14 Σεπτεμβρίου 1829
Συνθήκη της Αδριανούπολης

Συνθήκη της Αδριανούπολης - Πρωτόκολλο της ανεξαρτησίας

Εκλογή και παραίτηση του πρίγκιπα Λεοπόλδου

 Συνθήκη της Αδριανούπολης

Είναι πολύ πιθανό ότι η αποφασιστικότητα ταυ Καποδίστρια να παραμερίσει τσυς αντιπάλους του ενθαρρυνόταν από την προσδοκία ότι τα ρωσικά όπλα θα επέβαλαν οριστική λύση του ελληνικού ζητήματος. Η προσδοκία δεν επαληθεύτηκε και οι ευνοϊκές για τον Κυβερνήτη ισορροπίες στις σχέσεις των τριών δυνάμεων γρήγορα άλλαξαν. Η Ρωσία έκρινε ότι η διατήρηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κάτω από τον έλεγχό της ήταν περισσότερο συμφέρουσα από τον διαμελισμό της. Η συνθήκη της Αδριανούπολης (2/14 Σεπτεμβρίου 1829) δεν έθιξε τα εδάφη του σουλτάνου αλλά τον εξανάγκασε στην καταβολή αποζημίωσης και την ικανοποίηση όλων των ρωσικών αιτημάτων. Στην Ελλάδα αναφερόταν το δέκατο άρθρο της συνθήκης: ο σουλτάνος αποδεχόταν τη συνθήκη της 24/6 Ιουλίου 1827 και το πρωτόκολλο της 10/22 Μαρτίου 1829. Τόσο ο Κυβερνήτης όσο και πολλοί άλλοι Έλληνες περίμεναν ότι η Ρωσία θα απαιτούσε από την Πύλη τέτοιες παραχωρήσεις που δεν θα άφηναν πλέον καμιά αμφιβολία για την ύπαρξη και το μέλλον της Ελλάδας. Η απλή όμως αναγνώριση από τον σουλτάνο της αυτονομίας της τελευταίας, χωρίς συγκεκριμένες δεσμεύσεις, ήταν βέβαιο ότι θα παρέτεινε επί πολύ ακόμη την αβεβαιότητα για το μέλλον του νέου κράτους.

Η αγγλική απάντηση στις ρωσικές επιτυχίες ως προς το ελληνικό ζήτημα

Η πρωτοβουλία περιήλθε στη συνέχεια στην Αγγλία. Ο Ουέλλινγκτον, ύστερα από παλινδρομήσεις, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η δημιουργία ανεξάρτητης Ελλάδας θα εξυπηρετούσε καλύτερα τα αγγλικά συμφέροντα, γιατί θα αποδέσμευε την ελληνική υπόθεση από τη συνθήκη της Αδριανούπολης και θα περιόριζε τη ρωσική επιρροή στο νέο κράτος. Αν και δεχόταν ανεξάρτητη Ελλάδα, η Βρετανική Κυβέρνηση επέμενε στον περιορισμό των συνόρων της, ιδιαίτερα στη Δυτική Στερεά, για να μη βρίσκεται κοντά στα Επτάνησα. Άλλη βασική επιδίωξη του Ουέλλινγκτον ήταν η απομάκρυνση, με τις νέες ρυθμίσεις, του Καποδίστρια από την Ελλάδα. Χρησιμοποιήθηκε μάλιστα η αστήρικτη κατηγορία ότι ο Καποδίστριας και το περιβάλλον του προετοίμαζαν επανάσταση στα Επτάνησα. Η Ρωσία δεν πείστηκε ότι ο Καποδίστριας ήταν «επικίνδυνος επαναστάτης», συμφώνησε όμως ότι ήταν αδύνατο να τεθεί επικεφαλής της μελλοντικής Κυβέρνησης της Ελλάδας. Η Γαλλία τόνισε ότι η εκλογή ηγεμόνα ήταν ανάγκη γίνει με τη βοήθεια και όχι εναντίον του Καποδίστρια.

Η Ελλάδα ανακηρύσσεται ανεξάρτητο κράτος - Εκλογή και παραίτηση του Λεοπόλδου

Στις 27/8 Απριλίου του 1830 οι αντιπρέσβεις γνωστοποίησαν επίσημα στην Ελληνική Κυβέρνηση το πρωτόκολλο της 22/3 Φεβρουάριου 1830 με το οποίο οι δυνάμεις καθιέρωναν την πλήρη ανεξαρτησία της Ελλάδας, αλλά με σύνορα τον Σπερχειό-Αχελώο, χωρίς την Κρήτη και τη Σάμο, και απαίτησαν την εκκένωση από τα ελληνικά στρατεύματα και τις αρχές των περιοχών που δεν περιλαμβάνονταν στο νέο κράτος. Συγχρόνως, ανακοίνωσαν ότι οι δυνάμεις, με άλλες πράξεις της Διάσκεψης του Λονδίνου, εξέλεξαν τον πρίγκιπα Λεοπόλδο του Saxe-Coburg επικεφαλής της μοναρχικής κυβέρνησης της Ελλάδας και αποφάσισαν να εγγυηθούν δάνειο για τη συντήρηση του στρατού που τυχόν θα έφερνε μαζί του ο ηγεμόνας. Ο Καποδίστριας έκρινε σκόπιμο να μην συγκαλέσει εθνοσυνέλευση για να επικυρώσει, σύμφωνα με το Α' ψήφισμα της Συνέλευσης του Άργους, τις αποφάσεις των δυνάμεων, αλλά ο ίδιος, με γνώμη της Γερουσίας, δήλωσε ότι τα εδάφη που περιέρχονταν στην Τουρκία θα εκκενώνονταν μόλις οι Τούρκοι εγκατέλειπαν την Αττική και την Εύβοια. Παράλληλα, επιφυλάχθηκε να ζητήσει από τον Λεοπόλδο να προβεί σε διαβήματα υπέρ της Ελλάδας.

Η αλληλογραφία του Καποδίστριας με τον Λεοπόλδο σχετικά με τις παραπάνω αποφάσεις των δυνάμεων χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή, γιατί σ' αυτή βασίστηκαν οι αντίπαλοί του για να τον κατηγορήσουν ότι απέβλεπε στον εξαναγκασμό του ηγεμόνα σε παραίτηση. Φαίνεται ότι ο Καποδίστριας προσπάθησε να χρησιμοποιήσει τον Λεοπόλδο ως μέσο πίεσης των δυνάμεων για τη βελτίωση των όρων του πρωτοκόλλου, ιδιαίτερα στο ζήτημα των συνόρων και του δανείου που θα εχορηγείτο στον ηγεμόνα. Ωστόσο, τόσο ο ίδιος όσο και ο Λεοπόλδος έκαμαν το λάθος να υπερεκτιμήσουν τη δυνατότητά τους να αναγκάσουν τις δυνάμεις, και ιδιαίτερα τη Βρετανική Κυβέρνηση, σε υποχωρήσεις.

Η σφοδρή επιθυμία των αντιπολιτευομένων για αλλαγή, τούς οδήγησε να δεχθούν αδιαμαρτύρητα τους υπόλοιπους όρους των πρωτοκόλλων. Συνέταξαν, παρά την προειδοποίηση του Καποδίστρια ότι θα θεωρηθούν παράνομες, χωριστές αναφορές προς τον ηγεμόνα. Όσοι τις υπέγραψαν βρέθηκαν εκτεθειμένοι μετά την παραίτηση του Λεοπόλδου και έσπευσαν να κατηγορήσουν τον Καποδίστρια ότι θυσίασε στην προσωπική του φιλοδοξία τα συμφέροντα του έθνους.

Πηγή