ΕΠΙΚΑΙΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΣΤΟ ΧΘΕΣ ΚΑΙ ΣΤΟ ΣΗΜΕΡΑ

Αν κάτι χαρακτηρίζει την σημερινή εποχή αυτό είναι η ηθική και αξιακή κρίση που διαπερνά διαρρήδην την ατομική και συλλογική μας σύγχρονη πραγματικότητα. Η ιστορία, η παράδοση, οι αξίες του Ελληνοχριστιανικού πολιτισμού, όλα αυτά που συνυφαίνουν την γνήσια πολιτιστική και εθνική ταυτότητα δεν τροφοδοτούν το αξιακό μας σύστημα το οποίο κατακλύζεται από το ήθος που παράγει το πνεύμα της εποχής της τεχνοκρατίας. Έννοιες και αξίες όπως ήθος, καθήκον, αλήθεια, ζωή, ηρωϊσμός, πατριωτισμός, αρετές, απουσιάζουν από τον νεοέλληνα ο οποίος εμφορείται από εκφάνσεις όπως υποταγή στην κυρίαρχη άποψη που κανοναρχεί την ζωή του και έχει ως επίκεντρο τον καταναλωτισμό που συνδέθηκε με τον ευδαιμονισμό. Δυστυχώς, κι΄ αυτό είναι το τραγικό της εθνικής μας παρακμής, παραδοθήκαμε ολοκληρωτικά στον υλισμό και απεμπολήσαμε ότι μας κληροδοτεί το ιστορικό μέγεθος του Ελληνοχριστιανικού Πολιτισμού οικοδομώντας κοινωνία αναλγησίας, αναισθησίας και λοιμικής μειονεξίας.

Όλα αυτά τα περιγράφει απλά και ελληνικά ο αείμνηστος Κώστας Σαρδελής στο παρακάτω κείμενο που φέρει τον τίτλο: Η ΛΕΒΕΝΤΙΑ ΤΟΥ ΛΑΟΥ ΜΑΣ ΚΑΙ Η ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ».


Η ΛΕΒΕΝΤΙΑ ΤΟΥ ΛΑΟΥ ΜΑΣ ΚΑΙ
Η ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ»

Ἡ Λεβεντιά εἶναι ἕνα στοιχεῖο τῆς φυλετικῆς μας ταυτότητας. Ἐκφράζει βαθύτερα καί αὐθεντικότερα τή Νεοελληνική ὑπόσταση τοῦ Γένους μας. Ἡ ἴδια ἡ λέξη γεννήθηκε ἀπό αὐτή ἀκριβῶς τήν ἀνάγκη. Καί σημαίνει ντομπροσύνη, ψυχική καί πνευματική εὐρωστία, καθαρή καρδιά. Σημαίνει ἄνθρωπο πού ζεῖ στό φῶς καί μισεῖ τό σκοτάδι. Πού δέν ἔχει νά κρύψει τίποτε ἀπό κανένα. Κι ὅταν ἀκόμα ἀπειλεῖται ἡ ζωή του μέ θάνατο, παραμένει αὐτός πού εἶναι. «Ταψί» ἡ καρδιά του καί ἐνώπιον τοῦ Καίσαρα.

Ὁ λεβέντης δέν ἔχει σχέση μέ ἀντικοινωνικές πράξεις. Τίς ἀπεχθάνεται. Δέν ἐκβιάζει, δέν τρομοκρατεῖ, δέν ἀτιμάζει. Εἶναι εὐθύς καί εὔθικτος.Ἔχει φιλότιμο. Χωρίς τό φιλότιμο λεβέντης δέν ὑπάρχει. Γίνεται μασκαράς. Καραγκιόζης. «Καραγκιοζιλίκια» λέει ο λαός μας τίς ἐκδηλώσεις ἐκείνων πού δέν ἔχουν λεβεντιά.

Λεβεντιά ἴσον Ρωμιός. Καί τό ἀντίθετο. Τό Ρωμιός ἔχει εἰδικό βάρος. Πολλοί τῆς «ὑψηλῆς διανοήσεως» μπορεῖ νά μή τό αἰσθάνονται. Ὁ λαός μας ὅμως τό νιώθει αὐτό ὥς τά ἔγκατα τῆς ψυχῆς του.

Ἡ Ἐκκλησία μας ἔχει τή δική της λέξη, πού ἐκφράζει τό χαρακτήρα τοῦ λεβέντη. Εἶναι ἡ Ὁμολογία. Γι’ αὐτό καί ὁ καλός χριστιανός εἶναι ἕνας Ὁμολογητής, ἕνας λεβέντης τῆς Πίστης μας, τῆς Ὀρθοδοξίας.

Τά παλικάρια τά παλιά, τῆς τουρκοκρατίας καί τοῦ ’21, ἦταν βαθύτατα χριστιανοί ὀρθόδοξοι, γιατί ἦταν λεβέντες. Δέν ντρέπονταν νά ὁμολογήσουν τήν Πίστη τους, γιατί μ’ αὐτή καί γι’ αὐτή ζοῦσαν. Γι’ αὐτή πέθαιναν καί ἔδιναν τήν καλή μαρτυρία.

Ὁ λεβέντης εἶναι ἕνας Μάρτυρας. Εἶναι ὀρθόδοξος Ἕλληνας χριστιανός. Εἶναι ἀρτιωμένος ἄνθρωπος. Δέν εἶναι ὑλόφρων, χοϊκός.Ἔχει συνείδηση κοινοβιακή. Εἶναι ἐξ ἴσου ἐχθρός ὅλων τῶν κατά κόσμον συστημάτων. Γιατί ἔχει τό δικό του σύστημα ζωῆς. Ἔχει τό δικό του καταστατικό χάρτη. Τά Ρήματα τῆς αἰωνίου ζωῆς τοῦ Κυρίου, τῆς Καινῆς Διαθήκης καί τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας. Δέν ἔχει ἀνάγκη ἀπό τίς ἀμπελοφιλοσοφίες τοῦ κόσμου καί τῶν κουλτουριάρηδων. Ὁ Λόγος τόν καθιστᾶ αὐτάρκη καθ’ ὅλα.

Σήμερα, δυστυχῶς, ἡ λεβεντιά πάει νά λείψει ἀπό τήν πατρίδα της. Καί κυρίως ἀπό κείνους πού θέλουν νά λέγονται ἡγέτες καί φωτιστές τοῦ λαοῦ της. Θριαμβεύει ἡ ὑποκρισία στήν ἐποχή μας. Ποτέ ἴσως τόσοι Φαρισαῖοι δέν κατοικοῦσαν στόν τόπο μας. Γιά πρώτη ἴσως φορά ἡ μόδα ἔγινε μόνιμη κατάσταση. Δέν περνάει, ὅπως εἶναι ἡ φύση της, ἀλλά μένει.  Ὀδυνηρό το φαινόμενο. Ἀκολουθοῦμε τό ρεῦμα κι ὅπου μᾶς πάει. Ντρεπόμαστε γι’ αὐτό πού πρέπει νά εἴμαστε ὑπερήφανοι.  Γιά τήν Ὀρθοδοξία μας. Ντρεπόμαστε νά ὁμολογήσουμε τήν Πίστη μας. Νά κάνουμε τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ, νά συμπεριφερθοῦμε σάν χριστιανοί. Στό βάθος ζοῦν μέσα μας, ἀλλά μόνο ἐκεῖ. Ἑόρτιες τυπικότητες κατάντησαν. Γιατί αὐτό ἀπαιτεῖ ἡ μόδα. Οἱ δοσίλογοι καί οἱ ἐγκάθετοι φρόντισαν καί φροντίζουν νά δημιουργοῦν τήν κατάλληλη περιρρέουσα ἀτμόσφαιρα. Ἐκεῖ μέσα πρέπει νά ζήσεις καί σύ. Μέ τό κοπάδι. Χωρίς προσωπικότητα. Μέ ξένη ταυτότητα. Ἄλλοι νά μιλᾶνε γιά σένα. Ἄλλοι νά σκέφτονται. Ἄλλοι ν΄ ἀποφασίζουν.Ἐσύ δέν εἶσαι παρά ἕνα «φυτό». Στόμα ἔχεις, μιλιά δέν ἔχεις. Μυαλό ἔχεις καί ἡ σκέψη ἀποτελεῖ ἔγκλημα καθοσιώσεως. Ἀφοῦ ἄλλοι σκέφτονται γιά σένα, γιατί νά σκέφτεσαι καί σύ;

 Οἱ ἔξω ἀπό τόν κύκλο εἶναι οἱ «καθυστερημένοι». Εἶναι οἱ «σκοταδιστές». Οἱ μέσα, οἱ «προοδευτικοί», οἱ «διαφωτιστές». Ἡ προπαγάνδα, πρέπει νά τό ὁμολογήσουμε, ἔπιασε. «Ὤχ ἀδερφέ, παπαδίστικα». Καί τό λέμε αὐτό μέ τέτοιο πάθος, πού λές ὅτι φοροῦσαν ἀπό νήπια τό ράσο ἤ ἔζησαν τή ζωή τῆς Ἐκκλησίας, ἐνῶ ἡ πραγματικότητα εἶναι τελείως διαφορετική. Συχνά δέν γνωρίζουν κἄν ποῦ εἶναι ἡ ἐνορία τους καί δέν ἔζησαν παρά περιστασιακά ἤ καί καθόλου τή Μυστηριακή ζωή τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μας. Ἀλλά οἱ προπαγάνδες, ξενοκίνητες κατά τεκμήριο, τούς ἔχουν κάνει τό μυαλό κουρκούτι.

Σοῦ λένε, ἐπίσης, ὅτι τόσους αἰῶνες ἡ Ἐκκλησία δέν μᾶς ἔκαμε τίποτε. Δέν μπόρεσε νά μᾶς σώσει. Καί φανταστεῖτε, ὅτι τό λένε Ἕλληνες αὐτό. Βέβαια τό γενικεύουν. Μιλᾶνε γιά ὅλο τόν κόσμο, γιά ὅλους τούς χριστιανούς. Κι ὅταν τούς ἀποκρίνεσαι, ὅτι ὁ Χριστιανισμός δέν σέ ὑποχρεώνει νά τόν ἀκολουθήσεις (ὅστις θέλει...), ἀλλά ἐξαρτᾶ τήν ἐλευθερία σου ἀπό τήν δική σου βούληση, μορφάζουν παράξενα ἤ ἀδιάφορα. Τούς πονάει τότε ὁ κάλος...

Ἡ περιρρέουσα ἀτμόσφαιρα, βλέπετε... Ὅταν μιλᾶς γιά ἰδανικά, πολλά χείλη μειδιοῦν. Γι’ αὐτούς εἶσαι φωτοσβέστης, ἐχθρός τοῦ λαοῦ.

Γιά ν’ ἀποβάλλουμε αὐτά τά αἰσθήματα μειονεξίας, χρειάζεται ν’ ἀναληφθεῖ ἐκστρατεία. Χρειάζεται Σταυροφορία, ἀγώνας σκληρός, πρόσωπο μέ πρόσωπο μέ τόν ἐχθρό, τόν ἀφανή καί τό φανερό, ὅπου κι ἄν κρύβεται, ὅπου κι ἄν ὑψώνεται, σ’ ὅποια θέση στή σκάλα τῆς ἱεραρχίας, τῆς κοινωνικῆς ἐννοῶ. Νά χτυπηθοῦν ἀνελέητα καί κάποιοι Φραγκοαναθρεμμένοι θεολόγοι πού θέλουν τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας νά τήν μεταβάλουν σέ κάποιο ἐξωραϊστικό σωματεῖο τῆς γειτονιᾶς. Νά κινητοποιήσουμε τό λαό καί νά τοῦ ἀποκαλύψουμε ὅλη τήν Ἀλήθεια. Νά στιγματίσουμε ἐκείνουςπού ἔχουν ναρκοθετήσει τήν πνευματική του υπόσταση καί τόν ἔχουν μεταβάλει σέ ὄργανό τους. Νά τούς ποῦμε «κάτω τά χέρια ἀπό τόν λαό τοῦ Θεοῦ». Ὅτι ὁ λαός αὐτός δέν εἶναι κοπάδι, πού ὁ καθένας παίρνει καί σφάζει. Νά πάψει ὁ λαός μας νά ’ναι θῦμα ὁρισμένων τυχάρπαστων τοῦ ἰδεολογικοῦ λαθρεμπορίου.

Εἶμαι βέβαιος, φίλοι μου, ὅτι ἐκφράζω καί τά δικά σας αἰσθήματα.

 

(Κώστα Σαρδελῆ, Ἡ προδομένη Παράδοση, Οἱ Γραικύλοι τῆς σήμερον, Β΄ Τόμος, ἐκδ. Τήνος, 1991, σελ. 179-182)