Κυριακή του τυφλού, σήμερα. Δεν το ήξερα καν, το διαβάζω εκ των υστέρων. «Πιστεύεις»; Ρώτησε ο Χριστός. «Πιστεύω Κύριε» απάντησε ο τυφλός.

Σήμερα το πρωί σηκώθηκα σχετικά νωρίς για να πάω στην εκκλησία. Ήμουν εκεί περίπου στις 07:45. Ξέροντας ότι η ακολουθία αρχίζει στις 07:30 ήμουν σίγουρος ότι θα έβρισκα μια θέση, από τις λίγες μετρημένες που πλέον υπάρχουν στις ενορίες, τηρουμένων των αποστάσεων.

«Συμπλήρωσα». Άκουσα τον νεωκόρο να μου λέει όταν έφτασα στην είσοδο. «Συμπλήρωσα» είπε και σε μια κυρία που ακολουθούσε πίσω μου.

Θλίψη, πόνος, λύπη. Αυτά τα συναισθήματα με κυρίευσαν. Μπήκα στον Ναό, δάκρυα ξεχείλισαν μπροστά στην εικόνα της Παναγίας, του Χριστού και των Αγίων.

Άναψα το κεράκι μου κι έφυγα με σκυμμένο το κεφάλι. Σχεδόν δεν έβλεπα, αλλά και δεν άκουγα ή δεν ήθελα να ακούσω οτιδήποτε από οποιονδήποτε. Αυτό που ένοιωθα ήταν μια μεγάλη συντριβή μέσα μου, βαθιά στη ψυχή μου.

Πρόλαβα να δω ότι την κυρία που με ακολουθούσε την «βόλεψε» σε ένα σκαμπουδάκι η νεωκόρισσα.

«Λυπάμαι», μου είπε ο νεωκόρος καθώς έφευγα, «οι κανόνες είναι τέτοιοι».

Η πρώτη μου σκέψη φεύγοντας και αφού μπόρεσα να αρχίσω να σκέφτομαι ήταν ότι φταίω εγώ που άργησα να πάω. Η δεύτερη είναι ότι την επόμενη Κυριακή θα πρέπει να πάω πιο νωρίς. Η τρίτη ήταν ότι αν πάω εγώ πιο νωρίς κάποιος άλλος ή κάποια άλλη θα ακούσει το «Συμπλήρωσα» που οι κανόνες επιβάλουν να ακούγεται τώρα πια στους Ναούς αντί του «καλώς ήρθατε».

Δεν μπορεί η πίστη μας να μετατραπεί σε ένα αγώνα δρόμου για μια θέση στην εκκλησία λες και πρόκειται να ανεβαίνουμε σε λεωφορείο για μια διαδρομή και διεκδικούμε τη θέση μας σε αυτό έναντι κάποιου άλλου που θα μείνει όρθιος ή ακόμη χειρότερα απ’ έξω.

Η τελευταία μου σκέψη είναι ότι η αγάπη του Χριστού προς τους ανθρώπους δεν συμπληρώνεται, δεν μπορεί να έχει συμπληρωθεί. Γιατί ποια ελπίδα μένει μετά για μένα τον αμαρτωλό; Για μένα τον τυφλό που δεν έβλεπα και προσπαθώ (ίσως όχι αρκετά) να δω με τα μάτια της ψυχής;

Μπαίνω, έχω μπει, σε ένα αγώνα δρόμου, όχι για να διεκδικώ μια καρέκλα σε κάποια εκκλησία, ούτε για να κερδίσω κάποια πρωτιά. Αγωνίζομαι για να κερδίσω τη συγχώρεση με μετάνοια και προσευχή από Αυτόν που σταυρώθηκε για όλους μας. Ακόμη και για εμένα τον πιο αμαρτωλό απ’ όλους.

Γύρισα σπίτι, άναψα το καντηλάκι, προσευχήθηκα, ακούω τη λειτουργία από τα μεγάφωνα, δεν είμαι εκεί αλλά είναι σαν να είμαι. Σίγουρα πρέπει να βρεθούμε και πάλι στις εκκλησίες μας, χωρίς περιορισμούς και με ενεργή συμμετοχή στα μυστήρια, την χάρη και τον αγιασμό που μας προσφέρουν. Η ψυχή μου γεμίζει ελπίδα ότι θα βρω το δρόμο, θα βρούμε το δρόμο. Αν θέλουμε θα τον βρούμε.