Επιμέλεια Γρηγόρης Γ. Καλύβας

Η αλήθεια είναι ότι η εποχή που διάγουμε είναι εποχή που έχει ως επίκεντρο τον υλισμό, με την έννοια ότι οι προτεραιότητες των ανθρώπων συνδέονται με τον ευδαιμονισμό που επιτυγχάνεται δια του καταναλωτισμού. Επίσης, αξίες, έννοιες, ιστορία, παράδοση, πίστη, βρίσκονται πολύ χαμηλά στις προτεραιότητες των νεοελλήνων. Όλα αυτά, σε συνδυασμό και με την επιχείρηση μετατροπής μας σε πλανητικούς πολίτες δια της παγκοσμιοποίησης και της νέας τάξης πραγμάτων (οικονομία αγοράς, πανθρησκεία), οδηγούν σε εθνικό εκφυλισμό, δεδομένου ότι χάνουμε αργά και σταθερά όλα εκείνα τα στοιχεία που διαμορφώνουν και σφυρηλατούν την γνήσια ελληνική εθνική ταυτότητα.

Ένα από τα κρίσιμα στοιχεία της εθνικής μας ταυτότητας και συνείδησης είναι η ιστορική γνώση. Η γνώση δια της οποίας μαθαίνουμε από που ερχόμαστε και που πάμε. Είναι τόσο σημαντικό αυτό το στοιχείο στην δημιουργία εθνικής συνείδησης, γιατί είναι αποδεδειγμένο ιστορικά ότι λαός και έθνος που δεν γνωρίζει την ιστορία του είναι καταδικασμένο να χαθεί.

Άρα η ιστορική γνώση πρέπει να αποτελεί κομβικό σημείο του εκπαιδευτικού συστήματος και της εκπαιδευτικής διαδικασίας, ούτως ώστε ο νεοέλληνας να μαθαίνει πώς, πότε και ποιοι δημιούργησαν ελεύθερη πατρίδα. Συνεπώς το εκπαιδευτικό σύστημα οφείλει να δίδει πλουσίως όλα τα ιστορικά στοιχεία και δεδομένα, ώστε να προσφέρει ιστορική γνώση.

Μια παράμετρος αυτής της ιστορικής γνώσης είναι και η γνώση της τοπικής ιστορίας. Η γνώση των γεγονότων, η χρονική τους έκφραση και κυρίως τα πρόσωπα που τα δημιούργησαν.

Αν στις μέρες μας παρατηρείται ιστορική αγνωσία της πορείας του έθνους μας στην ιστορική του διαδρομή, παντελής απουσία ιστορικής γνώσης παρατηρείται για την τοπική ιστορία η οποία ούτε έχει γραφεί, ούτε, πολύ περισσότερο, διδάσκεται στα σχολεία.

Αλήθεια, πόσοι εξ ημών και υμών γνωρίζουμε τους ήρωες που έδρασαν και έδωσαν τα πάντα, ακόμα και αυτήν την ζωή τους, για την λευτεριά του έθνους; Φρονώ πολύ λίγοι, παρά το γεγονός ότι έχουμε στήσει ανδριάντες και προτομές τους που τα δαφνοστεφανώνουμε σε κάθε εθνική επέτειο.

Ας προσπαθήσουμε, με την αξιοποίηση στοιχείων που μας δίνουν πολλές επιστημονικές αναφορές, να σκιαγραφήσουμε αδρομερώς τα πρόσωπα που πρωταγωνίστησαν στα ιστορικά γεγονότα κατά την προεπαναστατική περίοδο, αλλά και κατά την διάρκεια εκδήλωσης της Εθνικής μας παλιγγενεσίας. 

Προεπαναστατική περίοδος  

Δύο σημαντικές  προεπαναστικές εξεγέρσεις καταγράφονται  το 1600 με επικεφαλής τον Μητροπολίτη Λαρίσης-Τρίκκης Διονύσιο τον Φιλόσοφο ή σκυλόσοφο· η συμμετοχή πολλών Τρικαλινών στα Ορλωφικά το 1770 και η επανάσταση των Βλαχαβαίων στα Χάσια το 1808 με επικεφαλής την ηρωική μορφή του Παπά – Θύμιου Βλαχάβα.  

 Ήδη πριν από την έναρξη της Επαναστάσεως του 1821, αρκετοί Τρικαλινοί είχαν μυηθεί στην Φιλική Εταιρεία και με την κήρυξη της Επανάστασης όλη η περιοχή των Τρικάλων ξεσηκώνεται, με επικεφαλής τους καπεταναίους Νικόλαο Στουρνάρα, Αθανάσιο Μάνταλο, Γρηγόρη Λιακατά και Χριστόδουλο Χατζηπέτρο.

Στην περιοχή της Πίνδου έδωσαν αρκετές μάχες και ως το τέλος του 1824, οι Τρικαλινοί αγωνιστές, πολεμώντας ηρωικά, κατορθώνουν να καθυστερήσουν την κάθοδο ισχυρών τουρκικών δυνάμεων στην Νότια Ελλάδα και έτσι η Επανάσταση εκεί να εδραιωθεί. Όμως η αριθμητική υπεροχή και η υπεροπλία των Τούρκων δεν έφερε το ποθούμενο αποτέλεσμα της απελευθέρωσης της Θεσσαλίας. Οι Τρικαλινοί όμως συνέχισαν τον αγώνα τους στη Νότια Ελλάδα, λαμβάνοντας μέρος στις σημαντικότερες μάχες που δόθηκαν εκεί, γράφοντας σελίδες απαράμιλλου θάρρους και ηρωισμού. Ο Νικ. Στουρνάρας και ο γαμπρός του Γρ. Λιακατάς σκοτώθηκαν πολεμώντας στο Μεσολόγγι και στο Αιτωλικό αντιστοίχως.

Μεταξύ 1393 και 1395 οι Τούρκοι έγιναν κύριοι της Θεσσαλίας. Το 1444 οι Θεσσαλοί, με επικεφαλής τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, εξεγέρθηκαν και έδιωξαν τους Τούρκους, αλλά μετά από δύο χρόνια, το 1446, ο στρατηγός Τουραχάν βέης επέβαλε την οριστική τουρκική κυριαρχία στη Θεσσαλία, η οποία επρόκειτο να κρατήσει πάνω από τέσσερις αιώνες. Τότε οι Τούρκοι αρχίζουν τον εποικισμό της Θεσσαλίας, κυρίως της περιοχής Λαρίσης, με «Τούρκους» από τη Μ. Ασία (Ικόνιο) και καθιστούν τα Τρίκαλα προχωρημένη στρατιωτική βάση εναντίον των ανυπότακτων κατοίκων της Πίνδου και των Αγράφων. Τότε, επίσης, οι μεγάλες πεδινές εκτάσεις έπεσαν στα χέρια των Τούρκων και δημιουργήθηκαν τα πρώτα τσιφλίκια.

Στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας παρατηρείται μια φυγή των κατοίκων των πεδινών περιοχών προς τα ορεινά και δύσβατα μέρη. Τότε τα βουνά της Θεσσαλίας γέμισαν από γραφικά χωριουδάκια, που έσφυζαν από ζωή. Από αυτά ξεπήδησαν οι ηρωικοί «κλέφτες», οι οποίοι αποτέλεσαν την κύρια δύναμη αντίστασης εναντίον των Τούρκων και πρωτοστάτησαν στους αγώνες της ανεξαρτησίας μερικούς αιώνες αργότερα. Ωστόσο, μετά την πρώτη θύελλα της τουρκικής κατάκτησης έχουμε και το αντίστροφο φαινόμενο, δηλ. τις μετακινήσεις από τις ορεινές περιοχές προς τα αστικά κέντρα.

Στον αγώνα για την εθνική αποκατάσταση η Δυτική Θεσσαλία, και ιδιαίτερα η περιοχή Ασπροποτάμου, είχε σημαντική συμμετοχή.

Μια εξέχουσα μορφή του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα κατά την προεπαναστατική περίοδο είναι αναμφισβήτητα ο εκ Βλαχάβας εθνομάρτυρας παπα–Θύμιος Βλαχάβας ο οποίος  στο ένα χέρι κρατούσε τον σταυρό και στο άλλο το καριοφίλι  αναλώνοντας την ζωή του στον αγώνα για την αποτίναξη του Οθωμανικού ζυγού. Αγώνα στον οποίο πρόσφερε τα πάντα, ακόμα και  αυτήν την ίδια του τη ζωή, περνώντας έτσι στο πάνθεον της ιστορίας ως μια ηρωική μορφή που έσπειρε τον σπόρο της λευτεριάς που άνθησε και κάρπισε αργότερα.

Η ακριβής χρονολογία γέννησής του παπα–Θύμιου Βλαχάβα είναι άγνωστη. Ωστόσο , σύμφωνα με ιστορικές πηγές, θα πρέπει να τοποθετηθεί  γύρω στα 1770. Ο πατέρας του, Αθανάσιος Βλαχάβας, ήταν αρματολός στα Χάσια  (περιοχή που περιλάμβανε  την έκταση μεταξύ Καλαμπάκας και Γρεβενών).

Κατά  τον Κασομούλη πρέπει να πέθανε στο 1780. Ο Ευθύμιος αφού πρώτα χειροτονήθηκε παπάς (απ’ όπου και το παπα-Θύμιος  με το οποίο έμεινε γνωστός) και ύστερα από τον θάνατο του πατέρα του ανέλαβε  το αρματολίκι των Χασίων. Από αυτήν την πρώτη περίοδο της ζωής του ως αρματολού έχουμε μια περιγραφή του προξένου και περιηγητή Πουκεβίλ που έγινε δεκτός από τον Βλαχάβα και τους άνδρες του, έφαγε μαζί τους και τους άκουσε να τραγουδούν: «…Σ’ αυτόν τον ερημικό ξενώνα μάς περίμενε ο Ευθύμιος Βλαχάβας, αρχηγός ενόπλων στη Θεσσαλία, με σύντροφο τον Ζόγγο, αρχηγό παλικαριών των Αγράφων και του Αχελώου. Οι δυο αυτοί καπεταναίοι με γέμισαν φιλοφρονήσεις, και θέλησαν με κάθε τρόπο να με φιλέψουν αρνί ψημένο όπως το συνήθιζαν οι ομηρικοί ήρωες… Αφού ετεμάχισαν το ψητό, έκαναν τις συνηθισμένες προπόσεις που αρχίζουν πάντοτε για ορισμένους αγίους… Οι καπεταναίοι θέλησαν έπειτα να μου προσφέρουν μια συναυλία με τους στρατιώτες τους, που έπαιρναν μετριόφρονα τον τίτλο του κλέφτη, και το κατόρθωσαν τραγουδώντας μεγαλόφωνα το τραγούδι του Μπουκουβάλα, που το συνόδεψαν με τον ήχο από τις παράτονες λύρες…».

Ο Ευθύμιος Βλαχάβας έζησε λοιπόν στα τέλη του 18ου και τις αρχές του 19ου αιώνα, χρονική περίοδο η οποία προσδιορίζεται από σημαντικά γεγονότα τόσο στο πολιτικό, όσο και στο ιδεολογικό και στρατιωτικό επίπεδο και τα οποία σηματοδοτούν καίρια τα χρόνια που θα ονομασθούν αργότερα προεπαναστατικά. Η αποδιοργάνωση του Οθωμανικού κράτους έχει προχωρήσει σε σημαντικό βαθμό, η ισχυροποίηση του Αλή πασά των Ιωαννίνων επίσης είναι γεγονός σημαντικό, ενώ ο Ελληνισμός με τον ένα ή τον άλλο τρόπο βρίσκεται σε άνοδο και στην πορεία της εθνικής χειραφέτησης.

Βρισκόμαστε στα χρόνια του Ρωσοτουρκικού πολέμου (1806-1812) και ο ρωσικός στόλος δρα στην περιοχή του Βορείου Αιγαίου, όπου έχει σημαντικές επιτυχίες εναντίον των Τούρκων με μεγαλύτερη εκείνη της κατάληψης της Τενέδου, γεγονός που αναπτερώνει τις ελπίδες των ραγιάδων. Στη ναυτική μοίρα των Ρώσων έχουν ενσωματωθεί και Έλληνες πολεμιστές, ενώ φυγάδες Σουλιώτες στέλνονται από τους Ρώσους στη Λευκάδα που απειλείται από τον Αλή πασά. Με την έναρξη του πολέμου, εξάλλου, ο Αλή πασάς, που ανησυχεί για την ασφάλεια της επικράτειάς του, είχε αφαιρέσει από τους αρματολούς των Αγράφων και του Κάρλελι (η περιοχή της σημερινής Αιτωλοακαρνανίας περίπου) κάθε εξουσία.

Μέσα σ’ αυτές τις ευνοϊκές συνθήκες για την έξαρση του επαναστατικού πνεύματος, αλλά και εξαιτίας της καταδίωξης του Αλή πασά, ξεσπά πρώτα το κίνημα του Νικοτσάρα. Στη συνέχεια ξεσηκώνεται στα Χάσια ο παπα-Θύμιος Βλαχάβας και με άλλους αρματολούς και κλέφτες του Ολύμπου, διώχνουν τους Αλβανούς ντερβεναγάδες του Αλή και επιτίθενται στα ασκέρια του. Στην εξέγερση αυτή συνέδραμε και ο γέρο Ζιάκας. Ωστόσο στη φάση αυτή ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος δεν θα αργήσει, με την παρεμβολή και των άλλων ευρωπαϊκών δυνάμεων, να οδηγηθεί σε ανακωχή (συνθήκη του Τιλσίτ, 1807). Το γεγονός αυτό ήταν ιδιαίτερα αρνητικό για τους εξεγερμένους κλέφτες και αρματολούς, αφού η θέση του Αλή πασά ενισχύεται σημαντικά και καταγράφει νίκες εναντίον των εξεγερμένων.

Τα πράγματα όμως δεν ηρεμούν, αφού ο Νικοτσάρας, ο παπα-Θύμιος Βλαχάβας και οι σύντροφοί τους, μετατρέπονται σε πειρατές και δρουν στο Αιγαίο. Ο παπα-Θύμιος με ναυτικές βάσεις στα παλαιά του ορμητήρια, τη Σκιάθο και τη Σκόπελο, επέδραμε και κατέστρεφε τα τουρκικά χωριά της Πιερίας, εξελισσόμενος σε φόβο και τρόμο. Παρόλο πού οι περισσότεροι καπεταναίοι εγκατέλειψαν τον ένοπλο αγώνα, εκμεταλλευόμενοι την αμνηστία που τους χορήγησε ο Σουλτάνος, ο παπα–Θύμιος Βλαχάβας συνέχισε αυτόνομα τη δράση του.

Ακολούθησε προσπάθεια προσεταιρισμού από την Υψηλή Πύλη. Ο σουλτάνος ανάγκασε τον Πατριάρχη Γρηγόριο Ε’ να στείλει προτροπές στον παπα–Θύμιο Βλαχάβα καλώντας τον να επιστρέψει στην Εκκλησία και στο ράσο. Πρόλαβε όμως ο Αλή πασάς, του οποίου διακαής πόθος ήταν η σύλληψη του Βλαχαβιώτη πρωτοκαπετάνιου. Αρχικά πίεσε τους κατοίκους της Σκοπέλου να τον παραδώσουν. Εκείνοι, όμως, στηριζόμενοι στο ισχυρό τους ναυτικό, αρνήθηκαν. (Η Σκόπελος διέθετε τότε περισσότερα από 30 πλοία, που ήταν εξοπλισμένα με 140 πυροβόλα).

Ο Αλή κατέφυγε στη συνέχεια στο δόλο. Φρόντισε να φθάσει στον παπα–Θύμιο Βλαχάβα πλαστογραφημένη επιστολή, εκ μέρους υποτίθεται των συναγωνιστών του Λαζαίων, οι οποίοι τον καλούσαν σε «αντάμωμα», κοντά στην Κατερίνη. Ανυποψίαστος και δίχως μέτρα προφύλαξης, ο παπα–Θύμιος  Βλαχάβας έσπευσε να τους συναντήσει. Το τέχνασμα πέτυχε και αντί για τους Λαζαίους τον ανέμεναν οι στρατιώτες του Αλή πασά. Η μαρτυρική πορεία του παπα–Θύμιου Βλαχάβα προς τον θάνατο, ήταν πλέον προδιαγραμμένη. Βασανίστηκε επί ημέρες στις φυλακές των Ιωαννίνων, ενώ για την εκτέλεσή του οι μαρτυρίες δεν συμφωνούν. Άλλοι την τοποθετούν το 1808, ενώ κάποιοι στις αρχές του 1809. Για το μαρτυρικό του θάνατο σώζονται δύο συγκλονιστικές αναφορές. Η μία ανήκει σε αυτόπτη μάρτυρα, τον Γάλλο πρόξενο Πουκεβίλ: «Τον έδεσαν σε κάποιο πάσσαλο, στην αυλή του Αλή πασά. Τον αντίκρισα. Ναι, ήταν ο Θύμιος Βλαχάβας που άλλοτε συνάντησα στην Πίνδο με τα παλικάρια του… Άφθονος ο ιδρώτας έτρεχε από το πυκνά του γένια. Ήξερε ποια τύχη τον περίμενε. Και εκείνος, ατάραχος, με κοίταξε με τα γεμάτα γαλήνη μάτια του. Σαν να με θεωρούσε μάρτυρα του θριάμβου του πάνω στον δήμιό του».

Η σκυτάλη για το μαρτυρικό του τέλος δίνεται στη γραφή του Κούμα: «..Έπαθε το σκληρότερο όλων των θανάτων. Του έκοψαν μεληδόν (κομμάτι-κομμάτι) το σώμα, ώσπου τον ενέκρωσαν». Τελικά, το διαμελισμένο σώμα του σκορπίστηκε στον όχλο που παραληρούσε στα δρομάκια των Ιωαννίνων. Έτσι τελείωσε ο τρικυμιώδης μα και ένδοξος βίος του Βλαχαβιώτη οπλαρχηγού για να γίνει θρύλος από τον λαό, ο οποίος τον εξύμνησε και τον ηρωοποίησε μέσα από την δημοτική μουσική παράδοση.

Λέει ένα από τα δημοτικά τραγούδια για τον ηρωικό παπα-Θύμιο Βλαχάβα :

«Αηδόνια μου περήφανα, πεύκα καμαρωμένα,

φέτο να μη λαλήσετε, φέτος να μαραθείτε,

τον παπα-Θύμιο πιάσανε, τον καπετάν Βλαχάβα·

στη μέση του ο Μουχτάρ Πασάς, πίσω οι τσαχανταραίοι

κι από κοντά οι μπέηδες κι οι τουρκοπουλημένοι.

Κι Αλής πασάς σαν το ’μαθε, δεν πίστευε το θάμα.

Ατός του τον προβόδισε, ατός του του μιλάει:

– Παπά! Βρε κερατόπαπα που χάλασες τον τόπο.

Δεν σ’ άρεθ’ ο Αλής πασάς, δεν σ’ άρεθ’ ο Σουλτάνος

και μπαϊράκι σήκωσες να γίνεις βασιλέας;

– Μη βλαστημάς Αλή πασά, μη βλαστημάς βεζίρη!

Σόφταιξα, σε πολέμησα και σόπεσα στα χέρια!

–Γίνεσαι Τούρκος, βρε παπά, κι ούλα στα συμπαθάω.

–Ρωμιός εγώ γεννήθηκα, Ρωμιός θε να πεθάνω…»

Η περιοχή Ασπροποτάμου, στη Δυτική Θεσσαλία, και η Θετταλομαγνησία, στην Ανατολική, έδωσαν το αγωνιστικό παρόν. Όμως μετά την αποτυχία τους οι Θεσσαλοί αγωνιστές κατεβαίνουν στη Νότια Ελλάδα και συνεχίζουν εκεί τον αγώνα. Μετά τη δημιουργία του πρώτου ελεύθερου Ελληνικού Κράτους το 1830, οι Θεσσαλοί χρειάστηκε να συνεχίσουν τους αγώνες τους για να πετύχουν και τη δική τους απελευθέρωση. Έτσι εκδηλώνεται επαναστατικό κίνημα το 1840-41 στη ΝΑ Θεσσαλία και ακολουθεί η μεγάλη Θεσσαλική Επανάσταση του 1854, η οποία, καίτοι νικηφόρα, δεν έφερε το ποθούμενο εξ αιτίας της επεμβάσεως των Μεγάλων Δυνάμεων.

Το 1866-67 έχουμε άλλη μια εξέγερση, στα Άγραφα αυτή τη φορά, για να ακολουθήσει η τελευταία επανάσταση του 1878, η οποία έφερε, ύστερα από επίπονες διαπραγματεύσεις, την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας στη μητέρα Ελλάδα το 1819.

 Η περιοχή Ασπροποτάμου, όπως και των γειτονικών Αγράφων, είναι από τις πιο δύσβατες στην Ελλάδα και γι᾽ αυτό υπήρξαν σχεδόν πάντα ελεύθερες. Είναι χαρακτηριστική μια περιγραφή του Νικολάου Κασομούλη, του αγωνιστή και γραμματικού του αρματολού Νικολάου Στουρνάρα: «Περιηγούμενος τα απότομα λιθάρια βουνά όλα αυτά, τους φάραγγας, ταις σπηλιαίς, τα στενά και τα ωραία και άπειρα νερά και δάση, είπα ότι η ελευθερία <αληθής> ενυπάρχει αφ᾽ ευατού εις εκείνα τα μέρη. Διότι τοιαύτας χάριτας δεν είχαν όσα <βουνά> απέρασα και είδα έως τότες (1822), ή <τουλάχιστον> ότι δεν τα διέτρεξα <λεπτομερώς>, καθ᾽ αυτού».

Στις 5 Ιουλίου του 1821 κηρύσσεται η Επανάσταση στην περιοχή Ασπροποτάμου, όπου τα 67 χωριά της κατοικούνται αποκλειστικά από Έλληνες. Ονομαστοί καπεταναίοι στην περιοχή αυτή είναι ο Νικ. Στορνάρης ή Στουρνάρας, ο Αθαν. Μάνταλος, οι αδελφοί Λιακατά και ο Χριστόδουλος Χατζηπέτρος, ο οποίος ήταν μυημένος στη Φιλική Εταιρεία από το 1819 και είχε κατηχήσει ο ίδιος πολλούς από τους άλλους καπεταναίους. Με αρχηγό τον Νικ. Στουρνάρα οι Ασπροποταμίτες και οι άλλοι κάτοικοι της Πίνδου επαναστατούν στην Πόρτα (Πύλη), Πρεβέντα (Διάβα), Καλαμπάκα και σ᾽ όλον τον Ασπροπόταμο και καταφέρνουν μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα να ελέγχουν την περιοχή. Ετοίμασαν μάλιστα και επίθεση εναντίον των Τρικάλων αλλά προδόθηκαν από τον καπετάνιο των Αγράφων Σταμάτη Γάτσο, από τον οποίον είχαν ζητήσει βοήθεια.

Ο Γάτσος έχοντας συνθηκολογήσει ο ίδιος με τους Τούρκους λίγο πριν, όχι μόνο αρνήθηκε να τους βοηθήσει αλλά όπως γράφει ο Φιλήμων, ήταν έτοιμος να χτυπήσει τους ομοεθνείς του επαναστάτες πισώπλατα, εάν επιτίθεντο εναντίον των Τρικάλων. Έτσι το σχέδιο για την κατάληψη των Τρικάλων ματαιώθηκε και η Επανάσταση άρχισε να χάνει έδαφος. Οι Τούρκοι βρήκαν την ευκαιρία και με σύγχρονη επίθεση εναντίον του Λιακατά, του Χατζηπέτρου και του  Στορνάρη κατάφεραν, με μεγάλη δυσκολία βέβαια, και αφού αποκρούστηκαν στην αρχή, να διώξουν τους επαναστάτες από τις θέσεις τους στα στενά του Κλεινοβού, της Πόρτας και του Προδρόμου. Η έκβαση των επιχειρήσεων υπέρ των Τούρκων κρίθηκε στις 29 Ιουλίου 1821 με την άφιξη της τουρκικής δύναμης, η οποία είχε καταλάβει το Συρράκο και τους Καλαρρύτες, καθώς επίσης και σώματος 2.000 πεζών και ιππέων από τα Τρίκαλα. Ενωμένοι οι Τούρκοι επιτέθηκαν εναντίον του Στορνάρη στην Πόρτα, ο οποίος τους αντιμετώπισε με επιτυχία μια ολόκληρη μέρα. Επειδή όμως πολλοί άνδρες λιποτάκτησαν, αναγκάστηκε να αποσυρθεί στα λημέρια του ψηλά στη δύσβατη Πίνδο. Το κλίμα ηττοπάθειας και φόβου που κατέλαβε τους Έλληνες ύστερα από τις απανωτές αποτυχίες τους στα Άγραφα, στους Καλαρρύτες, στο Συρράκο και στην Πόρτα, οδήγησε τον Στορνάρη σε συμβιβασμό με τους εχθρούς, με τους όρους τα μεν τουρκικά στρατεύματα θα αποσύρονταν από την περιοχή Ασπροποτάμου, οι δε κάτοικοι της περιοχής θα αναλάμβαναν την υποχρέωση να πληρώνουν ετήσιο φόρο στον σουλτάνο. Ακόμα ένα άδοξο τέλος σε μια ακόμη ηρωική προσπάθεια των Θεσσαλών, να αποκτήσουν την ελευθερία τους.