Μάιος 1823
Ο Διονύσιος Σολωμός γράφει τον Ύμνον εις την Ελευθερίαν
Μάιος 1825
Τυπώνεται στο Μεσολόγγι ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν

Ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν γράφτηκε από τον Διονύσιο Σολωμό τον Μάιο του 1823 στη Ζάκυνθο, ενώ τυπώθηκε για πρώτη φορά το Μάιο του 1825 στο τότε πολιορκούμενο Μεσολόγγι. Το ποίημα συνδυάζει στοιχεία από τον ρομαντισμό, αλλά και τον κλασικισμό. Οι στροφές που χρησιμοποιούνται είναι τετράστιχες, ενώ, στους στίχους παρατηρείται εναλλαγή τροχαϊκών οκτασύλλαβων και επτασύλλαβων. Το 1828 μελοποιήθηκε από τον Κερκυραίο Νικόλαο Μάντζαρο πάνω σε λαϊκά μοτίβα, για τετράφωνη ανδρική χορωδία. Από τότε ακουγόταν τακτικά σε εθνικές γιορτές, αλλά και στα σπίτια των Κερκυραίων αστών και αναγνωρίστηκε στη συνείδηση των Ιονίων ως άτυπος ύμνος της Επτανήσου. Ακολούθησαν και άλλες μελοποιήσεις από τον Μάντζαρο, ο οποίος υπέβαλε το έργο του στο Βασιλιά Όθωνα.

Παρά την τιμητική επιβράβευση του μουσικοσυνθέτη Μάντζαρου με τον Αργυρό Σταυρό του Τάγματος του Σωτήρα (Ιούνιος 1845) και του Διονυσίου Σολωμού με το Χρυσό Σταυρό του ίδιου Τάγματος (1849), το έργο (και ειδικά η πρώτη μελοποίησή του) διαδόθηκε μεν ως «θούριος», αλλά δεν υιοθετήθηκε ως ύμνος από τον Όθωνα. Ο Μάντζαρος το 1861 επανεξέτασε για 5η φορά το έργο, αυτή τη φορά σε ρυθμό εμβατηρίου κατά παραγγελία του Υπουργού Στρατιωτικών.

Όταν ο Βασιλιάς Γεώργιος Α΄ επισκέφθηκε την Κέρκυρα το 1865, μετά την ενσωμάτωση των Επτανήσων με την Ελλάδα, άκουσε την εκδοχή για ορχήστρα πνευστών της αρχής της πρώτης μελοποίησης που έπαιζε η μπάντα της Φιλαρμονικής Εταιρείας Κέρκυρας και του έκανε εντύπωση. Ακολούθησε Βασιλικό Διάταγμα του Υπουργείου Ναυτικών (Υπουργός Δ. Στ. Μπουντούρης) που το χαρακτήρισε «επίσημον εθνικόν άσμα» και διατάχθηκε η εκτέλεσή του «κατά πάσας τας ναυτικάς παρατάξεις του Βασιλικού Ναυτικού». Επίσης ενημερώθηκαν οι ξένοι πρέσβεις, ώστε να ανακρούεται και από τα ξένα πλοία στις περιπτώσεις απόδοσης τιμών προς τον Βασιλιά της Ελλάδος ή την Ελληνική Σημαία. Από τότε θεωρείται ως εθνικός ύμνος της Ελλάδος.

Το σύνολο της πρώτης μελοποίησης του «Ύμνου εις την Ελευθερίαν» τυπώθηκε για πρώτη φορά σε 27 μέρη στο Λονδίνο το 1873, ένα χρόνο μετά τον θάνατο του συνθέτη του. Ο αντισυνταγματάρχης ε.α. Μαργαρίτης Καστέλλης, πρώην διευθυντής του Μουσικού Σώματος, διασκεύασε τον «Εθνικό Ύμνο» για μπάντα κι αυτή η μεταγραφή (από την οποία απουσιάζει η σύντομη εισαγωγή) ανακρούεται από τις στρατιωτικές μπάντες ως σήμερα. Στα επτανησιακά μουσικά αρχεία σώζονται διασκευές του έργου για μπάντα, χρονολογούμενες τουλάχιστον από τη δεκαετία του 1840.

Το ποίημα «Ύμνος εις την Ελευθερίαν» αποτελείται από 158 τετράστιχες στροφές· από αυτές οι 24 πρώτες καθιερώθηκαν ως εθνικός ύμνος το 1865. Οι δύο πρώτες ανακρούονται και συνοδεύουν πάντα την έπαρση και την υποστολή της σημαίας και ψάλλονται σε επίσημες στιγμές και τελετές. Κατά τη διάρκεια της ανάκρουσής του αποδίδονται ορθίως τιμές στρατιωτικού χαιρετισμού «εν ακινησία».

Από τις 18 Νοεμβρίου 1966 καθιερώθηκε με την απόφαση 6133 και ως εθνικός ύμνος της Κυπριακής Δημοκρατίας. 

Ο «Ύμνος στην Ελευθερίαν» διακρίνεται σε 9 θεματικές ενότητες:

i. Στροφές 1 - 16: Το Προοίμιο.

ii. Στροφές 17 - 34: Η υποδοχή της Ελληνικής Επανάστασης.

iii. Στροφές 35 - 74: Η άλωση της Τριπολιτσάς (η πρώτη μεγάλη επιτυχία της Επανάστασης).

iv. Στροφές 75 - 87: Η Κόρινθος (τα επινίκια της καταστροφής του Δράμαλη).

v. Στροφές 88 - 122: Η πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου.

vi. Στροφές 123 - 132: Ο κατά θάλασσαν αγώνας.

vii. Στροφές 133 - 138: Ο θάνατος του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε'.

viii. Στροφές 139 - 150: Η διχόνοια μεταξύ των Ελλήνων.

ix. Στροφές 151 - 158: Η αποστροφή προς την Ιερά Συμμαχία. 

Ο ποιητής συγγράφει έναν Ύμνο στον οποίο απαθανατίζει τις νίκες και τα κατορθώματα των Ελλήνων κατά τα δύο πρώτα χρόνια της Επανάστασης. Περιλαμβάνει όλα τα μεγάλα γεγονότα των δύο ετών θέλοντας να εμψυχώσει όσους πολεμούν και να δώσει κουράγιο στον άμαχο πληθυσμό που υπέμενε τις βίαιες εχθροπραξίες των Τούρκων. Αποδέκτες του Ύμνου δεν είναι ωστόσο μόνον οι Έλληνες, αλλά και οι Φιλέλληνες. Την περίοδο εκείνη Φιλέλληνες από τα κράτη της Ευρώπης συγκέντρωναν χρήματα, δημοσίευαν κείμενα και έργα υπέρ των Ελλήνων και της Ελληνικής Επανάστασης, ασκούσαν πίεση στις κυβερνήσεις των Μεγάλων Δυνάμεων και πολεμούσαν στην Ελλάδα. Γι' αυτόν ακριβώς το λόγο ο Σολωμός δε γράφει για περιοχές όπως τα Δερβενάκια, περιοχή που δε γνώριζαν οι Ευρωπαίοι, αλλά για αρχαιοελληνικές περιοχές με ιστορία, όπως η Κόρινθος όπου έγιναν τα επινίκια της ήττας του Δράμαλη. Επιπλέον, οι σφαγές και οι λεηλασίες στις οποίες προέβησαν οι Έλληνες κατά την Άλωση της Τριπολιτσάς είχαν ιδιαίτερα αρνητικό αντίκτυπο στην Ευρώπη και τους ιδεαλιστές Φιλέλληνες, αρκετοί από τους οποίους απογοητεύτηκαν και καταφέρθηκαν αρνητικά εναντίον των Ελλήνων. Ο Σολωμός προσπαθεί με τον Ύμνο να αντιστρέψει αυτό το αρνητικό κλίμα. Ο ποιητής αφιερώνει την προτελευταία ενότητα του Ύμνου στη διχόνοια, προβλέποντας τις εσωτερικές έριδες που θα ταλάνιζαν τον απελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων και θα έθεταν σε κίνδυνο την ύπαρξη της ίδιας της Επανάστασης. Η αγωνία του αυτή αποτυπώνεται στο ποίημα και προτρέπει τους αγωνιστές να παραμερίσουν τις αντιδικίες, που μπορεί να προκαλέσουν αρνητικές εντυπώσεις στους ξένους, και να ενώσουν τις δυνάμεις τους για την ελευθερία της πατρίδας.

Ο «Ύμνος εις την Ελευθερίαν» γνώρισε ευρεία απήχηση και διάδοση άμα τη κυκλοφορία του. Παρότι δεν συγκαταλέγεται ανάμεσα στα καλύτερα έργα του Διονυσίου Σολωμού, οι δυνατές εικόνες που περιέχονται τον ανέδειξαν από πολύ νωρίς στη συνείδηση του απλού λαού ως Εθνικό Ύμνο. Χάρη στον «Ύμνο εις την Ελευθερίαν» ο Σολωμός αναγνωρίστηκε ενόσω βρισκόταν ακόμη εν ζωή από τον απλό λαό ως εθνικός ποιητής. Η ταχεία διάδοση του στο εξωτερικό και το πλήθος των μεταφράσεών του φανερώνουν την ανταπόκριση, αλλά και τη συγκίνηση που προκάλεσε στην ευρωπαϊκή κοινή γνώμη. Το έργο του ποιητή μπόρεσε να ολοκληρωθεί χάρη στη μουσική σύνθεση του Νικόλαου Μάντζαρου. Ο σπουδαίος Κερκυραίος μουσουργός επένδυσε την ποιητική δημιουργία του Σολωμού, με την οποία ασχολήθηκε επισταμένως καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής του αναζητώντας την τελειότητα της μουσικής σύνθεσης. Σε αντίθεση με το Διονύσιο Σολωμό, ο Νικόλαος Μάντζαρος ευτύχησε να δει τον «Ύμνο εις την Ελευθερίαν» να καθιερώνεται ως Εθνικός Ύμνος της Ελλάδας.