Πρόκειται για κύκλο επτά τραγουδιών, σε ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη και μουσική του Μίκη Θεοδωράκη, που συντέθηκε το 1963 στην Αθήνα. Η πρώτη ηχογράφηση έγινε με τη φωνή της Ντόρας Γιαννακοπούλου το 1963 (Studio Columbia), ακολούθησαν εκδόσεις το 1964 και το 1974 με τη Σούλα Μπιρμπίλη.
Τα τραγούδια αναδεικνύουν μια αιγαιοπελαγίτικη, ανάλαφρη ατμόσφαιρα, με έντονη χρήση λαϊκών οργάνων όπως μπουζούκι και κιθάρα, που δένει με την ποίηση του Ελύτη. Ο κύκλος περιλαμβάνει κομμάτια όπως: Μαρίνα, Η Μάγια, Το Τριζόνι, Του μικρού Βοριά, Τα Ελληνάκια, Τα ‘δατε τα μάθατε, Ο κήπος έμπαινε στη θάλασσα. Οι στίχοι είναι 12 γεμάτοι εικόνες και μεταφορές που φέρουν έντονο ποιητικό χαρακτήρα, όπως στο “Ο κήπος έμπαινε στη θάλασσα”.
Στις Μικρές Κυκλάδες, η μουσική λαϊκότητα (μπουζούκι, κιθάρα) “ζωγραφίζει” τις εικόνες της ποίησης – παραθαλάσσιοι κήποι, κυκλαδίτικο φως – και την κάνει οικεία στο ευρύ κοινό.
Σύμφωνα με άρθρα, οι Μικρές Κυκλάδες ξεχώρισαν και αγαπήθηκαν από το κοινό, παρά τον πιο ανάλαφρο χαρακτήρα τους σε σχέση με το Άξιον Εστί.
Ο Θεοδωράκης ενέταξε τα Μικρές Κυκλάδες στην τρίτη του περίοδο, χαρακτηριστική για την έντονη ενιαία σύνθεση ποίησης–δημοτικής μουσικής—μια μορφή που ονομάστηκε “metasymphonic music”.
Ο Θεοδωράκης χρησιμοποίησε την «έντεχνη-λαϊκή» προσέγγιση για να κάνει την ποίηση οικεία στο ευρύ κοινό, μεταφέροντας στίχους Ελύτη — αλλά και άλλων μεγάλων ποιητών — στα σπίτια και τις παραδοσιακές κοινότητες. Όπως τόνιζε ο ίδιος «Ο χαρακτηρισμός που έδωσα στη μουσική μου ως “έντεχνης-λαϊκής”, σήμαινε ότι παίρνω ως βάση τη ζωντανή παράδοση, όπως λ.χ. το λαϊκό τραγούδι, και το ενώνω μεθοδικά με λόγιες-έντεχνες μορφές τέχνης, που κατά τη γνώμη μου συντελούν στην ουσιαστική απελευθέρωση και ανάδειξη της προσωπικότητας του πολίτη, πέρα από την καλλιέργεια του πνευματικού του κόσμου, που τόση ευδαιμονία και ψυχική δύναμη του χαρίζει».
Η αποδοχή των Μικρών Κυκλάδων ενισχύει την εικόνα ενός καλλιτεχνικού πλαισίου όπου το προσωπικό τοπίο γίνεται συλλογική εμπειρία. Ο κύκλος των Μικρών Κυκλάδων αποτελεί παράδειγμα intermedial σύνθεσης: συνδυάζει την ποίηση με την οικεία μουσική παράδοση και μεταμορφώνει τη φυσική και συναισθηματική εικόνα σε κοινή πολιτιστική εμπειρία. Η λαϊκότητα και η μελωδικότητα των τραγουδιών καθι – στούν την ποίηση του Ελύτη προσιτή και διαχρονική.
(Από τις σημειώσεις του συνθέτη για το έργο)
Έως τα 1962 βρισκόμουν ανάμεσα στο Παρίσι και στην Αθήνα. Με το ’62 πλέον έρχεται και η οικογένειά μου και μετακομίζουμε τελειωτικά από το Παρίσι στην Αθήνα. Απ’ τους πρώτους ανθρώπους που είδα ήταν ο Οδυσσέας Ελύτης, μιας και το ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το είχα ολοκληρώσει σαν σύνθεση αλλά δεν είχα προχωρήσει στην ενορχήστρωση που έκανα εκείνο τον καιρό. Έτσι τον έβλεπα τακτικά, θα ‘λεγα δυο-τρεις φορές την εβδομάδα, τα μεσημέρια στου Φλόκα και, όταν είχα πλέον τελειώσει τη σύνθεση του ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ, τον κάλεσα στο σπίτι μου μαζί με τον Λέοντα Καραπαναγιώτη και τον Γιώργο και την Έλενα Σαββίδη. Τους έπαιξα και τραγούδησα ολόκληρο το ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ σε μια πελώρια πομπίνα από κείνα τα μαγνητόφωνα της εποχής και που ίσως να υπάρχει ακόμα στα χέρια κάποιου απ’ αυτούς που το άκουσαν τότε για πρώτη φορά.
Το θέμα μας πάντοτε ήταν το ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ. Μας απασχολούσε ειδικότερα το πως και πότε θα παρουσιαστεί, δεδομένου ότι ήταν έργο πολύπλοκο και ήδη η Εταιρεία Κολούμπια, στην οποία είχα πει τα σχέδιά μου, είχε αρνηθεί να το ηχογραφήσει λόγω του μεγάλου κόστους. Το θέμα λοιπόν ήταν που θα βρίσκαμε συμφωνική ορχήστρα, χορωδία – λαϊκή ορχήστρα φυσικά είχα στη διάθεσή μου – αλλά πέραν της λαϊκής υπήρχαν κι άλλα όργανα, πολλά κρουστά, πιάνο, σαντούρι και φυσικά έπρεπε κυρίως να βρεθεί ένα σοβαρό κονδύλι για να αντιμετωπιστούν τα έξοδα της συναυλίας και της ηχογράφησης.
Ένα πρωινό, αρχές του 1963, ο Οδυσσέας Ελύτης μου τηλεφώνησε και μου είπε ότι θέλει να ‘ρθει σπίτι μου, στη Νέα Σμύρνη. Ήταν μια ωραία ανοιξιάτικη μέρα, ήρθε κατά το μεσημεράκι και μου έδωσε επτά ποιήματα (το 7 ήταν ο ιερός αριθμός του Ελύτη). “Νομίζω”, μου είπε, “ότι ταιριάζουν στο ύφος σου”. Τον ευχαρίστησα και πραγματικά τα ποιήματα αυτά με ενθουσίασαν γιατί υπήρχε μια αντίθεση ανάμεσα σ’ αυτά και στα “βαριά” τραγούδια της ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ που ήταν ζεϊμπέκικα και χασάπικα. Αυτά ήταν πιο λυρικά, ανάλαφρα, αιγαιοπελαγίτικα. Όταν τέλειωσα τη σύνθεση, τον κάλεσα, ήρθε στο σπίτι μου, τα άκουσε, ευχαριστήθηκε πολύ και μαζί αποφασίσαμε να τα εμπιστευθούμε στη Ντόρα Γιαννακοπούλου, η οποία την εποχή εκείνη θριάμβευε στην Αθήνα• είχε μια υπόγεια μπουάτ στην Πλάκα που ήταν κάθε βράδυ κατάμεστη από τη νεολαία, ιδιαίτερα από τη φοιτητική νεολαία, που είχε αρχίσει να ηλεκτρίζεται προαισθανόμενη τα γεγονότα του ’63.
Άρχισα λοιπόν να κάνω πρόβες με τη Γιαννακοπούλου και την ορχήστρα μου που την αποτελούσαν πια μόνιμα ο Γιάννης Διδίλης, πιανίστας, ο Κώστα Παπαδόπουλος, ο Λάκης Καρνέζης και ο Βαγγέλης Παπαγγελίδης. Όταν ολοκληρώσαμε τις πρόβες και πριν μπούμε στο στούντιο, αποφασίσαμε να δοθεί η πρεμιέρα στη μπουάτ της Ντόρας Γιαννακοπούλου.
Τις ημέρες εκείνες είχα ένα απειλητικό τηλεφώνημα από μια οργάνωση “κου – κλουξ – κλαν”. Αυτό πήρε δημοσιότητα. Μου τηλεφώνησε λοιπόν ο Υπουργός Εσωτερικών – Δημοσίας Τάξεως και μου είπε “κύριε Θεοδωράκη, επειδή φοβόμαστε για τη ζωή σας, θα σας έχουμε έναν αστυφύλακα μαζί για προστασία”. Του απάντησα ότι δεν χρειάζεται, όμως επέμεινε να ληφθεί το μέτρο αυτό τουλάχιστον για μερικές μέρες και μετά πάλι θα εξέταζαν το θέμα. Τελικά, ήρθε πράγματι ένας αστυφύλακας, πολύ συμπαθητικό παιδί, φοιτητής της Θεολογίας, που όμως ήταν “βαμμένος” αντικομμουνιστής και εμένα μ’ έβλεπε σαν τέρας. Σιγά σιγά με τις συζητήσεις που κάναμε, ιδιαίτερα σε διαδρομές με το αυτοκίνητο, άρχιζε να αλλάζει η εικόνα που είχε για τους κομμουνιστές και ειδικά για μένα.
Την ημέρα της πρεμιέρας κάλεσα τον Ελύτη να ‘ρθει από το σπίτι και μαζί με τη Μυρτώ και τον αστυφύλακα να πάμε στη μπουάτ. Η είδηση είχε αναγγελθεί από τις εφημερίδες, ο κόσμος είχε γεμίσει τη μπουάτ και τη μακριά σκάλα που κατέβαινε ως κάτω, αλλά και απέξω είχε μαζευτεί κόσμος, νεολαία, έβλεπες παντού χαρούμενα πρόσωπα, γεμάτα αγάπη, με μάτια φλογισμένα. Μπήκαμε λοιπόν μέσα και σταθήκαμε στο προτελευταίο σκαλοπάτι, όρθιοι, ακριβώς λόγω του μεγάλου συνωστισμού. Και υπάρχει μια φωτογραφία μας εκεί, ο Ελύτης, η Μυρτώ, εγώ και ο αστυφύλακας με στολή. Ήταν πολύ περίεργο για τους φοιτητές, μέσα σ’ αυτήν την ατμόσφαιρα να υπάρχει ένας ένστολος αστυφύλακας.
Μέσα σ’ αυτό το κλίμα δόθηκε η πρώτη των ΜΙΚΡΩΝ ΚΥΚΛΑΔΩΝ. Κάθε τραγούδι χειροκροτιόταν με μεγάλη θέρμη και στο τέλος η Ντόρα Γιαννακοπούλου αναγκάστηκε να τα πει άλλη μια φορά.
Μια βδομάδα μετά, μπήκαμε στο στούντιο και βγάλαμε το γνωστό δίσκο.


