Διαβάζετε τώρα
Ο Μίκης Θεοδωράκης διηγείτε…

Ο Μίκης Θεοδωράκης διηγείτε…

  • Επιμέλεια αφιερώματος Καλλιόπη Μισαρλή, μουσικός

Αθήνα 1980

Η σύνθεση του ΕΠΙΤΑΦΙΟΥ έγινε στα 1958 στο Παρίσι, στο μικρό διαμέρισμα που είχαμε νοικιάσει σε μια Pension de famille στην οδό Miromensil.

Στα 1954 είχα κερδίσει την υποτροφία για σύνθεση του Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών και αμέσως φύγαμε με τη Μυρτώ για τη γαλλική πρωτεύουσα. Τον ίδιο χρόνο γράφτηκα στο Conservatoire de Paris στην τάξη της μουσικής ανάλυσης του Olivier Messiaen και της διεύθυνσης ορχήστρας του Eugene Bigot.

Περισσότερο από κάθε άλλο μέρος του κόσμου το Παρίσι (το μουσικό φυσικά) ζούσε τότε υπό τον αστερισμό της δωδεκάφθογγης μουσικής. Όλοι οι συμφοιτητές μου στο Conservatoire γλιστρούσαν ο ένας μετά τον άλλο στη «σειραϊκή μουσική».

Εγώ για πρώτη φορά στα τελευταία δύο χρόνια μετά την εξορία και τη στρατιωτική θητεία, είχα απαλλαγεί από το άγχος το οικονομικό. Με τη Μυρτώ παντρευτήκαμε στα 1953, μόλις εισέπραξα την προκαταβολή (πέντε χιλιάδες δραχμές) από το ελληνοαμερικάνικο φιλμ ΞΥΠΟΛΗΤΟ ΤΑΓΜΑ. Έως τότε ζούσαμε μαζί με τον αδελφό μου Γιάννη και τον Μιχάλη Κατσαρό, πρώτα στο Χαλάνδρι και μετά στην οδό Κορυζή στου Μακρυγιάννη. Τα έσοδά μου ήταν πολύ χαμηλά. Πενήντα δραχμές για κάθε κομμάτι (κυρίως μουσική κριτική) από την ΑΥΓΗ και τη ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΑΛΛΑΓΗ. Άλλα τόσα μου έδινε η ΄΄Θεία Λένα΄΄ μέσω της Μαυροειδή – Παπαδάκη για κάθε παιδικό τραγούδι που έγραφα πάνω σε στίχους της τελευταίας. Έπαιζα επίσης σαν έκτακτος μουσικός στη συμφωνική της ΕΡΤ (όταν είχε δουλειά για μένα) και στο Βασιλικό Θέατρο.

Έκανα αντίγραφα μουσικής (τρείς δραχμές τη σελίδα), ενορχηστρώσεις, όπως λ.χ. της μουσικής του Χατζιδάκι για το ΟΝΕΙΡΟ ΘΕΡΙΝΗΣ ΝΥΚΤΟΣ για το Βασιλικό Θέατρο, και μουσικές επενδύσεις για ραδιοφωνικά σκετς. Ο αδελφός μου σπούδαζε κινηματογράφο στη Σχολή Σταυράκου, όπου δίδασκα κι εγώ μια φορά τη βδομάδα.

Θυμάμαι ότι συχνά μαζί με τον Τσαρούχη, που δίδασκε κι αυτός σκηνογραφία, παίρναμε προκαταβολικά το εκατοστάρικο (τόση ήταν η αμοιβή μας κατά μάθημα) και μετά σπεύδαμε στα Χαυτεία για ένα καλό γεύμα, που το είχαμε και οι δυο ανάγκη. Ο Κατσαρός είχε χάσει λόγω καρφώματος τη θέση του στο ραδιόφωνο των Ενόπλων Δυνάμεων και έτσι πείνα μεγάλη είχε πέσει στην οδό Κορυζή.

Εντούτοις δε χάναμε το κέφι μας. Κάθε πρωί χορεύαμε σε ρυθμό σουίνγκ το «Άλαλα τα χείλη των ασεβών», για να μην ξεχνάμε την ένδοξη βυζαντινή μας καταγωγή, και μετά βγαίναμε στους δρόμους για κανένα μεροκάματο. Στο τέλος ο αδελφός μου δεν άντεξε. Αφού έφαγε και τα τελευταία ψίχουλα, ακόμα και τις σουλφαμίδες, μας άφησε σημείωμα ότι πάει στον Γαλατά στην Κρήτη για να χορτάσει.

Μείναμε μόνοι με τον Μιχάλη. Όχι όμως για πολύ. Ύστερα από μιας βδομάδας πείνα έκανε αιμόπτυση και τον μεταφέραμε σε κακά χάλια στο Σανατόριο στην Πάρνηθα.

Όταν βρέθηκα στο Παρίσι νοίκιασα ένα πιάνο, αγοράσαμε για δέκα φράγκα ένα τεράστιο ξύλινο τραπέζι από τη Sale Drouot (πλειστηριασμό), μια ιταλική καφετιέρα, μπόλικο χαρτί μουσικής και σινική μελάνη και στρώθηκα στη δουλειά. Καθαρόγραψα την ΠΡΩΤΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ και μετά, ξεκινώντας να κάνω το ίδιο με το ΠΑΝΗΓΥΡΙ ΤΗΣ ΑΣΗ – ΓΩΝΙΑΣ, μετά τη δεύτερη σελίδα βαρέθηκα ν’ αντιγράφω τα ίδια και τα ίδια. Άλλωστε οι μουσικές γνώσεις μου είχαν πολλαπλασιαστεί τα τελευταία δέκα χρόνια και η τεχνική της σύνθεσης είχε κατά πολύ βελτιωθεί…

Εξάλλου τώρα στο Παρίσι είχα πολλά και ενδιαφέροντα ακούσματα, τόσο μέσα στο Conservatoire, όσο και στις συναυλίες που παρακολουθούσαμε, Έτσι η αντιγραφή εξελίχθηκε σε ανασύνθεση και στη συνέχεια σε καινούρια σύνθεση, που κατέληξε στην ΠΡΩΤΗ ΣΟΥΙΤΑ για πιάνο και ορχήστρα.

Καθώς η πρώτη μουσική ύλη είχε τις ρίζες της μέσα στη δημοτική μας μουσική, στράφηκα σε μια προσπάθεια καταγραφής και συστηματοποίησης των μουσικών «τρόπων», επιδιώκοντας μέσα απ’ αυτή να κωδικοποιήσω κατά το δυνατόν την αρμονική μου γλώσσα.

Παράλληλα η διδασκαλία του Messiaen σε σχέση με την ανάπτυξη των ρυθμών με βοήθησε στις ρυθμικές μου αναζητήσεις. Ηχητικά βρισκόμουν μέσα στο κυρίαρχο χρώμα της μουσικής modale (τροπικής), που διακρίνει τα γνησιότερα δημοτικά μας τραγούδια και ιδιαίτερα τα κρητικά.

Σε κάποια στιγμή, όπως είναι φυσικό, χρησιμοποιώ τη «σειρά» στο δεύτερο μέρος της ΠΡΩΤΗΣ ΣΟΥΙΤΑΣ. Όμως με τρόπο ελεύθερο. Το ίδιο πράγμα θα κάνω στα 1958 με το αργό μέρος του έργου ΚΟΝΤΣΕΡΤΟ ΓΙΑ ΠΙΑΝΟ. Καρποί αυτής της «δημοτικής», ας πούμε, εποχής (1954 – 1958)  υπήρξαν ο ΚΥΚΛΟΣ για φωνή και πιάνο και οι δύο ΣΟΝΑΤΙΝΕΣ για βιολί και πιάνο και το Finale του έργου PIANO CONCERTO.

Για να ξεκουράσω το αυτί μου από το πολύ modal, έπαιζα και τραγουδούσα όμορφες μελωδίες, που απηχούσαν τα πρώτα μου τραγούδια (1939 – 1945) και φυσικά τα ελαφρά και λαϊκά μας τραγούδια.

Εκείνη την εποχή ήρθε στο Παρίσι και η ΣΤΕΛΛΑ του Κακογιάννη με τα υπέροχα τραγούδια του Χατζιδάκι και τη μυθική ομορφιά της Μελίνας. Πως μπορούσα να μείνω αδιάφορος;

Η ζωή μας στο Παρίσι ήταν ασκητική. Η Μυρτώ ξύπναγε μες στα βαθειά χαράματα. Έπρεπε να αλλάξει δύο μετρό για να φτάσει στην άλλη άκρη του Παρισιού, στην Rive Gauche, κοντά στο Pantheon, όπου βρισκότανε το Hopital Ciurie. Εκεί στην αρχή ειδικεύτηκε και μετά δούλεψε σαν κανονική γιατρός στη θεραπεία του καρκίνου με την τεχνική του κοβάλτιου.

Εγώ ξυπνούσα αργότερα. Έφτιαχνα τον ιταλικό καφέ μου και κατά τις εννιά καθόμουν στο γραφείο γράφοντας και αντιγράφοντας, έως ότου με πιάσει η όρεξη για σύνθεση. Τότε καθόμουν στο πιάνο και δεν σηκωνόμουν παρά μόνο όταν τελικά έμπαινα σε κάποιο καινούριο μονοπάτι. Δούλευα έτσι έως τις τέσσερις το απόγευμα, όταν δεν είχα ωδείο. Έβγαινα τότε για να κάνω τα ψώνια που μου είχε αναθέσει η Μυρτώ: ψωμί, κρέας και στον μπακάλη. Και μετά είτε την περίμενα να γυρίσει είτε πήγαινα σ’ ένα μπιστρό στη Rue Soufflot, όπου συχνά μαζί με τον συγγραφέα και φίλο Αριστοτέλη Νικολαϊδη παρασυρόμαστε σε κείνες τις απέραντες συζητήσεις που γεννούσαν οι μεταπολεμικοί καιροί.

Έως ότου η γυναίκα μου κάνει κι αυτή τα δικά της ψώνια, για να προστεθεί αργότερα στη συντροφιά μας.

Συνήθως πηγαίναμε σε κανένα απ’ τους λιλιπούτειους κινηματογράφους του Quartier Latin με τα υπέροχα έργα και το όμορφο νεανικό περινβάλλον.

Όταν μέναμε σπίτι, πράγμα που γινότανε τις πιο πολλές μέρες, μελετούσαμε κι οι δυό σιωπηλοί. Μετά η Μυρτώ ετοίμαζε το φαγητό και το βράδυ περνούσαμε συνήθως με συντροφιά τον Γιάννη και τη Μαίρη Χρονοπούλου, που έμεναν δίπλα μας στην ίδια πανσιόν και σπούδαζαν κι αυτοί βιολοντσέλο και πιάνο. Κάπου κάπου πηγαίναμε όλοι μαζί στο σπίτι πότε του ενός και πότε του άλλου. Η συντροφιά μας ήταν ο δικηγόρος Γιάννης Πάσχος με τη γυναίκα του τη Χριστίνα. Ο γιατρός Δημήτρης Βαλής και η γυναίκα του η Πέπη. Και ο ψυχίατρος Τάκης Σακελλαρόπουλος με τη γυναίκα του Έλια, που σπούδαζε κι αυτή δικηγόρος.

Καθώς ήμαστε λίγο πολύ Αριστεροί – Εαμογενείς, με το πλησίασμα των εκλογών του 1958 αποφασίσαμε να τις γιορτάσουμε προκαταβολικά στο σπίτι μας. Σα να προαισθανόμαστε το 25% της ΕΔΑ.

Εκείνες ακριβώς τις μέρες λαβαίνω από τον Γιάννη Ρίτσο το ένα μετά το άλλο τα βιβλία που άρχισε να επανεκδίδει μετά την επιστροφή του από τις εξορίες. Θυμάμαι την αφιέρωσή του στον ΕΠΙΤΑΦΙΟ: «Το βιβλίο τούτο κάηκε από τον Μεταξά στα 1938 κάτω από τις στήλες του Ολυμπίου Διός». Το βράδυ περιμέναμε τους φίλους μας για βεγγέρα και έτσι το μεσημέρι βγήκαμε με τη Μυρτώ για ψώνια. Πριν ένα χρόνο, με το πρώτο φίλμ που έκανα στο Λονδίνο, την ΑΠΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΗΓΟΥ ΚΡΑΪΠΕ, είχαμε αγοράσει ένα πράσινο Opel, μοντέλο του 1953. Μπήκαμε μέσα και πήγαμε στο ελληνικό μπακάλικο για τα σχετικά. Έξω έβρεχε κι εγώ έμεινα μέσα στο αυτοκίνητο. Είχα πάρει συμπτωματικά μαζί μου τον ΕΠΙΤΑΦΙΟ και ξεφυλλίζοντας το βιβλίο με έπιασε ξαφνικά μια βαθιά επιθυμία για μελοποίηση.

Ούτε κι εγώ θυμάμαι πια πότε και πως και πόσα τραγούδια έγραψα από τα είκοσι μέρη του ποιήματος. Ίσως και τα είκοσι. Το λέω αυτό, γιατί κάποιος φίλος (ανήκει κι αυτός στη στρατιά των τέως φίλων μου) που υποψιάζομαι, πήρε το βιβλίο λίγο αργότερα μαζί με τις νότες, που – όπως το συνηθίζω – τις είχα γράψει στα περιθώρια με μολύβι. Όμως δεν του κρατώ κακία, γιατί ξέρω ότι το έκανε από αγάπη! Άλλωστε αργότερα έγινε το ίδιο πράγμα με το βιβλίο του ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ, που αυτή τη φορά ξέρω πως το πήρε ο Ανδρέας Λεντάκης. Γυρίζοντας σπίτι αντέγραψα μερικά από τα τραγούδια και τα πρόβαρα στο πιάνο. Ήθελα να τα τραγουδήσω το βράδυ στη συντροφιά, για να δω κυρίως τις αντιδράσεις τους. Έτσι κι έγινε…

Την άλλη μέρα τα καθαρόγραψα σε διαφανές χαρτί με σινική μελάνη προσπαθώντας να γεμίσω τέσσερις σελίδες. Χώρεσαν μόνο επτά τραγούδια. Tο όγδοο, το ΕΙΣΟΥΝ ΚΑΛΟΣ, το συνέθεσα στην Αθήνα για να συμπληρωθούν δύο δίσκοι (extendet) τεσσάρων τραγουδιών. Τα αφιέρωσα στον Βύρωνα Σάμιο, που ήταν ο μόνος εκείνη την εποχή που νοιαζότανε για την παρουσία του έργου μου στην Αθήνα και με τον οποίο πέρα από τη φιλία μας μας συνέδεαν πολλά γεγονότα με κορυφώσεις τα Δεκεμβριανά και το Μακρονήσι. Στη Δικτατορία μας έμελλε να βρεθούμε στον τέταρτο όροφο της Γενικής Ασφάλειας. Μάλιστα ένα πρωί συναντηθήκαμε στην τουαλέτα. Εκείνον τον γύριζαν και μένα με πηγαίνανε. Μόλις και είχαμε τον καιρό, όπως και στο Μακρονήσι, ν’ ανταλλάξουμε ένα φευγαλέο βλέμμα.

Το διαφανές μουσικό χαρτί το προμηθευόμουν από τον Monsieur Vadot, που είχε το εργαστήριό του ψηλά ψηλά στις σκάλες που οδηγούν στη Sacre Coeur. Ο ίδιος ήταν αντιγραφέας από τις αρχές του αιώνα! Το γραφείο του ήταν μουσείο της γαλλικής μουσικής με τις φωτογραφίες με ιδιόχειρες αφιερώσεις των Ντεμπυσύ, Ραβέλ, Μιλώ, Χόνεγκερ και άλλων που υπήρξαν πελάτες του. Την ημέρα που ο κύριος Vadot γύρεψε και τη δική μου φωτογραφία, κατάλαβα ότι είχα γίνει πια «κάποιος»!…

Τότε δεν υπήρχαν τα σημερινά φωτοτυπικά μηχανήματα και έτσι ο κύριος Vadot είχε το μονοπώλιο σε όλη τη Γαλλία! Έπρεπε όμως το πρωτότυπο να είναι χαρτί διαφανές και η γραφή να γίνεται με σινική μελάνη. Πλάι στο γραφείο του κυρίου Vadot υπήρχε το εργαστήριο, όπου κυριαρχούσε μια τεράστια φωτοτυπική μηχανή, που την δάμαζε ο έμπειρος κύριος Charles με τη φαλάκρα του και το ευγενικό του χαμόγελο, δηλαδή μια πολύ σπάνια περίπτωση για το Παρίσι εκείνης της εποχής, ειδικά αν τύχαινε να είναι κανείς , όπως εγώ, ξένος, γιατί απέναντι στους ξένους οι καθαρόαιμοι Γάλλοι ήσαν συνήθως υπεροπτικοί, για να μην πω εχθρικοί…

Έτσι το 50% των εισοδημάτων μας πήγαινε στην αγορά χαρτιού και στις εμφανίσεις. Για να δώσω μια εικόνα της προσπάθειας, σημειώνω ότι καθαρόγραψα εκείνη την εποχή τα εξής έργα: ΠΡΩΤΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ, ΠΡΩΤΗ, ΔΕΥΤΕΡΗ και ΤΡΙΤΗ ΣΟΥΙΤΑ, PIANO CONCERTO, ANTIGONE, LES AMANTS DE TERUEL (μπαλέτο), ΠΡΩΤΗ και ΔΕΥΤΕΡΗ  ΣΟΝΑΤΙΝΑ, ΟΙΔΙΠΟΥΣ ΤΥΡΑΝΝΟΣ κ.τ.λ. κ.τ.λ. Για κάθε σελίδα παρτιτούρας χρειαζόμουν δύο ώρες κατά μέσον όρο εργασίας. Πολλές φορές μάλιστα, όταν η γραφή ήταν πυκνή, κατανάλωνα έως και πέντε ώρες για μια σελίδα. Και οι σελίδες αυτών των έργων ήταν πολλές εκατοντάδες ή και χιλιάδες!

Έκανα τρία αντίτυπα του ΕΠΙΤΑΦΙΟΥ και τα ταχυδρόμησα στον Γιάννη Ρίτσο, τον Βύρωνα Σάμιο και τον Μάνο Χατζιδάκι.

Σε λίγο μπαίναμε στην Άνοιξη, που είναι η πιο όμορφη εποχή για το Παρίσι. Όμως για μας η κατάσταση ήταν άσχημη. Η Μυρτώ ήταν έγκυος και γι’ αυτό είχε φύγει απ’ τη δουλειά για το φόβο της ακτινοβολίας, η υποτροφία είχε τελειώσει, δεν θέλαμε να ζητήσουμε χρήματα από τους δικούς μας, γιατί ξέραμε ότι θα τα βγάλουν απ’ το υστέρημά τους, και τα λεφτά που είχα πάρει τον προηγούμενο χρόνο από το φιλμ που έκανα στην Αγγλία, τελείωναν με γοργό ρυθμό.

Έμπαινε μπροστά μας επιτακτικό το πρόβλημα της στέγης. Ψάχναμε ακόμα και για καμιά παλιά μαούνα στον Σηκουάνα ή για κανένα παλιό λεωφορείο – σπίτι, στις Bidon ville, δηλαδή στις τσίγκινες συνοικίες, που ήταν έξω απ’ το Παρίσι…

Ένας από τους σπάνιους Γάλλους φίλους μας ήταν ο Pierre Ancelin από το Midi, δηλαδή τη νότια Γαλλία, συνθέτης, συμφοιτητής μου από το Conservatoire, που κι αυτός έψαχνε για στέγη. Επειδή ο θεός των συνθετών έχει τις ιδιοτροπίες του και μας σκέφτεται στις δύσκολες στιγμές, οδήγησε στα βήματα του Ancelin μια νέα κοπέλα, κόρη μεγαλοϊδιοκτήτη. Ανάμεσα στα άλλα κτίρια ο μπαμπάς της είχε και μια ετοιμόρροπη λαϊκή πολυκατοικία στην Rue de la Fontaine au Roi, αριθμός 28, αμέσως μετά την Place de la Republique, εκεί που αρχίζουν οι φτωχογειτονιές. Ήταν ένα κτίσμα του 18ου αιώνα και στην εσωτερική του αυλή οι στάβλοι είχαν μετατραπεί σε γκαράζ. Πάνω από το γκαράζ ο ιδιοκτήτης είχε χτίσει τρία λιλιπούτεια «διαμερίσματα» με δωμάτια 2 επί 3 και κουζίνες 2 επί 2. Η τουαλέτα χωρίς λεκάνη, βρισκόταν στην αυλή.

Εκεί ο Ancelin μπήκε χωρίς νοίκι στο «διαμέρισμα» που βρισκόταν στο τέλος της αυλής. Στο πρώτο δεξιά έμενε ένας Γιουγκοσλάβος συνθέτης που παντρεύτηκε μια Αμερικανίδα και μετακόμιζε στο Fontenebleau. Επισκεφθήκαμε το «διαμέρισμά» του, που φυσικά, παρ’ όλη του την αθλιότητα, σε μας φάνταζε σαν θείο δώρο! Το νοίκι – ειδική τιμή – ήταν πολύ φθηνό. Έτσι αποφασίσαμε να μετακομίσουμε το συντομότερο. Με τον Γιάννη Χρονόπουλο και τον Pierre Ancelin αγοράσαμε μπογιές, πινέλα και σύνεργα κατεδάφισης! Γκρεμίσαμε ο, τι περιττό υπήρχε κι εγώ έξυσα τους τοίχους και μετά τους έβαψα με χρώματα a la Le Courbusier, πράσινα, κόκκινα και κυρίως μαύρα! Ήταν η επίδραση Ξενάκη με τον οποίο κάναμε συχνά παρέα.

Αγοράσαμε ξυλεία από το πολυκατάστημα Hotel de Ville και φτιάξαμε το μεγάλο κρεβάτι και τη βιβλιοθήκη. Όσο φούσκωνε η κοιλιά της Μυρτώς, τόσο δούλευα σκληρότερα. Έτσι πέρασα όλο το καλοκαίρι του 1958 ξύνοντας, βάφοντας και καρφώνοντας. Ετοίμαζα όπως τα πουλιά στην κυριολεξία τη φωλιά της γυναίκας μου για να γεννήσει. Στο μεταξύ, έως ότου μετακομίσουμε, στην πανσιόν μαζί με τους Χρονόπουλους παίζαμε κάθε βράδυ ένα βλακώδες παιχνίδι, το Monopole, μόνο και μόνο για να διοχετεύσουμε κάπου την κρίση μας… Τα χρήματα τελείωναν και στον ορίζοντα δεν υπήρχε η παραμικρή δουλειά. Ώσπου μία μέρα έφτασε ένα τηλεγράφημα. Το υπέγραφε ο Άγγλος σκηνοθέτης του κινηματογράφου Μάικλ Πάουελ, με τον οποίο είχαμε συνεργαστεί ένα χρόνο πριν. Το θυμάμαι ακόμα απ’ έξω, γιατί μαζί με τη Μυρτώ το διαβάζαμε και το απαγγέλλαμε εκατοντάδες φορές: «Raymon Roi veut commissioner Ballet…» Ο Ρεημόν Ρουά θέλει να παραγγείλει ένα μπαλέτο, απευθυνθείτε στην οδό Μανταλέν, κ.λπ.

Ο κύριος Ρουά καθαρόαιμος Ιταλός επιχειρηματίας, δεν ήταν άλλος από τον σύζυγο της Λουντμίλα Τσερίνα. Ήθελε να γράψω ένα μπαλέτο για τη γυναίκα του, που ετοίμαζε μια ιδιόμορφη μπαλετική – καλλιτεχνική εξόρμηση για το φθινόπωρο στο θέατρο Σάρα Μπερνάρ.

  • Θέλετε μήπως μια μικρή προκαταβολή;

Ως κι αυτό με ρώτησε! Φυσικά την ήθελα και πως!

Έτσι αμέσως αποχαιρετήσαμε την Madame Amelie, τον κύριο Charles και τους άλλους ενοίκους της πανσιόν (όλοι ήταν Σμυρνιοί καθολικοί) και εγκατασταθήκαμε στο 28 της οδού της «Πηγής του Βασιλιά» (Fontaine au Roi).

Για μένα έμελλε να γίνει πράγματι βασιλική πηγή, αν σκεφτεί κανείς ότι σ’ αυτό το λιλιπούτειο «διαμέρισμα» γεννήθηκαν τα δυο παιδιά μου, ενώ στον τομέα της μουσικής συνέθεσα τη μουσική για πολλά αγγλικά φιλμ που ξεχνώ τους τίτλους, δύο μπαλέτα (ένα για την Τσερίνα, ΟΙ ΕΡΑΣΤΕΣ ΤΟΥ ΤΕΡΟΥΕΛ και ένα για το Covent Garden, την ΑΝΤΙΓΟΝΗ), έργα συμφωνικής μουσικής, όπως τη ΔΕΥΤΕΡΗ και την ΤΡΙΤΗ ΣΟΥΙΤΑ και τη ΔΕΥΤΕΡΗ ΣΟΝΑΤΙΝΑ για βιολί και πιάνο, που την τελείωσα τις μέρες που γεννήθηκε η κόρη μας Μαργαρίτα στις 29 του Νοέμβρη του 1958, ενώ στον τομέα του τραγουδιού έγραψα το ΑΡΧΙΠΕΛΑΓΟΣ, την ΠΟΛΙΤΕΙΑ, τα ΕΠΙΦΑΝΙΑ, το ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ και το ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ ΑΔΕΛΦΟΥ. Όλα αυτά από το 1958 μέχρι το 1962.

Παραλίγο να ξεχάσω ότι μέσα σ’ όλη αυτήν την κρίση που ζούσαμε στην πανσιόν, μετά τον ΕΠΙΤΑΦΙΟ, όταν δεν μπογιάτιζα στην καινούρια μας κατοικία, συνέθετα το ΚΟΝΤΣΕΡΤΟ ΓΙΑ ΠΙΑΝΟ, παραγγελία μιας εκκεντρικής Αγγλίδας, της Eilen Joys, που όμως ποτέ δεν το έπαιξε γιατί απλούστατα ποτέ δεν της το έστειλα… Δε θυμάμαι πια για ποιούς λόγους. Αυτό το έργο ήταν η τελευταία μου εργασία στην οδό Miromensil, πριν εγκατασταθούμε στην Fontaine au Roi.

 

 

Αθήνα 1985

 

Ο ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ κυκλοφόρησε σε τρεις φωνογραφικές εκδόσεις:

Η πρώτη με ΜΟΥΣΧΟΥΡΗ – ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ – ΜΟΡΑΛΗ (εξώφυλλο).

Η δεύτερη με ΜΠΙΘΙΚΩΤΣΗ – ΧΙΩΤΗ – ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ – ΜΠΟΣΤ (εξώφυλλο).

Η τρίτη με ΜΑΙΡΗ ΛΙΝΤΑ – ΧΙΩΤΗ – ορχήστρα εγχόρδων – ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ – ΜΠΟΣΤ (εξώφυλλο).

Η πρώτη βγήκε από την Εταιρεία Fidelity (διευθυντής ήταν ο Αλ. Πατσιφάς) και οι δύο άλλες απ’ την Εταιρεία Columbia (διευθυντής ήταν ο Τάκης Β. Λαμπρόπουλος).

Οι δύο πρώτες φωνοληψίες έγιναν στο παλιό στούντιο της Columbia, στον Περισσό, από τον Αύγουστο του 1960. Η τρίτη στο ίδιο στούντιο το καλοκαίρι του 1963.

Θυμάμαι χαρακτηριστικά πως γράφαμε όλη τη νύχτα και αμέσως μετά έφυγα με το αυτοκίνητο για τη Λευκάδα. Οδηγούσα ως το απόγιομα με συντροφιά τον Μπόστ, τον Γρηγόρη Γιάνναρο και τις αδελφές Δημοπούλου , την Έντα και τη Τζωτζώ. Μόλις φτάσαμε, καταλύσαμε σ’ ένα φτωχό ξενοδοχείο κι εγώ έπεσα ξερός. Όμως σε λίγο με ξύπνησαν γιατί η ΕΔΑ είχε συγκέντρωση στην κεντρική πλατεία με ομιλητή τον Βασίλη Εφραιμίδη. Εγώ θα χαιρετούσα στην αρχή.

Ήρθαν οι υπεύθυνοι της ΕΔΑ για να μας οδηγήσουν στην πλατεία. Όλη η πόλη ήταν σε κατάσταση πολιορκίας. Ο χώρος της συγκέντρωσης ζωσμένος από χωροφύλακες που εμπόδιζαν τον κόσμο να μας πλησιάσει. Τελικά ανεβήκαμε πάνω σε μια καρέκλα για να μιλήσουμε. Μπροστά μας καμιά εικοσαριά, δηλαδή τα στελέχη της ΕΔΑ, και πίσω από τους χωροφύλακες τα… πλήθη. Φωνάζαμε για να μας ακούσουν.

Ήταν για μένα το πρώτο κάλεσμα στην επαρχία, για να οργανωθούν οι νέοι στους Λαμπράκηδες.

Το βράδυ φάγαμε όλοι μαζί σε μια φτωχική ταβέρνα. Ήπιαμε και τραγουδήσαμε την καρδιά μας, χωρίς να μας επηρεάζει το τείχος των χωροφυλάκων που είχε ζώσει το κέντρο εμποδίζοντας τους κατοίκους να μας πλησιάσουν.

Παρ’ όλα αυτά εκεί έγιναν οι πρώτες επαφές με Λαμπράκηδες. Την άλλη μέρα φύγαμε χαράματα με τον Μπόστ. Τα κορίτσια έμειναν με τον Γιάνναρο για να μας βοηθήσουν στην οργάνωση. Λίγους μήνες αργότερα μετρούσαμε τους Λαμπράκηδες στο νησί σε χιλιάδες. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τις θριαμβευτικές περιοδείες που κάναμε στα χωριά, όπου το σύνολο σχεδόν των νέων είχε οργανωθεί. Και φυσικά όλοι και όλες τραγουδούσαν τα τραγούδια μου.