Το άπαρτο Σούλι στην ορεινὴ Ήπειρο έπεσε τον Δεκέμβριο του 1803, με δόλο του Πήλιου Γούση, στα αιματόβρεκτα χέρια του Βελή, γιου του Αλή Πασά των Ιωαννίνων. Μετά από πολυήμερη άμυνα, οι Σουλιώτες λύγισαν από την πείνα και τις κακουχίες και αναγκάστηκαν να συνθηκολογήσουν. Συμφώνησαν να παραδώσουν τα όπλα τους και να απομακρυνθούν από το Σούλι.
Ο κοσμοκαλόγερος Σαμουήλ έμεινε τελευταίος, μαζί με λίγους συντρόφους του, ηλικιωμένους και βαριά τραυματίες, για να παραδώσουν την μπαρουταποθήκη, που ήταν μέσα στην εκκλησία της Αγίας Παρασκευής, σε έναν βραχότοπο.
Ένας από τους ανθρώπους του Αλή Πασά προκάλεσε λεκτικά τον Σαμουήλ, λέγοντας του: «Πόσα κολαστήρια στοχάζεσαι καλόγερε, θα σε κάμη ο Βεζύρης οπόταν σε βάλει εις το χέρι, από το οποίο και δε γλιτώνεις;». Τότε εκείνος του απάντησε: «Δεν είναι άξιος ο Βεζύρης, να πιάση άνθρωπον, όστις εκτός οπού δε φοβάται, γνωρίζει και άλλον δρόμον: του θανάτου...».
Όταν οι άντρες του Αλή πασά έφτασαν στην αποθήκη, ο Σαμουήλ έβαλε φωτιά και μαζί με τους πέντε συντρόφους του ανατινάχθηκαν. Δεν παραδόθηκαν, παρά μόνο στον Θεό.
Η αυτοθυσία πέρασε στην ιστορία. Άλλωστε, οι Σουλιώτες ήταν γνωστοί για τον ηρωισμό και τον πατριωτισμό τους. Η ψυχὴ τους έμεινε αδούλωτη και όρθια, και ο δαυλὸς και η θυσία του λεοντόθυμου καλόγερου παπα-Σαμουὴλ και των παλληκαριών του, στον Ναὸ της Αγίας Παρασκευής στο Κούγκι, ανέδειξε τα φλογισμένα ράσα και την Ορθόδοξη Εκκλησία πρόμαχο κραταιὸ και έπαλξη απόρθητη της Πίστης και της Ελευθερίας του Γένους των Ελλήνων. Έτσι, το Κούγκι και ο ατρόμητος Σαμουὴλ αστραποβόλησαν, μεσ’ απ’ τους καπνοὺς και το μπαρούτι, ως σύμβολα αιώνια και φωτεινὰ μετέωρα αγώνα και αυτοθυσίας για την Πίστη, τὴ Λευτεριὰ και την Εθνικὴ Ανεξαρτησία της πατρίδας μας.
Η σκηνή της ανατίναξης της αποθήκης στο Κούγκι, αποδίδεται με γλαφυρότητα στο μουσείο κέρινων ομοιωμάτων του Παύλου Βρέλλη στα Γιάννενα (βλ. φωτογραφία).
Βλέπουμε το πίσω μέρος της Εκκλησίας, με το χωνευτήρι, όπου κάθεται ένας Σουλιώτης, ενώ άλλος ακουμπά. Στο βάθος του χώρου διακρίνεται ένας από τους ανθρώπους του Αλή Πασά, να μεταφέρει ένα από τα βαρέλια που κατέσχεσαν από τους Σουλιώτες.
Στη σύνθεση δεσπόζει η μορφή του καλόγερου Σαμουήλ, λίγο πριν την ανατίναξη. Ο καλόγερος με αγέρωχο βλέμμα και στάση, είναι έτοιμος και αποφασισμένος, μετά τη λογομαχία, να βάλει φωτιά στο βαρέλι με το χυμένο μπαρούτι. Γέροντες ανήμποροι και σακάτηδες, από τον πόλεμο που ’χαν πριν λίγο, μαζί με έναν νέο πληγωμένο, δένουν την υπόλοιπη σύνθεση.
Την ηρωική αυτή θυσία την ύμνησε ο ποιητής Βαλαωρίτης στο ποίημά του «Ο Σαμουήλ»:
-Καλόγερε, τι καρτερείς κλεισμένος μες στο Κούγκι;
Πέντε νομάτοι σόμειναν – κ’ εκείνοι λαβωμένοι!
Κ’είναι χιλιάδες οι εχθροί που σ’ έχουνε ζωσμένον!
Έλα να δώσης τα κλειδιά, πέσε να προσκυνήσης,
κι αφέντης ο Βελήπασας δεσπότη θα σε κάμη!
Έτζι ψηλά από το βουνό φωνάζει ο Πήλιο Γκούσης…
Κλεισμένος μες στην εκκλησά βρίσκετ’ ο Σαμουήλης,
κι αγέρας παίρνει τη φωνή του Πήλιου του προδότη.
Χωρίς ψαλμούς καί θυμιατά, χωρίς φωτοχυσία,
γονατισμένοι, σκυθρωποί, μπρος στην Ωραία Πύλη,
πέντε Σουλιώτες στέκονται με το κεφάλι κάτου.
Βουβοί – δέν ανασαίνουνε. και βλέπεις κάπου-κάπου
όπου ένα χέρι σκώνεται και κάνει το σταυρό του.
Ακίνητα στο μάρμαρο σέρνονται τα σπαθιά τους –
σπαθιά που τόσο εδούλεψαν γιά το γλυκό τους Σούλι!
Δε φαίνετ’ο καλόγερος. μόνος του στ’ άγιο Βήμα
προσεύχετο κ’ετοίμαζε τη μυστική θυσία.
Σφιχτά-σφιχτά στα χέρια του εβάστα το Ποτήρι
και μύρια λόγι’ απόκρυφα έλεγε του Θεού του.
Τα μάτια κατακόκκινα απ’ τες πολλές αγρύπνιες
εκοίταζαν ακίνητα το Σώμα και το Αίμα.
Τι θάλασσα, που κύματα έχει κρυφές έλπίδες !..
Σιγάτε βρόντοι τουφεκιών, πάψτε φωνές πολέμου,
Κι ο Σαμουήλ την ύστερη την κοινωνιά θα πάρη !
Κ’ εκεί που κοίταζ’ ο παπάς τη Σάρκα τού Θεού του,
εκύλησ’ απ’ τα μάτια του στου ποτηριού τα σπλάχνα
σαν τη δροσούλα διάφανο κρυφά-κρυφά ένα δάκρυ.
– Θεέ μου και πατέρα μου, θαμμένος εδωμέσα
εδίψασα… Χωρίς νερό η θεία κοινωνιά σου
θα έμεν’ ατελείωτη… Δέξου, γλυκέ μου Πλάστη,
αυτό το μαύρο δάκρυ μου – μη το καταφρονέσης.
αμόλυντο και καθαρό βγαίν’ απ’ τα φυλλοκάρδια.
δέξου το, Πλάστη, δέξου το – άλλο νερό δεν έχω.
Ήτανε ήλιος κ’ έλαμψε το ιερό το σκεύος.
Το αίμα εζεστάθηκε, άχνισε, ζωντανεύει.
Αναγαλλιάζει ο Σαμουήλ που είδε τη Θεία Χάρη
και τρέμοντας αγκάλιασε το θεϊκό ποτήρι
και τόσφιξε στα χείλη του κι άκουσε που χτυπούσε
σαν νάτανε λαχταριστή καρδιά, ζωή γιομάτη.
Ανοίγ’ ή Πύλη του Ιερού, σκύφτουν τα παλληκάρια.
τ’ ανδρειωμένα μέτωπα το μάρμαρο χτυπάνε,
και καρτερούν ακίνητα του γέροντα τα λόγια.
Επρόβαλ’ ο καλόγερος. Το πρόσωπό του φέγγει
σα χιονισμένη κορυφή στου φεγγαριού τη λάμψη.
Στα λαβωμένα χέρια του βαστούσ’ ένα βαρέλι
πόκλειε μέσα θάνατο, φωτιά κι απελπισία.
Εκείνο μόνο τόμεινε..- εκείνο μόνο φθάνει !
Εμπρός στην Πύλη του Ιερού μονάχος του το στένει
και τρεις φορές το βλόγησε και τρεις φορές το φχέται.
Σάν νάταν Άγια Τράπεζα, σαν νάταν Αρτοφόρι
επίθωσ’ ο καλόγηρος επάνω το ποτήρι,
και σιωπηλός κι ατάραχος άναψε θειαφοκέρι…
Τα γόνατά του εχτύπησαν ορμητικά την πλάκα,
εσήκωσε τα χέρια του, το πρόσωπό του ανάφτει –
κ’ οι πέντε τον εκοίταζαν βουβοί μέσα στα μάτια:
Η δέησις
– Πατέρα μου, σ’εδούλεψα
πιστά σαράντα χρόνια,
καί τώρα στά γεράματα
μου δίνεις κατηφρόνια !
Το θέλημά σου ας γενή!
Λυπήσου μας, σπλαχνίσου
και πάψε την οργή σου !
Σ’ εσένα, σαν ωρφάνεψα,
έδωκα την ψυχή μου –
το Σούλι μου τ’ αγκάλιασα
στον κόσμο για παιδί μου.
Τώρα το Σούλι τόχασα…
Ηλθ’ η στερνή μου μέρα –
θάλθω σ’ εσέ, Πατέρα…
Μέτρησε πόσοι εμείναμε !
Οι άλλοι πεθαμένοι
μες στα λαγκάδια σέρνονται
νεκροί και λαβωμένοι!
Άταφ’ αμοιρολόητα
σέπονται τα κουφάρια
στου λόγγου τα χορτάρια.
Όρνια και λύκοι εχόρτασαν
τα μαύρα κρέατά μας.
Συχώρεσε, συχώρεσε,
Πλάστη, τα κρίματά μας!
Και τώρα που θα νάλθωμε
κ’ ήμείς στην αγκαλιά σου,
δέξου μας σαν παιδιά σου!
Και κοίταξε τα χέρια μας
τώρα σ’ εσέ σκωμένα
πώς είν’ από το άπιστο
το αίμα λερωμένα,
κ’ ευχαριστήσου, Πλάστη μου,
και πές: «- Εύλογημένοι,
πιστοί μου ανδρειωμένοι!»
Τώρα το Σούλι απέθανε.
δεν έμειν’ ένα χέρι
που να μπορή στα δάχτυλα
να σφίξη το μαχαίρι…
Πατέρα παντοδύναμε,
γενού σ’ εμάς πατρίδα –
άλλη δεν έχω ελπίδα.
Εκεί ψηλά στο θρόνο σου,
στην τόση βασιλεία,
δώσε σ’ εμάς τους δύστυχους
μικρή μια κατοικία,
να μοιάζη με το Σούλι μας –
και δώσε μου ένα βράχο
κ’ εκεί το Κούγκι νάχω.
Χώμα στο Σούλι ελεύθερο
για να ταφώ δε μένει.
ελέησον με, Πλάστη μου,
συχώρεσε να γένη
το Κούγκι μου η εκκλησιά,
το Ιερό σου Βήμα
του Σαμουήλ το μνήμα.
Εδώ ποδάρι άπιστο
ποτέ δε θα τολμήση
(ποτέ ! το είπα, τ’ ώρκισα )
το Κούγκι να πατήση.
Μαζί μου παίρνω τα κλειδιά,
Πλάστη μου, δεν τ’ αφήνω –
ούτε σ’ εσέ τα δίνω !
Εκεί ψηλά στον ουρανό
να τα φορή στη μέση
ο Σαμουήλ ο δούλος σου
θα σε παρακαλέση…
Πατέρα μου, μη πειραχθής –
κάμε μου αυτή τη χάρη:
άλλος να μη τα πάρη!
…Και τώρα, τώρα π’ άκουσες
τον πόνο, τον καημό μας,
δέξου μας και θ’αφήσωμε
το Σούλι το γλυκό μας…
Το Σούλι – αχ ! πως τόχασα! –
ψυχή μου, μη δακρύσης,
είν’ ώρα να τ’ αφήσης!
Κι απλώνοντας τα χέρια του στους πέντε του συντρόφους:
Θεέ μου, πολυέλεε,
τώρα που θαν’ αφήσω
τον κόσμο και στον ίσκιο σου
θάλθ’ ο φτωχός να ζήσω,
μια χάρη θέλω, Πλάστη μου:
– τα πέντε τα παιδιά μου
να τάχω συντοοφιά μου!
Τ’ανάθρεψα στον κόρφο μου –
για ιδέ τα, τα καημένα,
άλλονε δέν άγάπησαν
παρά εσέ κ’ εμένα.
Παιδιά μου, μή δειλιάζετε-
νάχετε την ευχή μου,
Θά ζήσετε μαζί μου !
Σταλαματιά-σταλαματιά τα δάκρυά τους πέφτουν
κ’ η πλάκα που τα δέχεται ραγίζεται και τρίζει.
Παράπονο τους έπιασεν, όχι θανάτου φόβος,
και κλαίοντας ο Σαμουήλ, εις τόνα του το χέρι
το ιερό ποτήρι του και στ’ άλλο τη λαβίδα,
αρχίνησε την κοινωνιά του Πλάστη να μεράζη…
Ο πρώτος εμετάλαβε – μεταλαβαίνει κι άλλος,
την έδωσε στον τρίτονε – κι ο τέταρτος την παίρνει,
και φθάνει ως τον ύστερο και τού τηνε προσφέρει.
Κ’ εκεί πού έψαλλ’ ο παπάς μέ τή γλυκειά φωνή του
του δείπνου σου του μυστικού / σήμερον Υιέ Θεού,..
φωνές ακούονται, χτυπιές, αλαλαγμός, αντάρα.
Πλακώσανε οι άπιστοι..- καλόγερε, τι κάνεις;..
Εσήκωσε τα μάτια του ο Σαμουήλ στον κρότο –
και στάζ’ απ’τή λαβίδα του επάνω στο βαρέλι
μια φλογερή σταλαματιά απ’ του Θεού το γαίμα…
Αστροπελέκια επέσανε, βροντάει ο κόσμος όλος –
λάμπει στα γνέφ’ η εκκλησιά, λάμπει το μαύρο Κούγκι!
Τι φοβερή κεροδοσά πόλαβε στη θανή του
το Σούλι το κακότυχο, και τι καπνό λιβάνι!..
Ανέβαινε στον ουρανό και του παπά το ράσο
κι απλώθηκε κι απλώθηκε σαν τρομερή μαυρίλα,
σα σύγνεφο κατάμαυρο κ’ εθόλωσε τον ήλιο.
Κ’ ενώ τ’ ανέβαζ’ ο καπνός, κ’ ενώ το συνεπαίρνη,
το ράσο πάντ’ αρμένιζε κ’ εδιάβαινε σά Χάρος.
κ’ εκείθεν οπού διάβηκε ο φλογερός του ίσκιος,
σαν νάταν μυστική φωτιά ερρόγισε το λόγγο.
Και με τες πρώτες αστραπές και με τα πρωτοβρόχια
χλωρό χορτάρι φύτρωσε, δάφνες, έλιές, μυρτούλες,
ελπίδες, νίκες και σφαγές – χαρές κ’ ελευθερία.


