξιοπρέπεια καί τόν σεβασμό στήν ἀλήθεια, τήν δικαιοσύνη, τήν δημοκρατία. Νά τούς ἐνεργοποιήσουμε καί νά τούς ὠθήσουμε στόν ἀγώνα, στήν ἀποφασιστικότητα, τήν θυσία γιά τήν πίστη καί τήν πατρίδα μας. Νά τούς ἐμπνεύσουμε τήν ἐπιθυμία ἀλλά καί τό αἴσθημα τῆς ὑπερηφάνειας γιά τήν ὑπηρέτηση τῆς στρατιωτικῆς τους θητείας. Νά τούς ἐμπνεύσουμε τήν ἀγάπη, τόν σεβασμό καί τήν πίστη στόν ἱερό θεσμό τῆς οἰκογένειας καί τό εὐλογημένο μυστήριο τοῦ γάμου.

Νά τούς διδάξουμε νά μήν θεοποιοῦν τήν λογική τους, στηριζόμενοι ἀποκλειστικά καί μόνο στίς ἀτομικές τους δυνάμεις καί δεξιότητες, ἀλλά νά ἀναγνωρίζουν ὅτι ὅλα αὐτά ἀποτελοῦν χαρίσματα καί δωρεές τοῦ Θεοῦ καί νά ζητοῦν τήν δική Του στήριξη καί εὐλογία στήν ζωή τους.

Νά τούς δι­δά­ξου­με τό ἀ­λη­θι­νό νό­η­μα καί τόν σκο­πό τῆς ζω­ῆς μας, πού εἶ­ναι ὁ οὐ­ρα­νός, ἡ πραγ­μα­τι­κή δη­λα­δή καί μό­νι­μη πα­τρί­δα μας. Σέ αὐ­τή τήν πρό­σκαι­ρη ζω­ή εἴ­μα­στε, ἄλ­λω­στε, ὁ­δί­τες καί ἔ­νοι­κοι καί ὄ­χι μόνιμοι κά­τοι­κοι τῆς γῆς. Γι’ αὐ­τό καί θά πρέ­πει νά πο­ρευ­ό­μα­στε ἐ­δῶ μέ τήν προ­ο­πτι­κή τῆς αἰ­ω­νι­ό­τη­τος.

Ἀν­τί­στα­ση, λοιπόν, παν­τί σθέ­νει καί πά­σῃ δυ­νά­μει. Ἀν­τί­στα­ση μέ­χρις ἐ­σχά­των. Ἀντίσταση μέ κάθε κόστος καί κάθε τίμημα.

Ἄς γνωρίζουν καλά ὅλοι ἐκεῖνοι, πού μισοῦνε τόν Χριστό μας, τόν Κύριό μας καί Θεό μας, τήν Παναγία μας, τούς ἁγίους μας, τήν Ἁγία Ἐκκλησία μας, τήν σοφή καί στοργική μητέρα μας, τόν ἑλληνορθόδοξο πολιτισμό μας, τήν Ἑλλάδα μας, ὅτι δέν φοβόμαστε καί δέν τρομοκρατούμαστε καί ὅτι θά εἴμαστε πάντοτε παρόντες καί ἐνεργοί -ὅποιο κι ἄν εἶναι τό κόστος- στήν προάσπιση τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεώς μας, τῆς παραδόσεώς μας, τῆς πατρίδος μας, τοῦ λαοῦ μας, ἀλλά καί τῆς τοπικῆς μας κοινωνίας καί φυσικά τοῦ ἱεροῦ μας χώρου τῶν Ἁγίων Μετεώρων. Καί θά εἴμαστε, βεβαίως, ὅπως πάντοτε, παρόντες καί ἐνεργοί καί μέ τήν ἀγάπη μας, τό ἐνδιαφέρον μας, τήν συγχώρεση καί τήν προσευχή μας. Σᾶς βεβαιώνω προσωπικά ὅτι τούς μνημονεύουμε στήν προσευχή μας ὅλους -ἐχθρούς καί φίλους- καί μάλιστα ὀνομαστικά καί εὐχόμαστε νά τούς χαρίζει ὁ Πανάγαθος Θεός μας κάθε εὐλογία στήν ζωή τους καί νά ἔχουν προσωπική, οἰκογενειακή καί ἐπαγγελματική πρόοδο καί προκοπή καί νά ὁδηγηθοῦν, αὐτοπροαίρετα καί μέ τήν χάρη τοῦ Θεοῦ, στήν μόνη λυτρωτική Ἀλήθεια, πού εἶναι ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς Χριστός μας.

Εὐ­χη­θεῖ­τε, Σε­βα­σμι­ώ­τα­τε, νά ἀρ­θοῦ­με ὅ­λοι στό ὕ­ψος τῶν πε­ρι­στά­σε­ων, ἄρ­χον­τες καί ἀρ­χό­με­νοι, ποι­μέ­νες καί ποι­μαι­νό­με­νοι καί νά ἀν­τα­πο­κρι­θοῦ­με στήν ἀ­νάγ­κη καί τήν κρι­σι­μό­τη­τατῶν στιγ­μῶν πού δι­ερ­χό­μα­στε, ὡς πρόσωπα, ὡς ὀρθόδοξοι χριστιανοί, ὡς πο­λί­τες, ὡς λα­ός καί ὡς Ἔ­θνος.

Νά μήν ὑ­πο­στεί­λου­με τήν ση­μαί­α τοῦ ἀ­γώ­να, νά μήν ἐγ­κα­τα­λεί­ψου­με τό πε­δί­ο τῆς μά­χης, νά μήν καμ­φθοῦ­με ἀ­πό τίς δο­κι­μα­σί­ες, νά μήν ἐν­δώ­σου­με στίς ἀ­πει­λές καί τίς ἐπιβουλές. Νά στα­θοῦ­με ἀν­τά­ξιοι τῆς ἱ­στο­ρί­ας καί τῆς πα­ρα­δό­σε­ώς μας.

Ἡ Οἰ­κου­με­νι­κή Ὀρ­θό­δο­ξη πί­στη μας καί μέ­σῳ αὐ­τῆς ὁ οἰ­κου­με­νι­κός Ἑλ­λη­νι­κός πο­λι­τι­σμός μας, ἡ πνευ­μα­τι­κή καί ἐ­θνι­κή κα­τα­γω­γή μας, ξε­περ­νοῦν κά­θε κρίση, κάθε παγ­κο­σμι­ο­ποί­η­ση καί νέα Ἐποχή. Ἀ­πο­τε­λοῦν τή Μο­να­δι­κή Ἐ­πο­χή στήν ἱ­στο­ρί­α τῆς ἀν­θρω­πό­τη­τας, πού εἶ­ναι καί Πα­λαι­ά καίΝέ­α καί Μέλ­λου­σα καί Παν­το­τι­νή, για­τί εἶ­ναι ἡ Ἐ­πο­χή τῆς Ἀ­λή­θειας τοῦ Τρι­α­δι­κοῦ Θε­οῦ μας.

Ἄς κρα­τή­σου­με ζων­τα­νή τήν ἐλ­πί­δα στίς καρ­δι­ές μας, ἄς ἔ­χου­με ἀ­κλό­νη­τη ἐμ­πι­στο­σύ­νη στόν γλυκύτατο Κύ­ριό μας καί Σωτήρα μας Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό, ὁ Ὁ­ποῖ­ος ὅ­λα μπο­ρεῖ νά τά δι­ορ­θώ­σει καί νά τά ἀ­να­τρέ­ψει καί νά εἴμαστε σίγουροι ὅτι θά τά διορθώσει καί θά τά ἀνατρέψει.

Μπορεῖ ὁ διάβολος νά θεωρεῖται κοσμοκράτωρ τοῦ αἰῶνος τούτου, ἀλλά ὁ Χριστός μας εἶναι Παντοκράτωρ. Ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός δέν θά νικήσει μόνον στό τέλος τοῦ κόσμου θριαμβευτικά, ἔνδοξα, ὁριστικά καί αἰώνια. Νικᾶ καί σήμερα καί κάθε μέρα και παντοτεινά τό κακό, ἐφ’ ὅσον μιά πύρινη καί ἐκ ταπεινῆς καρδίας προσευχή ἀνεβαίνει στό θρόνο τοῦ Ὑψίστου.

Παραμένοντας ἐν μετανοίᾳ, εἴμαστε μόνιμα μέ τόν Αἰώνιο Νικητή, τόν Χριστό μας. Δοξασμένο τό Ἅγιο Ὄνομά Του.

Ὁ κόσμος λέγει ὅτι ἡ ἐλπίδα πεθαίνει τελευταία.

Ἀδελφοί, ἡ δική μας Ἐλπίδα εἶναι ὁ Χρι­στός καί ἡ ἐλ­πί­δα αὐ­τή δέν πε­θαί­νει πο­τέ!

 


[1] Φ. Κόντογλου «Εὐλογημένο Καταφύγιο», Ἐκδόσεις «ΑΚΡΙΤΑΣ» 1990, Ρημαγμένες Ψυχές.

[2] Φ. Κόντογλου, «Τὰ Μυστικὰ Ἄνθη», Εκδόσεις "ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ", Ἀθεΐα, τὸ καύχημα τῆς ἐποχῆς μας

[3] Φ. Κόντογλου «Εὐλογημένο Καταφύγιο», Ἐκδόσεις «ΑΚΡΙΤΑΣ» 1990, Δροσίσετε τήν ψυχή σας.

[4] Φ. Κόντογλου «Εὐλογημένο Καταφύγιο», Ἐκδόσεις «ΑΚΡΙΤΑΣ» 1990, Ἡ βλογημένη καλωσύνη.

[5] Φ. Κόντογλου «Εὐλογημένο Καταφύγιο», Ἐκδόσεις «ΑΚΡΙΤΑΣ» 1990, Τό τρελλό νερό.
[6] Φ. Κόντογλου , «Πονεμένη Ρωμιοσύνη», Ἐκδόσεις «Ἀστήρ», Παράδοση