«Αλέξανδρος Υψηλάντης.
Ο Αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας
και της Επανάστασης του 1821»

ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ ΚΥΡΙΖΟΓΛΟΥ,

δικηγόρου, δημάρχου ΑμπελοκήπωνΜενεμένης

και Προέδρου της Περιφερειακής Ένωσης

Δήμων Κεντρικής Μακεδονίας

 

Λόγος ΠανηγυρικόςΕπαινετικός

Ναι λοιπόν, ναι!

«Ας μη βρέξει ποτέ
το σύννεφον και ο άνεμος
σκληρός ας μη σκορπίση
το χώμα το μακάριον
που σας σκεπάζει.
………………………………
Ω γνήσια της Ελλάδος
τέκνα ˙ ψυχαί ‘που επέσατε
εις τον αγώνα ανδρείως,
τάγμα εκλεκτών Ηρώων
καύχημα νέον.
………………………………»

Καύχημα νέον, που παραμένει και θα παραμένει στους αιώνες νέο. Που θα το φέγγει πάντα το άστρο της αθανασίας με το ανέσπερο φως του. Αυτή είναι η θυσία του Ιερού Λόχου. 

Αλέξανδρος Υψηλάντης

Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1792, μεγάλωσε στη Ρωσία, πολέμησε στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, πέθανε στη Βιέννη το 1828. Όμως η καρδιά του «χτυπά» για πάντα στην Ελλάδα, όπου ζήτησε να μεταφερθεί πριν πεθάνει.

Αυτός ήταν ο ποντιακής καταγωγής Αλέξανδρος Υψηλάντης. Δεν επισκέφτηκε ποτέ την Ελλάδα και όμως ζήτησε πριν πεθάνει να μεταφερθεί η καρδιά του στην Ελλάδα.

Το πατριωτικό του συναίσθημα, η αγάπη στην πατρίδα, η προσήλωση στα ελληνοχριστιανικά ιδεώδη, τον παρότρυναν να δεχθεί την πρόταση των τριών κορυφαίων της Φιλικής Εταιρείας (Ξάνθου, Τσακάλωφ και Σκουφά) να αναλάβει την ηγεσία της εταιρείας τον Απρίλιο του 1820 στην Πετρούπολη, σε ηλικία 28 χρονών. Του δόθηκε το ψευδώνυμο «Καλός» και τα αρχικά «α.ρ» για να υπογράφει τις επιστολές του.

Ήταν αξιωματικός του Ρωσικού Στρατού και προήχθη από τον Τσάρο στο βαθμό του Συνταγματάρχη σε ηλικία 21 ετών, μετά τη μάχη της Δρέσδης κατά του Ναπολέοντα, όπου έχασε το δεξί του χέρι.

Πρέπει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι ο Υψηλάντης δεν έγινε ποτέ Ρώσος υπήκοος. Εκτός από εξαιρετικός αξιωματικός, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης διακρίθηκε και για τις λογοτεχνικές και ποιητικές του επιδώσεις.

Ως Γενικός Επίτροπος της Αρχής της Φιλικής Εταιρίας, ανέλαβε την ευθύνη της οργάνωσης και προετοιμασίας του Αγώνα. Οκτώ μήνες μετά την ανάληψη των καθηκόντων αποφάσισε την κήρυξη της επανάστασης.

Ο ξεσηκωμός του 1821 άρχισε στις 24 Φεβρουαρίου με την προκήρυξη του Αλέξανδρου Υψηλάντη «ΜΑΧΟΥ ΥΠΕΡ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΙ ΠΑΤΡΙΔΟΣ», στο Στρατόπεδο του Ιασίου της Μολδαβίας. Μετά ακολούθησε ο ξεσηκωμός στην Πελοπόννησο (Καλαμάτα, Καλάβρυτα, Τρίπολη), τον Μάρτιο του 1821.

Στις 27 Φεβρουαρίου 1821 τελείται δοξολογία στο ναό των Τριών Ιεραρχών, στο Ιάσιο, χοροστατούντος του Μητροπολίτη Βενιαμίν Κωστάκη. Ο Μητροπολίτης ευλόγησε τη σημαία, που από τη μία πλευρά είχε ομοίωμα του Αγίου Κωνσταντίνου και της Αγίας Ελένης με το «Έν τούτω νίκα» και τον Σταυρό και από την άλλη τον φοίνικα με το «'Εκ της κόνεώς μου αναγεννώμαι». Ο Μητροπολίτης έδωσε στον Υψηλάντη το ξίφος και εκεί ο στρατός και ο αρχηγός τους έδωσαν τον όρκο για την ελευθερία της πατρίδας.

Την ίδια μέρα ο Μεγάλος Φιλικός υπέβαλε την παραίτησή του από τον Ρωσικό στρατό και μέχρι το τέλος Φεβρουαρίου είχε συγκροτήσει στρατιωτικό σώμα, με βασικό πυρήνα τον Ιερό Λόχο.

Συγκρότησε τον Ιερό Λόχο από 500 εθελοντές, επιστήμονες, φοιτητές από πανεπιστήμια της Ανατολικής και της Δυτικής Ευρώπης, από το Βουκουρέστι, από την Τραπεζούντα, από το Ιάσιο, την Οδησσό, το Κίεβο, την Μόσχα, την Αγία Πετρούπολη, αλλά και από την Πίζα, την Τεργέστη, τις σχολές της Γαλλίας, της Γερμανίας και της Αυστροουγγαρίας.

Οι κακουχίες που υπέστησαν οι Ιερολοχίτες φαίνονται εύγλωττα από ένα γράμμα του Σούτσου προς την οικογένεια του, λίγες μέρες πριν από τον ηρωικό του θάνατο. Στο Δραγατσάνι ο νεαρός εκατόνταρχος περιγράφει ως εξής την κατάσταση του στρατεύματος:

«Δεν έχω πλέον υποδήματα», γράφει, «τα πόδια μου καταξεσχίσθηκαν. Κοιμούμαι μέσα εις θανατηφόρα τέλματα. Ζω με καρπούς, σπανίως ευρίσκω ένα ξερό κομμάτι ψωμί. Αλλ' αι στερήσεις αυταί μου είναι γλυκείαι, ο βίος αυτός μ' αρέσει. Από παιδί δεν ωνειρευόμην άλλο από την ημέραν την ανεξαρτησίας μας. Ευρίσκομαι πρώτην φοράν επί κεφαλής ελευθέρων ανθρώπων, οι οποίοι δεν με φορτώνουν με ματαίους τίτλους, οι οποίοι μου δίδουν το γλυκύ του αδελφού όνομα... Χαίρετε!...Θα ιδωθώμεν;...που!... ο Θεός το ξεύρει!»

Ο Σουλτάνος έστειλε εναντίον του στρατό πολυάριθμο με τρεις πασάδες. Στο Δραγατσάνι δόθηκε η μεγάλη μάχη με τους Ιερολοχίτες. Ανεξάρτητα από την τελική έκβαση της μάχης, όπου από λάθος χειρισμών και εκτιμήσεων του επικεφαλής Καραβιά, που ενήργησε παρά τις εντολές του Υψηλάντη και έπεσαν οι περισσότεροι Ιερολοχίτες στο πεδίο της μάχης, προκάλεσε τον θαυμασμό της κοινής γνώμης της εποχής και τιμήθηκε ως σύμβολο της άνευ όρων αυτοθυσίας για την πατρίδα, από όλους όσους θεωρούν ως υπέρτατο αγαθό την Ελευθερία.

Ο Υψηλάντης, θύμα της Ρωσοαυστριακής συμπαιγνίας, συλλαμβάνεται και φυλακίζεται στα κάτεργα του Μούνκατς της Ουγγαρίας για έξι χρόνια.

Κατά τη διάρκεια της φυλάκισης του Υψηλάντη στο μεσαιωνικό φρούριο οργανώθηκαν δύο απόπειρες απόδρασης. Η πρώτη έγινε την άνοιξη του 1822.

Ο Υψηλάντης, παρά το πρόβλημα της υγείας του, διεμήνυσε ότι δεν μπορεί να εγκαταλείψει τους συντρόφους του και ότι είναι αντίθετος με οποιαδήποτε τέτοια εξέλιξη.

Η δεύτερη και σοβαρότερη προσπάθεια, σχεδιάστηκε αρχικά από τον αδερφό του Δημήτριο Υψηλάντη. Και πάλι αρνήθηκε.

Ο Υψηλάντης εξήγησε με σαφήνεια πως δεν κρατείται μόνος του και ότι, αν αποτολμούσε να αποδράσει, θα έφερνε σε δεινή θέση τους συγκρατουμένους του.

Κι ακόμα, σύμφωνα με όσα φέρεται να είχε πει ο έγκλειστος πρίγκιπας, μια από τις βασικές αιτίες της άρνησής του ήταν ο λόγος της στρατιωτικής του τιμής, που είχε δώσει, ότι δεν πρόκειται να αποδράσει!

Έτσι ο Αλέξανδρος λιώνει στα κάτεργα του Μούνκατς. Κι όμως, στην Ελλάδα κάποιοι φροντίζουν να εξαφανισθεί ή γίνεται ισχνή αναφορά στα κείμενα του Αγώνα για την Φιλική Εταιρεία και τον Ηγέτη της.

Ο Μέτερνιχ, βέβαιος για τον επικείμενο θάνατο του Υψηλάντη, δίνει άδεια για την απελευθέρωσή του τον Νοέμβριο του 1827. Του απέμειναν δύο μήνες ζωής.

Στο πανδοχείο «Χρυσό Απίδι» στην σημερινή Λάντ - στράσσε (Χάουπστ - στράσσε) αρ. 31 της Βιέννης, ο πρίγκιπας θα περάσει τις τελευταίες εβδομάδες της σύντομης ζωής του.

Το τελευταίο πρωινό της ζωής του, στις 19 Ιανουαρίου 1828, όταν ο υπασπιστής του Λασσάνης τον επισκέφτηκε, κρατώντας στο χέρι του το φύλλο του «Αυστριακού Παρατηρητού», στην ερώτηση του Υψηλάντη αν είχε καμία είδηση για την Ελλάδα, του διάβασε: «Ο κυβερνήτης της Ελλάδας Καπποδίστριας έφτασε στη Μελίτη, εκείθεν Αγγλική φρεγάτα παραλαβούσα αυτόν μεταφέρειν στην Ελλάδαν», στις 8 Ιανουαρίου 1828.

Στις 19 Ιανουαρίου 1828 εξομολογήθηκε, είπε το Πάτερ ημών, το Πιστεύω και έκανε το σταυρό του. Ύστερα ψιθύρισε «Θέλω να κοιμηθώ». Κι αποκοιμήθηκε για πάντα στην αγκαλιά της ιστορίας. Στον κόρφο της Ελλάδας, που τόσο αγωνίστηκε για την απελευθέρωσή της από τους τούρκους κατακτητές. Η ψυχή του ταξίδεψε στα ποντιακά ακρογιάλια και ανηφόρισε στα παρχάρια.

Μετά, πήρε το δρόμο για τα Υψηλά και από εκεί βρέθηκε στην Πόλη των Κωνσταντίνων. Στου Φαναριού τα καλντερίμια αναζήτησε την ελάχιστη ελπίδα, που παιδί φύσηξε εντός του, του γένους η Μεγάλη Ιδέα. Και αναπαύτηκε για πάντα...

Ο αδελφός του Νικόλαος Υψηλάντης ανήγγειλε το θλιβερό νέο με επιστολή στον αδερφό του Δημήτριο στις 24 Ιανουαρίου:

«Φίλτατε αδελφέ Δημήτριε,

Δια προσταγής του εκρατήσαμεν την καρδίαν του δια την πατρίδα, το οποίον και εκτελέσαμεν, ενταυτώ όμως εβαλσαμώθη και το σώμα του όπου αν η πατρίς θελήση να ενταφιάση και αυτό εν καιρώ τω προσήκοντι, να εκτελέσωμεν. Μακάρια η μνήμη του».

Σήμερα η καρδιά του Αλέξανδρου βρίσκεται σε προθήκη στον Ιερό Ναό των Παμμεγιστών Ταξιαρχών στην Αθήνα, στην Στησιχόρου, πίσω από το προεδρικό μέγαρο και δίπλα η καρδιά του αδερφού του Γιώργου. Καμία τελετή με την παρουσία επισήμων. Η Ypsilanti Township στο Michigan των ΗΠΑ πήρε το όνομά της προς τιμήν του. Αργότερα η πόλη Ypsilanti στις ΗΠΑ πήρε το όνομά της από τον αδελφό του Δημήτριο.

Στον Αγώνα συμμετείχε όλη η οικογένεια του Αλέξανδρου.

Η μητέρα του Αλέξανδρου Υψηλάντη Ελισάβετ, μετά το θάνατο του συζύγου της Κωνσταντίνου Υψηλάντη, ανέλαβε εξ ολοκλήρου την ευθύνη για τα επτά παιδιά τους.

Το 1821, εκτός από τον ένα γιό της, που ήταν ανήλικος, οι άλλοι πρωτοστάτησαν στην Επανάσταση. Η ίδια θεώρησε πρώτιστο καθήκον της να βοηθήσει οικονομικά τον Αγώνα.

Η μητέρα του, ερωτηθείσα, εάν είναι διατεθειμένη να δώσει και τα τελευταία εναπομείναντα ρούβλια για την ενίσχυση της Επανάστασης, έδωσε μια συγκινητική απάντηση, την οποία κατέγραψαν τόσο Έλληνες ιστορικοί όσο και Μολδαβοί:

«θα λυπηθώ τα κτήματά μου... όταν διαθέτω στον αγώνα τα τέσσερα παιδιά μου, τις ζωές τους στην υπηρεσία της Επανάστασης;».

Παράλληλα, φρόντιζε για την περίθαλψη εκατοντάδων Ελλήνων, που μετά τις αποτυχίες του Υψηλάντη στη Βλαχία, κατέφυγαν στη Βεσσαραβία.

Ως μάνα βίωσε την τραγική πραγματικότητα να δει τους τρεις γιούς της στη φυλακή επί 6,5 χρόνια. Για να ανταπεξέλθει στον αγώνα, έφτασε στο σημείο να πουλήσει το οικογενειακό αρχοντικό στο Κίεβο αντί 50.000 ρουβλίων.

Παρά το εξαιρετικά επώδυνο γεγονός, ότι η ίδια στερήθηκε τους πολυαγαπημένους της γιους, ζούσε με την παρηγοριά ότι θυσιάστηκαν για την πατρίδα.

Η οικογένεια Υψηλάντη έδωσε στον Αγώνα, χωρίς καμία σκέψη, τέσσερα παλληκάρια της, σύμφωνα και με τη συγκλονιστική ομολογία της Ελισάβετ Υψηλάντη. Κι αν ο Αλέξανδρος ήταν αυτός που κήρυξε την έναρξη της Επαναστάσεως στις Ηγεμονίες, ο αδερφός του Δημήτριος, κατά παράξενη συγκυρία, έμελλε να είναι αυτός που θα συνέδεε το όνομά του με την τελευταία μάχη στην Πέτρα Βοιωτίας, στις 12 Σεπτεμβρίου του 1829.

..............................................................................................................................................

Χρέος έχουμε να τιμήσουμε τους νεκρούς μας του 1821 και να ανταποκριθούμε στις προσδοκίες τους, να υπηρετήσουμε την πατρίδα. Να ενστερνισθούμε και να κάνουμε πράξη στη ζωή μας τις αρχές και τις αξίες για τις οποίες αυτοί αγωνίσθηκαν. Να τους μιμηθούμε. Μας το λέει ξεκάθαρα ο ποιητής Ανδρέας Κάλβος. Κάθε μάνα καλεί τα παιδιά της: «τον ένδοξον Λόχον, τέκνα, μιμήσατε, Λόχον Ηρώων».

Η πατρίδα είναι η κυρίαρχη ιδέα πάνω στην οποία οικοδομείται ο πολιτισμός και στηρίζεται η ζωή. Είναι μια ηθικοκοινωνική αξία η οποία διατρέχει ιδιαίτερα το αρχαίο ελληνικό πνεύμα.

Είναι το συναίσθημα που διακατείχε τον Όμηρο, ο οποίος τονίζει «εις οιωνός άριστος αμύνεσθαι περί πάτρης..». Είναι τα βιώματα του Σωκράτη, ο οποίος είπε: «Μητρός τε και πατρός και των άλλων προγόνων απάντων τιμιώτερον εστίν η πατρίς...». Κατά δε τον Άγγλο συγγραφέα Σαμουήλ Τζόνσον, «όποιος δεν αγαπάει την πατρίδα του, δεν μπορεί ν’ αγαπάει τίποτε».

Ναι λοιπόν, ναι!

«Ας μη βρέξει ποτέ
το σύννεφον και ο άνεμος
σκληρός ας μη σκορπίση
το χώμα το μακάριον
που σας σκεπάζει.
………………………………
Ω γνήσια της Ελλάδος
τέκνα ˙ ψυχαί ‘που επέσατε
εις τον αγώνα ανδρείως,
τάγμα εκλεκτών Ηρώων
καύχημα νέον.
………………………………»

Καύχημα νέον, που παραμένει και θα παραμένει νέο στους αιώνες. Που θα το φέγγει πάντα το άστρο της αθανασίας με το φως του το ανέσπερο.