6 Απριλίου 1827
Θάνατος Νικολή Αποστόλη,
Ναυμάχου της Ελληνικής Επανάστασης

Ο Νικολής Αποστόλης (Ψαρά, 1770 - Αίγινα, 6 Απριλίου 1827) ήταν Έλληνας αγωνιστής και αρχηγός του στόλου των Ψαριανών κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης του 1821. Ήταν ένας από τους επικεφαλής των Ελληνικών δυνάμεων στην Ναυμαχία του Γέροντα μαζί με τους Ανδρέα Μιαούλη και Γεώργιο Σαχτούρη. Η Ελληνική πολιτεία τον τίμησε μετά θάνατον για την συνολική του προσφορά στην Επανάσταση, με τον βαθμό του Ναυάρχου.

 

Γεννήθηκε στα Ψαρά το 1770. Απέκτησε πολλά χρήματα ως αρχιπλοίαρχος και εκπρόσωπος της ναυτιλιακής εταιρίας του οίκου Ράλλη από τη Χίο. Στις 13 Μαΐου 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον Δημήτριο Θέμελη και μαζί με τον Δημήτριο Μαμμούνη ανέλαβε να διαδώσει το έργο της οργάνωσης και να στρατολογήσει νέα μέλη. Το 1820 διορίστηκε έφορος της Φιλικής Εταιρείας στα Ψαρά.

Πήρε μέρος στο κίνημα του Λάμπρου Κατσώνη και κατά τη διάρκεια της επανάστασης το 1821, για τους σκοπούς της οποίας διέθεσε έξι πλοία και πολλά χρήματα, συμμετείχε σε πολλές ναυτικές επιχειρήσεις, ως επικεφαλής του ψαριανού στόλου, κατά του τουρκικού στόλου, προκειμένου να εμποδιστεί ο ανεφοδιασμός του τελευταίου με τρόφιμα και πολεμοφόδια. Στα μέσα του Απριλίου του 1821 κατάφερε να βυθίσει ένα τουρκικό πλοίο και να αιχμαλωτίσει άλλα τέσσερα κοντά στη Σμύρνη, τα οποία τα μετέφερε στα Ψαρά μαζί με 450 Τούρκους αιχμαλώτους. Μετά τη σφαγή στα Ψαρά το 1824 βρήκε καταφύγιο, μαζί με άλλους Ψαριανούς, στις Σπέτσες, ενώ αργότερα, όπως προκύπτει από τα δημοτολόγια του δήμου Ερμούπολης, η οικογένειά του εγκαταστάθηκε, μαζί με άλλες ψαριανές οικογένειες, στη Σύρο. Με την έκρηξη της επανάστασης, αυτός διεύθυνε τον πρώτο στολίσκο των Ψαριανών από επτά καράβια και τα οδήγησε στα παράλια της Ιωνίας, όπου ήταν μαζεμένα τα εχθρικά στρατεύματα έτοιμα να ορμήσουν και να υποτάξουν την Πελοπόννησο.

Στο Λιμάνι της Σμύρνης επιτέθηκε εναντίον επτά χιλιάδων εχθρών στα πλοία, που ήταν έτοιμοι να αποπλεύσουν. Ο Αποστόλης βύθισε ένα από τα πλοία και αιχμαλώτισε τέσσερα άλλα γεμάτα τρόφιμα και πολεμοφόδια. Αιχμαλώτισε και 450 στρατιώτες, και με όλα τα λάφυρα μαζί επέστρεψε στα Ψαρά. Η πράξη του αυτή τρόμαξε τον εχθρό και ο στρατός του διασκορπίστηκε.

Έλαβε μέρος και σε πολλές άλλες ναυμαχίες, στην Κω και στα στενά της Αλικαρνασσού, και διακρίθηκε για την πολεμική του ανδρεία και την αντοχή. Πολέμησε στον Γέροντα, στη Μυτιλήνη, στην Κρήτη και αλλού.

Ο ψαριανός ναυμάχος διακρινόταν για το πνεύμα αυτοθυσίας, τη σταθερότητα του χαρακτήρα του, τη μετριοπάθεια και την ακεραιότητά του. Ενδεικτική του ήθους του είναι η άρνησή του να παραδώσει τον συλληφθέντα Τυνήσιο κυβερνήτη ενός δρόμωνα κατά τη ναυμαχία του Γέροντα ως αντάλλαγμα για την απελευθέρωση της συζύγου του Ασημίνας, που είχε αιχμαλωτισθεί μετά την καταστροφή των Ψαρών (21 Ιουνίου 1824), κατά την οποία έχασε και όλη την περιουσία του. Λέγεται ότι είπε: «Προτιμώ πενήντα Ασημίναις να χαθούν σκλάβαις, παρά να ζήση τέτοιο θηρίο». Και διέταξε την εκτέλεσή του.

Ταλαιπωρημένος από τις κακουχίες πέθανε τελικά στην Αίγινα στις 6 Απριλίου 1827. Τα οστά του μεταφέρθηκαν στο μοναστήρι της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στον Πόρο. Στην αρχηγία του στόλου των Ψαρών, τον διαδέχθηκε ο 33χρονος γιος του Αποστόλης Αποστόλης.

Ο Νικόλαος Αποστόλης το 1810 είχε ιδρύσει Ναυτικό Επιμελητήριο στα Ψαρά.