Μία τῶν γλυκυτέρων καί συμπαθεστέρων ἑορτῶν τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου εἶναι ἡ Κοίμησις τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, τήν ὁποίαν σήμερον ἑορτάζει ἡ Ἐκκλησία».

Ἔτσι ξεκινάει τό ἄρθρο του ὁ μέγας λογοτέχνης μας Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης στήν ἐφημερίδα «Ἐφημερίς», στίς 15 Αὐγούστου τοῦ 1887. Φαίνεται πώς καί τότε ὑπῆρχε ἄγνοια τῶν περισσοτέρων γιά τό μέγεθος καί τήν πνευματική διάσταση τῆς ἑορτῆς, γι’ αὐτό καί ὁ Παπαδιαμάντης περισσότερο ἐνημερώνει, παρά ἐκδαπανᾶται σέ ὑψηλές θεολογικές ἔννοιες. «Ἡ Κοίμησις αὕτη συνέβη, κατά τήν εὐσεβῆ παράδοσιν, τή 15 Αὐγούστου, ἀλλά προϊόντος τοῦ χρόνου, σύν τῇ καλλιεργείᾳ καί ἀναπτύξει τοῦ χριστιανικοῦ πνεύματος, ἐτάχθη ἡ προηγουμένη τῆς ἡμέρας ταύτης δεκατετραήμερος ἐγκράτεια, πρός τιμήν τῆς ὑπεράγνου Θεομήτορος καί αὐτή γινομένη…. Κατά τήν ἡμέραν τῆς ἑορτῆς τά ἄσματα καί οἱ ὕμνοι εἶναι ἐκ τῶν καλλίστων της Ἐκκλησίας. Ὅ,τι ὑψηλόν καί ὡραῖον ἔγραψε ποτέ ὁ Κοσμᾶς καί ὁ Δαμασκηνός Ἰωάννης, οἱ δύο μέγιστοί της Ἐκκλησίας μελοποιοί, τονίζεται τήν ἡμέραν ταύτην ἐπ’ ἐκκλησίαις καί ἡ ἀκολουθία τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου ἁμιλλᾶται πρός τάς τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος καί τῶν Χριστουγέννων». Καί σέ ἄλλο σημεῖο σημειώνει: «Μετά τήν δεκαπενθήμερον προπαρασκευήν καί νηστείαν, ἄρχεται ἡ ἑορτή καί μετ’ αὐτήν τά μεθέορτα μέχρι τῆς 23ης τοῦ μηνός, καθ’ ἥν τελεῖται ἡ ἀπόδοσις τῆς ἑορτῆς, ἡ ἄλλως λεγομένη καί Μετάστασις τῆς Θεοτόκου».
Ὁ Παπαδιαμάντης εἶχε ἰδιαίτερη ἀδυναμία στήν Παναγία καί στήν θαυματουργό εἰκόνα της  τήν «Εἰκονιστρία», πού  εἴναι  εὐλογία γιά τήν ἰδιαίτερη πατρίδα του, τή Σκιάθο. Τό 1903, μέ τά πενιχρά του οἰκονομικά μέσα, βοήθησε ἀποφασιστικά στήν ἔκδοση βιβλιαρίου, μέ τίτλο «Ἱστορία τῆς Ἱερᾶς καί Σεβασμίας Μονῆς τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς Εἰκονιστρίας τῆς ἐν τῇ νήσῳ Σκιάθῳ καί τῆς θαυμαστῆς εὑρέσεως τῆς Ἁγίας Αὐτῆς Εἰκόνος, συντεθεῖσα ὑπό Ἐπιφανίου Δημητριάδου, Σκιαθίτου, καί ἐκδοθεῖσα τό πρῶτον ἐν ἔτει 1903 ἐπιστασίᾳ Ἀ. Παπαδιαμάντη, μετά σημειώσεων αὐτοῦ». Τοῦ βιβλιαρίου αὐτοῦ ὑπῆρξε δεύτερη ἔκδοση, μέ τήν ἐπιμέλεια τοῦ Ἀλεξ, Μωραϊτίδου, ὁ ὁποῖος προσέθεσε Παρακλητικό Κανόνα, πού ψάλλεται κατά τή Λιτανεία τῆς Ἁγίας Εἰκόνος καί Πανηγυρική Ἀκολουθία τῆς εὑρέσεώς Της. Ὁ Παπαδιαμάντης στήν πρώτη σελίδα του ἀπευθύνεται στούς ἀναγνῶστες καί τούς προτρέπει νά βοηθήσουν στήν ἐπισκευή τοῦ Ναοῦ: «Τό μικρόν τοῦτο τεῦχος διανέμεται εἰς τούς φιλευσεβεῖς χριστιανούς ἀντί προαιρετικῆς τινός εἰσφορᾶς, μελλούσης νά χρησιμεύση πρός ἐπισκευήν καί ἀνακαίνισιν μέρους τοῦ Ναοῦ τῆς Παναγίας τῆς Κουνιστρίας, ἑτοιμορρόπου ὄντος.

Ἔρρωσθε.
Ἐν Σκιάθῳ 1903, κατά Ὀκτώβριον.
Ἀ. Παπαδιαμάντης»

Ὁ Παπαδιαμάντης τήν ἀγάπη του πρός τήν Παναγία τήν ἐξέφρασε καί μέ ποιήματα, ὅπως εἶναι «Στήν Παναγία τήν Κουνίστρα», «Στήν Παναγία τοῦ Ντομᾶν», «Στήν Παναγίτσα στό Πυργί», «Στην  Παναγία τήν Κεχριά» καί «Στήν Παναγία τή Σαλονικιά».
Ἔγραψε καί «ἱκετήριο» Κανόνα «Εἰς τήν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον τήν Γοργοεπήκοον», πού ἀρχίζει μέ τό τροπάριο: «Νεκρῶσαι τόν ἔξω ἐπιποθῶν καί ζωοποιῆσαι νεκρωθέν τό πνευματικόν, πρός σέ μόνην, Ἄχραντε, προστρέχω, τήν ἀρωγόν τήν ἐμήν καί προστάτιδα».
Ὁ Παπαδιαμάντης ἔγραψε γιά τήν Παναγία καί τό ἐκλεκτό διήγημά του «Ἡ Γλυκοφιλούσα», τό ὁποῖο δημοσιεύθηκε στήν ἐφημερίδα «Ἀκρόπολις» τά Χριστούγεννα τοῦ 1894. Γράφει σχετικά ὁ Χρῆστος Μαλεβίτσης:
«Στή Γλυκοφιλούσα διανοίγονται ὅλοι οἱ δρόμοι πού ὁδηγοῦν στή μεταποίηση τοῦ κακοῦ. Ὡστόσο, τό κακό καί ὁ χειμασμός τοῦ βίου ὑπάρχουν καί θά ὑπάρχουν. Σ’ αὐτό δέν ἔχει ψευδαισθήσεις ὁ Παπαδιαμάντης. Γι’ αὐτό καί στήν οὐσία ὁ δρόμος τῆς πίστεώς του ἀποβλέπει στή στερέωση τῆς ψυχῆς, ὥστε τούτη νά καταστεῖ ἄτρωτη ἀπό τήν ἱστορική καταφορά!…Σωτηρία εἶναι ἡ τήρηση τῆς ἀκεραιότητας τῆς ψυχῆς, ἔστω κι ἄν γύρω τα πάντα καταρρέουν. Κι αὐτό τό κατορθώνει μόνον ἡ πίστη σέ ἀκατάρρευστες ἀρχές, πού εἶναι οἱ θρησκευτικές. Στόν Παπαδιαμάντη ἡ πίστη δέν ἀνταμοίβει. Ἡ ἴδια εἶναι ἀνταμοιβή. Θά εἶναι μικρόνους ὅποιος ἰσχυριστεῖ πώς μιά τέτοια πίστη ἐπέχει θέση ἀναλγητικοῦ. Τά ἀναλγητικά δέν ἀνυψώνουν τήν ἀξιοπρέπεια τοῦ ἀνθρώπου, δέν ἀνορθώνουν τό φρόνημα, δέν εὐγενίζουν τήν ψυχή, ὅπως κάνει ἡ γνήσια θρησκευτική πίστη. Ἡ γνήσια πίστη ἀνορθώνει τόν ἄνθρωπο ἔναντι τῆς ἀπειλῆς τοῦ κόσμου τούτου, χωρίς ὅρους». ( Σήμ. Τά κείμενα εἶναι ἀπό τό ἄρθρο  τοῦ Χρ. Μαλεβίτση στό ἀφιέρωμα τῆς «Εὐθύνης», μέ τίτλο «Μνημόσυνο τοῦ Παπαδιαμάντη» καί στίς σελίδες 67 - 92, πού ἐκδόθηκε τόν Δεκέμβριο τοῦ 1981).
Ὁ Παπαδιαμάντης δέν εἶναι μόνον ἕνας πνευματικός ἄνθρωπος, πού ἀγαπᾶ μέ ὅλο του τό εἶναι τόν Χριστό, τήν Παναγία, τούς Ἁγίους, τή Σκιάθο καί τήν Ἑλλάδα. Εἶναι ἕνας μέγας συγγραφέας, πού ξεχωρίζει ἀπό τούς ὁμοτέχνους του λογοτέχνες, ὅπως καί ὁ Σαραντάρης, γιατί δέν εἶναι «ἐστέτ», γιατί δέν ὑπηρετεῖ διά τῆς αἰσθητικῆς τήν ἠθική καί τήν πνευματική παρακμή, οὔτε νάρκισσος πού περιφέρει τό καλλιεπές, ἀλλά θνησιγενές ἄνθος τῆς ματαιοδοξίας του. Ὁ Παπαδιαμάντης δέν  διχάζει τόν ἑαυτό του ἀνάμεσα στή ζωή του, στήν Τέχνη καί στήν πίστη του, σ’ αὐτή τή σχιζοφρένεια ἤ τήν κενότητα πού μαστίζει τήν ἐποχή μας. Εἶναι ἁγνός καί καθαρός στήν ψυχή καί μέ τήν πίστη του δίνει  μέ τό ἔργο του αἰσιοδοξία γιά τή ζωή, πού δέν μποροῦν νά προσφέρουν οἱ χοϊκοί λογοτέχνες, ὅσο μεγάλοι κι ἄν θεωροῦνται. Ἡ αἰσθητική ἔχει ὀροφή, μπορεῖ ὄμορφη, μπορεῖ πολυτελῆ, ἀλλά ὀροφή. Ὁ Παπαδιαμάντης μᾶς διδάσκει νά ξεπεράσουμε τήν ὀροφή καί νά δοῦμε τόν οὐρανό, μέ τήν βοήθεια τῆς Παναγίας. Γι’ αὐτό καί μένει πάντα ἕνα σταθερό πνευματικό ὁρόσημο γιά ἐμᾶς, τούς Ἕλληνες.-