Φέτος συμπληρώνονται 250 χρόνια από τη γέννηση του Ιωάννη Καποδίστρια, του πρώτου Κυβερνήτη της νεότερης Ελλάδας, ο οποίος δολοφονήθηκε από τις δυνάμεις που δεν επιθυμούσαν ένα οργανωμένο κράτος με θεσμούς, νόμους, αρχές και χρηστή διαχείριση· ουσιαστικά από το κατεστημένο του κοτσαμπασισμού και την αντίληψη του κράτους-λαφύρου προς ίδιον όφελος.
Αναζητώντας το πολιτικό περιεχόμενο του έργου του και τη μεγάλη προσφορά του στην πατρίδα κατά τα πρώτα βήματα της συγκρότησής της ως κρατικής οντότητας —καθώς και την ιστορική ευκαιρία που χάθηκε τότε να διαμορφωθεί η χώρα ως σύγχρονο κράτος— αποδίδουμε το ελάχιστο που οφείλουμε προς τον αγνό αυτό Έλληνα πατριώτη, τιμώντας όπως πρέπει τη μνήμη και το έργο του.
Η μορφή του Ιωάννη Καποδίστρια υπερβαίνει τα όρια της ιστορικής προσωπικότητας και εγγράφεται στον πυρήνα της πολιτικής φιλοσοφίας της νεοελληνικής νεωτερικότητας. Η διακυβέρνησή του δεν συνιστά απλώς ένα πρώιμο κεφάλαιο της ελληνικής κρατικής ιστορίας, αλλά ένα φιλοσοφικό πείραμα πολιτικής συγκρότησης, στο οποίο δοκιμάζονται θεμελιώδη ερωτήματα: προηγείται το κράτος ή η κοινωνία; μπορεί να υπάρξει ελευθερία χωρίς θεσμούς; και ποια είναι τα όρια της πολιτικής εξουσίας όταν αυτή ασκείται στο όνομα του κοινού αγαθού;
Ο Καποδίστριας εισέρχεται στην ελληνική ιστορία ως φορέας μιας βαθιάς ευρωπαϊκής πολιτικής εμπειρίας, διαμορφωμένης στο μεταίχμιο μεταξύ Διαφωτισμού και συντηρητικής αποκατάστασης. Η σκέψη του δεν ταυτίζεται ούτε με τον ριζοσπαστικό φιλελευθερισμό ούτε με τον απολυταρχισμό. Αντίθετα, εντάσσεται σε μια παράδοση πολιτικού ρεαλισμού, όπου το κράτος νοείται ως προϋπόθεση της ελευθερίας και όχι ως αντίπαλός της. Σε αυτό το σημείο, η σκέψη του παρουσιάζει σαφείς συγγένειες με τον Χομπς, όχι ως προς τον αυταρχισμό, αλλά ως προς την πρωτοκαθεδρία της πολιτικής τάξης έναντι της κοινωνικής αποσύνθεσης.
Για τον Καποδίστρια, η ελληνική κοινωνία της μετεπαναστατικής περιόδου δεν συγκροτούσε πολιτικό σώμα με τη φιλοσοφική έννοια του όρου. Απουσίαζε το κοινό αίσθημα του δημοσίου συμφέροντος, ενώ η πολιτική δράση παρέμενε εγκλωβισμένη σε τοπικά, οικογενειακά και φατριαστικά δίκτυα. Υπό αυτές τις συνθήκες, η άμεση εφαρμογή της λαϊκής κυριαρχίας θα οδηγούσε όχι στη δημοκρατία, αλλά σε αυτό που ο Πλάτων θα χαρακτήριζε εκφυλισμό της πολιτείας: κυριαρχία του ιδιωτικού πάθους επί του κοινού λόγου.
Η επιλογή του συγκεντρωτικού κράτους δεν αποτελεί, συνεπώς, άρνηση της ελευθερίας, αλλά φιλοσοφική αναβολή της. Ο Καποδίστριας υιοθετεί μια τελεολογική αντίληψη της πολιτικής: η ελευθερία είναι ο σκοπός, αλλά η πειθαρχία είναι το μέσο. Σε αυτό το σημείο, η σκέψη του συγκλίνει με τον Ρουσσώ, όχι ως προς τη μορφή της πολιτικής εξουσίας, αλλά ως προς την έννοια της γενικής βούλησης, την οποία ο Καποδίστριας μεταφράζει θεσμικά και όχι άμεσα δημοκρατικά.
Ιδιαίτερη φιλοσοφική σημασία έχει η έννοια της πολιτικής ηθικής στο έργο του. Ο Καποδίστριας δεν αντιλαμβάνεται την εξουσία ως δικαίωμα, αλλά ως καθήκον. Η πολιτική, για εκείνον, δεν είναι πεδίο σύγκρουσης συμφερόντων, αλλά λειτούργημα με σαφή ηθικό προσανατολισμό. Η στάση ζωής του –η λιτότητα, η απουσία προσωπικού πλουτισμού, η πλήρης ταύτιση ιδιωτικού και δημόσιου βίου– συνιστά εφαρμογή μιας αριστοτελικής αντίληψης της πολιτικής αρετής, όπου ο άρχων κρίνεται πρωτίστως από το ήθος του.
Η παιδεία κατέχει κεντρική θέση στο φιλοσοφικό του σχέδιο. Δεν αποτελεί απλώς εργαλείο κοινωνικής κινητικότητας, αλλά μηχανισμό συγκρότησης πολιτικού υποκειμένου. Ο Καποδίστριας αντιλαμβάνεται ότι χωρίς παιδεία δεν υπάρχει ελευθερία, αλλά μόνο απελευθέρωση από έναν δυνάστη προς χάριν ενός άλλου. Η εκπαίδευση λειτουργεί ως μετάβαση από τον υπήκοο στον πολίτη, από το άτομο στο πολιτικό όλον.
Στο επίπεδο της πολιτικής νομιμοποίησης, ο Καποδίστριας δεν αντλεί το κύρος του από τη λαϊκή ψήφο, αλλά από την ηθική αναγκαιότητα της κρατικής συγκρότησης. Πρόκειται για μια μορφή νομιμοποίησης που η σύγχρονη θεωρία θα χαρακτήριζε «τελεολογική»: η εξουσία δικαιολογείται όχι από την προέλευσή της, αλλά από τον σκοπό της. Αυτή ακριβώς η αντίληψη εξηγεί τόσο το μεγαλείο όσο και την τραγικότητα της πολιτικής του πορείας.
Η δολοφονία του Καποδίστρια συνιστά, σε φιλοσοφικό επίπεδο, τη βίαιη άρνηση της πρωτοκαθεδρίας του κράτους έναντι της κοινωνίας. Είναι η στιγμή κατά την οποία η προνεωτερική λογική των προσωπικών σχέσεων υπερισχύει της αφηρημένης έννοιας του θεσμού. Το γεγονός ότι μετά τον θάνατό του η Ελλάδα οδηγήθηκε στην επιβολή μιας εξωτερικής μοναρχίας υποδηλώνει την αποτυχία εσωτερικής νομιμοποίησης του κράτους, αλλά και επιβεβαιώνει τη διαπίστωσή του ότι η κοινωνία δεν είχε ακόμη συγκροτηθεί ως πολιτικό σώμα.
Ο χαρακτηρισμός του ως «αγίου της πολιτικής» αποκτά, υπό αυτό το πρίσμα, φιλοσοφικό περιεχόμενο. Δεν αναφέρεται σε θρησκευτική αγιοποίηση, αλλά σε μια σχεδόν ασκητική αντίληψη της εξουσίας. Ο Καποδίστριας ενσαρκώνει το πρότυπο του πολιτικού που θυσιάζει τον εαυτό του για έναν σκοπό που γνωρίζει ότι ενδέχεται να μην πραγματοποιηθεί εν ζωή. Πρόκειται για μορφή τραγικού ήρωα, κατά την αρχαιοελληνική έννοια, ο οποίος γνωρίζει το κόστος της πράξης του αλλά δεν παραιτείται.
Συμπερασματικά, ο Ιωάννης Καποδίστριας δεν υπήρξε απλώς ένας αυστηρός κυβερνήτης ή ένας αποτυχημένος μεταρρυθμιστής, αλλά ένας πολιτικός φιλόσοφος εν δράσει. Το έργο του θέτει στο επίκεντρο το διαχρονικό ερώτημα της πολιτικής φιλοσοφίας: αν η ελευθερία είναι προϋπόθεση του κράτους ή αν το κράτος είναι προϋπόθεση της ελευθερίας. Η τραγική του μοίρα δεν αναιρεί τη θεωρητική του συμβολή· αντιθέτως, την καθιστά πιο επίκαιρη. Σε κοινωνίες όπου η πολιτική εξακολουθεί να νοείται ως πεδίο ιδιωτικών συμφερόντων, η σκέψη του Καποδίστρια λειτουργεί ως φιλοσοφική υπενθύμιση ότι χωρίς θεσμούς, παιδεία και ηθική ευθύνη, η ελευθερία παραμένει κενό σύνθημα.
Αιωνία του η μνήμη και ας κρατήσουμε την πολιτική, ηθική, αξιακή και πατριωτική παρακαταθήκη που μας κληροδότησε προσπαθώντας να τον μιμηθούμε σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο!!!