του Χρήστου Γιανναρά


Ο Σωκράτης απευθύνεται στους πολίτες δικαστές του. Τον έχουν μόλις καταδικάσει να διαλέξει: θάνατο ή εξορία. Για έναν πολίτη της αρχαίας ελληνικής πόλεως η εξορία (αποπομπή του από το «πολιτικόν άθλημα αληθείας») είναι κάτι χειρότερο από τον θάνατο. Δεν έχει νόημα η επιβίωση δίχως την τιμή να είσαι πολίτης.

Στη δημοκρατία, όπως οι κάποτε Ελληνες τη γέννησαν και την άσκησαν, δεν υπάρχει δήμιος, όπως δεν υπάρχουν και σωματικές ποινές (ραβδισμοί, μαστιγώσεις, φραγγελώσεις, ακρωτηριασμοί), είναι αδιανόητο να ατιμαστεί η «ιερότητα» του σώματος του πολίτη. Ο καταδικασμένος σε θάνατο (ακοινωνησία) πολίτης ή θα πάρει μόνος του να πιει το κώνειον («πειθόμενος τοις νόμοις») ή θα αυτεξοριστεί.

Ο Σωκράτης έχει αποφασίσει το κώνειο. Και περαιώνει την απολογία του λέγοντας στους συμπολίτες κριτές του: «Ηρθε η ώρα να πηγαίνουμε. Εγώ για να πεθάνω, εσείς για να συνεχίσετε τη βιοτή σας. Ποιος από τους δυο πηγαίνει στο καλύτερο, δεν το ξέρουμε: είναι άγνωστο σε όλους, εκτός από τον θεό».

Η δήλωση άγνοιας για το ουσιωδέστερο από τα προβλήματα του ανθρώπου προϋποθέτει υψηλό επίπεδο καλλιέργειας. Σεβασμό στο άγνωστο, ήρεμη αποδοχή του δεδομένου – σίγουρα δεν προκύπτουν από τη συμφιλίωση με έναν αφελή μηδενισμό, ούτε από μυθώδη ιδεολογήματα. Το άγνωστο, το επέκεινα του θανάτου, έχει έμμεσα αλλά αποκαλυπτικά φωτιστεί στην αρχιτεκτονική του Παρθενώνα, στο κλασικό «άγαλμα» (από το αγάλλομαι), στα συναρπαστικά δρώμενα της τραγωδίας. Δεν υπάρχει «υψηλός» πολιτισμός (με επιτεύγματα φωτισμού του «νοήματος» της ύπαρξης) χωρίς προσδοκία πληρωματικής αχρονίας.

Βέβαια, εμφανίζονται στην Ιστορία και οι αφελείς επαγγελίες για ηδονική μετά θάνατον ευφροσύνη, μετρημένη ποσοτικά: βουνά με πιλάφι, ποτάμια με μέλι. Ομως κάπου ανάμεσα στον Σωκράτη και στον ισλαμικό παραδείσιο χορτασμό, παρεμβάλλεται το χριστιανικό ευ-αγγέλιο. Εκεί ακούγεται για πρώτη φορά ότι μπορεί ο θάνατος να «πατάται θανάτω».

Δηλαδή, η ύπαρξη να γίνει σχέση, η ελεύθερη από τον θάνατο ύπαρξη «αγάπη εστί», ολοκληρία ελευθερίας. Υπάρχει ο άνθρωπος ως έμπρακτες σχέσεις και ελευθερώνεται από τη σχετικότητα των σχέσεων όταν, ελεύθερος από την εγωτική αυτοάμυνα, υπάρχει επειδή αγαπάει. Αυτή την υπαρκτική ελευθερία τη ζει ο καθένας μας κατακερματισμένη στην αποσπασματικότητα του χρόνου, αλλά την προσδοκά ως χαροποιό ελπίδα πληρωματικής ελευθερίας, άχρονης, στην ολοκληρία της αγάπης.

Το συναρπαστικότερο στο χριστιανικό ευ-αγγέλιο είναι ότι μένει πάντοτε ανυπότακτο στις θωρακισμένες απαιτήσεις της ιδεολογίας και στα ψυχολογικά τεχνάσματα του εντυπωσιασμού. Το ευ-αγγέλιο σαρκώθηκε κυρίως σε παραβολές και στην εκφραστική υψηλών, μέσα στην ανθρώπινη Ιστορία, επιτευγμάτων Τέχνης: στη δραματουργία της ευχαριστιακής λατρείας, στην ποίηση και στη μουσική, συνυφασμένες με τη ζωγραφική και την αρχιτεκτονική. Αφορούσε στον τρόπο της ύπαρξης, όχι στη συμπεριφορά. Οπως ο έρωτας.

Σήμερα η πιστοποίηση αυτή μας ξενίζει, επειδή η ζωή μας και η νοο-τροπία μας έχουν παγιδευτεί στο παγκοσμιοποιημένο «παράδειγμα» του βαρβαρικού ατομοκεντρισμού. Εχουν αλλάξει, πολλές δεκαετίες τώρα, όχι οι απόψεις και αντιλήψεις μας, όχι απλώς οι αξιολογήσεις και ιεραρχήσεις των αναγκών μας, αλλά η νοο-τροπία μας, ο τρόπος της ύπαρξής μας. Δεν ξέρουμε πια να εμπιστευθούμε, επομένως ούτε και να ελπίσουμε. Η εμπιστοσύνη και ελπίδα δεν διδάσκεται, δεν προπαγανδίζεται με κηρύγματα, συναισθηματικά ψυχολογήματα και ηθικοδιδασκαλίες. Μεταγγίζεται όπως η αγάπη για τη μάνα, η εμπιστοσύνη στον πατέρα, η συναρπαγή από την ομορφιά.

Γενεές γενεών στη δική μας, την ελληνική κοινωνία και εμπειρία, έζησαν με την ταπεινή απορία του Σωκράτη για τον θάνατο, αλλά και την αυτονόητη τελική εναπόθεση στον Θεό, της κρίσης για το «άμεινον» της προθανάτιας ή της μεταθανάτιας ύπαρξης. Αυτή η πίστη - εμπιστοσύνη, συμπυκνωμένη στη δίλεκτη (δύο λέξεων) βεβαιότητα: «έχει ο Θεός» στήριξε γενεές γενεών Ελλήνων σε κατατρεγμούς, λοιμούς και λιμούς, σε προσφυγιά και αποδημίες, λεηλασίες και σφαγές, εμφύλιους σπαραγμούς και θεομηνίες.

Δεν είναι συμπτωματική - αποσπασματική η απώλεια αυτής της ειρηναίας εμπιστοσύνης σε Προνοητή και Κυβερνήτη του ανθρώπινου βίου. Είναι γέννημα της εθελούσιας, παρακμιακής, αλλά και ξιπασμένης αλλαγής πολιτισμικού «παραδείγματος». Διακόσια χρόνια οι Νεοέλληνες πασχίζουμε να γίνουμε κάτι άλλο από αυτό που είμαστε, όχι στα χρηστικά και επουσιώδη, αλλά σε «πράματα τζιβαϊρικά πολυτίμητα», δοκιμασμένα στην πείρα αιώνων:

Την Εκκλησία, άξονα και αντιστύλι της ζωντανής κοινότητας - «πόλεως», την ονοματίσαμε «επικρατούσα εν Ελλάδι θρησκεία». Την πίστη, αντί για εμπιστοσύνη, τη λογαριάζουμε ιδεολογία και ατομικές πεποιθήσεις. Τη σωτηρία τη θεωρούμε ατομικό κατόρθωμα, όχι κοινωνούμενη γιορτή. Στον καθεδρικό ναό της πρωτεύουσας, αντί για εικόνες βάλαμε τριτοκλασάτες φράγκικες ζωγραφιές και τη συναρπαστική μεγαλοπρέπεια της τραγωδικής λατρευτικής μας παράδοσης την υποτάξαμε στην ασυμμάζευτη χρησιμοθηρία του ηθικιστικού κηρύγματος. Κήρυγμα, όλοι φρενιασμένοι για κήρυγμα - προπαγάνδα - ατομικές «πεποιθήσεις» – πώς να λειτουργήσει η βλαστική δυναμική της ελπίδας: το «έχει ο Θεός» της μαρτυρικής ρωμιοσύνης;

Ο κορωνοϊός ξεγυμνώνει τη μεταφυσική μας αοπλία.