Το Άξιον Εστί του Μίκη Θεοδωράκη χαρακτηρίζεται ευρέως ως λαϊκό ορατόριο (oratorio populaire), δηλαδή ένα έργο που συνδυάζει στοιχεία ορατορίου — χρήση χορωδίας, σολίστ, αφηγητή και ορχήστρας — με λαϊκή μουσική ταυτότητα.
Το Άξιον Εστί, ως λαϊκό ορατόριο, συνιστά ένα intermedial έργο στο οποίο η ποίηση, η μουσική και η ερμηνεία συνυπάρχουν ως διακριτά, αλλά ταυτόχρονα διασυνδεόμενα μέσα. Μέσα από την intermedial προσέγγιση, το κείμενο του Ελύτη μεταμορφώνεται από στατικό ποιητικό σώμα σε δυναμική, πολυεπίπεδη εμπειρία. Ο Θεοδωράκης λειτουργεί ως “μετα-ποιητής”, αναδεικνύοντας το κείμενο μέσω μουσικής ανάγνωσης με κοινωνική και πολιτισμική στόχευση.
Το έργο παρουσιάστηκε για πρώτη φορά ζωντανά στις 19 Οκτωβρίου 1964, στη σκηνή του θεάτρου Rex – Μαρίκα Κοτοπούλη. Τότε, αφηγητής ήταν ο Μάνος Κατράκης, ψάλτης ο Θεόδωρος Δημήτριεφ και λαϊκός τραγουδιστής ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης.
Το ορατόριο είναι δομημένο σε τρία μέρη. Γένεσις (αφηγηματικός ποιητικός λόγος)–Πάθος (λυρικές ενότητες και ιστορική/πολιτική ανάγνωση)–Δοξαστικόν (ύμνος στην ελληνικότητα και στο συλλογικό πνεύμα). Πρόκειται για την κλασική δομή ενός ορατορίου, το οποίο είναι προσαρμοσμένο στο λαϊκό πνεύμα της εποχής.
Η εναλλαγή ανάμεσα σε απαγγελία (εκφωνητής), χορωδιακά και σόλο μέρη, καθώς και η χρήση λαϊκών και λόγιων μουσικών οργάνων, δημιουργούν μια δομή που είναι κατεξοχήν intermedial.
Ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, αντιπροσωπευτικός λαϊκός τραγουδιστής, ήταν ο πρώτος λαϊκός τραγουδιστής στην πρεμιέρα του 1964, ενσωματώνοντας την αυθεντική λαϊκή φωνή στο έργο.
Το ορχηστρικό προσωπικό περιλαμβάνει δύο μπουζούκια, σαντούρι, μαντολίνα, κιθάρες, πιάνο — όργανα του ελληνικού λαϊκού ιδιώματος — τα οποία χρωματίζουν την ενορχήστρωση παράλληλα με την συμφωνική ομάδα.
Στις ενότητες των Παθών, το μπουζούκι εμφανίζεται αργά και διακριτικά πίσω από τη συμφωνική υπόκρουση, ενισχύοντας τον ελληνικό πολυρυθμικό χαρακτήρα. Ο συνδυασμός ρυθμών σε 5/8 ή 7/8 – χαρακτηριστικών της ελληνικής λαϊκής μουσικής – δημιουργούν μελωδικά patterns που συνδυάζονται δυναμικά με τη συμφωνία.
Η παρουσία λαϊκού τραγουδιστή και χορωδίας δημιουργεί τελετουργικό χαρακτήρα — ένα νέο είδος «λαϊκής λατρείας», ενδιαφέροντα συνδυασμό δημοτικής και θρησκευτικής λειτουργίας. Ο Θεοδωράκης υποστήριξε πως το Άξιον Εστί αποτέλεσε κορυφαία «αισθητική προσπάθεια γεφύρωσης» ανάμεσα στη λαϊκή μουσική και τις πνευματικές κορυφές της συμφωνικής παράδοσης.
Το έργο προοριζόταν για ευρύ κοινό, σχεδιασμένο να γεφυρώσει την απόσταση ανάμεσα στην ελίτ (θεατρόφιλους, ακαδημαϊκούς) και τον λαό — μια γέφυρα ανάμεσα σε υψηλή και λαϊκή κουλτούρα.
Οι έντονα συλλογικοί και αντιστασιακοί τόνοι ενδυνάμωσαν το έργο ως εργαλείο μνήμης και κοινωνικής σύμπραξης, ειδικά σε εποχές πολιτικών αναταραχών. Αυτό είναι εμφανές από την επιθυμία να ανεβεί στο Ηρώδειο (που δεν έγινε δεκτή), ενώ χαρακτηρίστηκε ως “λαϊκό” λόγω της συμμετοχής Μπιθικώτση και της απόρριψης της ελίτ για τη γέννησή του στον χώρο αυτό.
Το μελοποιημένο Άξιον Εστί είναι γόνος του Ποιητή και του Μουσικού που ήσαν έτοιμοι από καιρό, προτού καν γεννηθούν. Γι΄ αυτόν τον γόνιμο παραλογισμό φρόντισε η ιστορική συγκυρία.
Η απαγγελία του ποιητικού λόγου, όπως αυτή υλοποιείται στον δίσκο μέσω της φωνής του Μάνου Κατράκη, λειτουργεί ως θεμελιώδης φορέας νοήματος. Παράλληλα, η χορωδία ενσαρκώνει τη συλλογική φωνή του ελληνικού λαού. Η διαλεκτική αυτή αντιπαράθεση ιδιωτικής και δημόσιας φωνής επιτελείται μέσω της μουσικής, προσδίδοντας μια «πολυφωνική» και πολυμεσική ερμηνεία του ποιήματος.
Ο Θεοδωράκης δεν περιορίζεται στη μελοποίηση. Μεταγράφει, μετασχηματίζει και επανερμηνεύει το ποιητικό κείμενο μέσα από μουσικούς και δραματουργικούς κώδικες. Η μουσική αποδίδει τα ηχοχρώματα, τις εντάσεις και τις εσωτερικές συγκρούσεις του λόγου του Ελύτη, ενεργοποιώντας έναν ενσώματο ακροατή που δέχεται το έργο ταυτόχρονα αισθητικά, πολιτικά και μεταφυσικά.
Η ένταξη δημοτικών, βυζαντινών και λαϊκών μουσικών στοιχείων, η χρήση της ελληνικής γλώσσας σε υψηλό ποιητικό ύφος και η ανάγνωση της ιστορικής μοίρας του Έθνους μέσω μιας διαχρονικής ποιητικής, καθιστούν το Άξιον Εστί έργο intermedial και πολυεπίπεδο. Η intermedial poetics που αναπτύσσεται εδώ δεν είναι αφηρημένη θεωρία, αλλά αισθητική πράξη με εθνική και υπαρξιακή λειτουργία.
Πώς δημιουργήθηκε το «Άξιον εστί»
Στη βιογραφία για τη ζωή του Μίκη Θεοδωράκη με τίτλο «ΑΞΙΟΣ ΕΣΤΙ», του Γεώργιου Π. Μαλούχου, που επανεκδόθηκε από «ΤΑ ΝΕΑ» το 2018, ο Μίκης Θεοδωράκης αφηγείται πώς γεννήθηκε το εμβληματικό αυτό μουσικό έργο.
«Όλη η ιντελιγκέτσια πήγαινε στο καφέ το Λουμίδη νωρίς, στη Σταδίου, απέναντι από την Κλαυθμώνος (…) Εκεί λοιπόν έπινα τον καφέ μου και ήρθε και με πλησίασε ο Οδυσσέας Ελύτης, τον οποίο ήξερα. Μου λέει: ‘Μόλις τελείωσα μια ποιητική σύνθεση, το Άξιον Εστί, τη γράφω πολλά χρόνια και θα κυκλοφορήσει αυτόν τον καιρό. Πιστεύω ότι είναι ένα ποιήμα που θα σας οδηγήσει να κάνετε κάτι άλλο, πιθανώς μια λειτουργία, ένα ορατόριο, θα σας εμπνεύσει. Είμαι βέβαιος γι’ αυτό, γιατί απ’ ό,τι άκουσα από τα άλλα έργα σας, νομίζω ότι του ταιριάζει πολύ η μουσική σας»
Ο Θεοδωράκης τον ευχαρίστησε και του έδωσε τη διεύθυνσή του στο Παρίσι , όπου θα έμενε για κάποιο διάστημα.
«Σε λίγες μέρες ο ταχυδρόμος μού έφερε το βιβλίο του, το οποίο καταβρόχθισα και άρχισα να γράφω τη μουσική. Δεν προλάβαινα στο πεντάγραμμο, τα περισσότερα τα έγραψα στο πλάι. Σε μια εβδομάδα είχα τελειώσει όλο το έργο, πλην του φινάλε, του δοξαστικού. (…)
Για τον τρόπο που μελοποιήθηκε το «’Αξιον εστί» ανεφέρεται ο Μίκης Θεοδωράκης, στις σημειώσεις του για το έργο, που δημοσιεύονται στην επίσημη ιστοσελίδα του, www.mikistheodorakis.gr
» Τους μελοποίησα [τους στίχους] αμέσως κι άρχισα πάλι να τους τραγουδώ προς μεγάλη χαρά της μικρής Μαργαρίτας και απελπίζοντας τη Μυρτώ μέσα σε κείνο το μικροσκοπικό δωμάτιο, στο οποίο έπρεπε να τα κάνουμε όλα. Να τρώμε, να ταΐζουμε τα παιδιά, να μελετάμε, να γράφω μουσική.
»Αλλά δεν ήξερα τι να το κάνω. Να κάνω ένα έργο για τις συναυλίες πάλι, ορχήστρες και λοιπά, ή έπρεπε να κάνω ένα έργο λαϊκό; (…) Οπωσδήποτε έπρεπε να χρησιμοποιήσω μέσα και συμφωνική ορχήστρα και χωρωδία και λόγιο τραγουδιστή. Όλα αυτά έπρεπε να τα συνδυάσω, ήταν τελείως πρωτόγνωρα.
»Έπρεπε να βρω μια ισορροπία, ώστε το έργο αυτό να μην είναι μακριά από την ευαισθησία του κόσμου. Ήξερα ότι ο κόσμος είναι ανώριμος ακόμη στο συμφωνικό ήχο, όπως και στο χορωδιακό, ότι ήθελε λαϊκά όργανα, λαϊκή φωνή. (…)
»Ήθελα να μιμηθώ απολύτως το εκκλησιαστικό ύφος, αλλά και ο Ελύτης δεν είχε αντίρρηση, διότι μιλούσε πάντα για μια λαϊκή λειτουργία. Είχαμε λοιπόν τον ψάλτη, είχαμε το λαϊκό τραγουδιστή είχαμε και τον ευαγγελιστή, ο οποίος θα διάβαζε»
Οι συντελεστές
Πώς επιλέχθηκαν οι φωνές που θα ερμήνευαν το «Άξιον εστί»; Ο Θεοδωράκης αφηγείται:
«Προσπάθησα να βρω μια χορωδία που να τραγουδά όσο γίνεται πιο απλά. Η Θάλεια Βυζαντίου κατενόησε ευθύς το έργο και την πρόθεσή μου αυτή. Ο Χορός ήταν ο οποιοσδήποτε. Ήταν οι φωνές οι συνηθισμένες, όταν τραγουδούσαν σε παρέες όλοι μαζί.
» Στα 1964 η φωνή του Μπιθικώτση βρισκόταν στον κολοφώνα της. Κάναμε αμέτρητες πρόβες στο γραφείο μου στη Νέα Σμύρνη, μαζί και οι τέσσερις πιστοί μουσικοί μου, ο Λάκης Καρνέζης, ο Κώστας Παπαδόπουλος, ο Γιάννης Διδίλης και ο Βαγγέλης Παπαγγελίδης.
–Από τη συναυλία του Λυκαβηττού το 1977-
»Ο βαρύτονος –τον αποκαλώ Ψάλτη- επιλέχτηκε μέσα από τους ηθοποιούς του χορού του ΑΙΑΝΤΑ, μιας και είχαμε συνεργαστεί και τους γνώριζα έναν-έναν. Διάλεξα τον Θόδωρο Δημήτριεφ και παράλληλα χρησιμοποίησα ολόκληρο το Χορό στις ομαδικές απαγγελίες που ηχογραφήθηκαν με την άμεση επίβλεψη του Ελύτη.
»Έμενε ο Αναγνώστης. Για μένα δεν υπήρχε δεύτερη σκέψη : Μάνος Κατράκης. Δεν θυμάμαι ποια ήταν τότε η άποψη του Ελύτη. Ίσως κι αυτός συμφώνησε απ΄την αρχή. Είχε και αυτός τις φιλίες και τις προτιμήσεις του. Κι ας μην ξεχνάμε πως ο Κατράκης τότε ήταν κόκκινο πανί. Πόσοι άλλοι άραγες ηθοποιοί και καλλιτέχνες είχαν πάει στο Μακρονήσι;
»Περάσαμε ώρες πολλές ο Ελύτης, ο Κατράκης κι εγώ, στο στούντιο της Κολούμπια, έως ότου βρεθεί το σωστό ύφος, που να ταιριάζει με την ποίηση αλλά και με τον γενικό ήχο του έργου».
Ξεπερνώντας το ένα εμπόδιο μετά το άλλο, που είχαν κυρίως να κάνουν με τη δυσπιστία των περισσότερων απέναντι στο εγχείρημα, ο Μίκης Θεοδωράκης μπαίνει στο στούντιο και ηχογραφεί με πληθώρα μουσικών και χορωδών το Άξιον Εστί. Οι πρώτες αντιδράσεις μόνο θερμές δεν ήταν.
«Μόλις τέλειωσε το μοντάζ του έργου, ο Τάκης Λαμπρόπουλος (σ.σ. διευθυντής της δισκογραφικής εταιρείας Columbia) πήρε ένα δίσκο-δείγμα να τον πάει στου Φλόκα, στο ιερατείο της διανόησης, όπου σύχναζε και ο Ελύτης.
»Είχε αγωνία να δει τι σκέπτονται, γιατί ο ίδιος, όπως φαίνεται, διατηρούσε πολλές αμφιβολίες. Γνώριζε άλλωστε από πρώτο χέρι τις αντίξοες συνθήκες εργασίας, που τόσο βάραιναν την τεχνική αρτιότητα του έργου.
»Φαίνεται πως η ακρόαση του δείγματος ήταν άκρως αρνητική. Δεν πρέπει να τον βγάλουμε, μου λέει. Όσοι τον άκουσαν, είπαν πως ο κόσμος θα γελάσει με το αποτέλεσμα.
»Πιο πολύ απ΄όλους, όπως ήταν φυσικό, είχε επηρεαστεί ο ίδιος ο Ελύτης, του οποίου η εμπιστοσύνη στις ικανότητές μου και στο έργο κλονίστηκε.
»Όμως εγώ επέμενα. Έτσι φτάσαμε στο εξώφυλλο. Ο Γιάννης Τσαρούχης είχε διαφορετική γνώμη ακούγοντας το δείγμα. Γνώμη που την εξέφρασε με τον θαυμάσιο πίνακα που του ενέπνευσε το έργο και που τον χρησιμοποιήσαμε για εξώφυλλο»

Αντίστοιχες δυσκολίες συνάντησαν και οι προσπάθειες του Μίκη Θεοδωράκη να παρουσιάσει ζωντανά το έργο στο ελληνικό κοινό.
Ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Οδυσσέας Ελύτης υπέβαλαν πρόταση να παρουσιαστεί το Άξιον εστί, στο Ηρώδειο, στα πλαίσια του Φεστιβάλ Αθηνών του 1964. Υπήρξαν όμως σθεναρές αντιρρήσεις από τη διοίκηση του Ε.Ο.Τ. που είχαν να κάνουν με την εμφάνιση ενός λαϊκού τραγουδιστή, όπως ήταν ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης στη σκηνή του Ηρωδείου.
Ασκήθηκαν μεγάλες πιέσεις στον Θεοδωράκη για να αντικαταστήσει τον Μπιθικώτση, ο συνθέτης όμως δεν υπήρχε περίπτωση να δεχτεί. Αποφάσισε να αναλάβει ο ίδιος τα υπέρογκα έξοδα της παραγωγής και να παρουσιάσει το μουσικό του έργο στο θέατρο Ρεξ – Μαρίκα Κοτοπούλη. Η μεγάλη πρεμιέρα προγραμματίστηκε για τις 19 Οκτωβρίου.

Λίγες ημέρες πριν την πρεμιέρα ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Οδυσσέας Ελύτης έδωσαν συνέντευξη τύπου.

« ‘Έργο ποιητικό. Αυθύπαρκτο. Το ‘Άξιον εστί΄ – ποίηση αφιερωμένη στην ποίηση – είχε την καλή τύχη να μελοποιηθή από τον Θεοδωράκη’
» ‘Η καλή ποίηση εμπεριέχει μέσα της και την μουσική. Κι εκείνος που θα την μελοποιήση δεν έχει παρά να την τοποθετήση στη μουσική. Το ίδιο συνέβη και με το «Άξιον εστί» του Οδυσσέα Ελύτη…Το έλαβα στο Παρίσι την άνοιξη του ΄61, δώρο ευγενικό του ποιητή. Το ίδιο βράδυ είχα σχεδιασμένα και τα δύο πρώτα μέρη: Τη Γέννηση και τα Πάθη. Στο ποίημα ενυπήρχε ήδη η μουσική…’
»Έτσι παρουσίασαν το ‘Άξιον εστί’ οι δύο δημιουργοί του – ο Οδυσσέας Ελύτης και ο Μίκης Θεοδωράκης – στη χθεσινή συνέντευξη Τύπου. Τους ένωσε σε μια κοινή προσπάθεια τριών χρόνων και πλέον, που ήδη πλησιάζει στο τέρμα της: Επιτέλους το αθηναϊκό κοινό θα γνωρίσει το έργο χάρη στην ιδιωτική πρωτοβουλία»

Ο Οδυσσέας Ελύτης είχε ήδη από τότε αντιληφθεί τη μεγαλειώδη σημασία που θα είχε αυτό το έργο: « Έκείνο που πρέπει να πω είναι ότι το «Άξιον εστί» δεν γράφτηκε με την πρόθεση να μελοποιηθεί. Το κουράγιο του Μίκη Θεοδωράκη να γράψει μουσική σε έργο που η δυσκολία του στίχου είναι τεράστια, αποτελεί σταθμό στην ελληνική μουσική. Η αρχιτεκτονική της μουσικής του ακολουθεί τόσο πιστά την αρχιτεκτονική του κειμένου που εγώ απόρησα».
Ο Θεοδωράκης αναφέρθηκε και στα εμπόδια που συνάντησε:
«Επιτέλους το ‘ Άξιον εστί’ θα ανεβασθεί στην Αθήνα! (…) Υπήρχε η περίπτωση το έργο μου αυτό να μην πρωτοπαρουσιασθεί στην πατρίδα μου. Είναι να αηδιάζει κανείς με την κατάσταση που επικρατεί εδώ.
»Να ζητάς αίθουσα για να κάνης δοκιμές και να μη βρίσκεις. Να σου παραχωρούν τελικά μια γωνίτσα στον ‘Παρνασσό’ και μετά από δύο ώρες πρόβα να παρουσιάζεται ο πρόεδρός του και να σου λέει: ‘Το έργο είναι υπόπτο και να σταματήσουν οι δοκιμές’ είχα απογοητευθεί τόσο πολύ που λίγο ακόμη και θα έπαιρνα το αεροπλάνο να πάω στη Σόφια ή κάπου αλλού να παρουσιάσω το έργο μου. Ήθελα όμως να δοθεί η παγκόσμια πρεμιέρα του στην πατρίδα μου».
Οι κριτικές πρώτες εντυπώσεις
Η συναυλία δόθηκε και σύμφωνα με τα «ΝΕΑ» η ανταπόκριση του κοινού ήταν ενθουσιώδης.
![]()
Ο Θεοδωράκης πάντως, που είχε υπερχρεωθεί για να καλύψει ο ίδιος τα τεράστια έξοδα της συναυλίας εκείνης, αφηγείται πως οι συντελεστές ήλπιζαν σε θερμότερες αντιδράσεις.
«Βάλαμε ακριβό εισιτήριο, οπότε έγινε μια επιλογή, η οποία επηρέασε πολύ την πρώτη ακρόαση, γιατί ήταν άνθρωποι που δεν ήξεραν τη μουσική μου. Ήταν από το Κολωνάκι διάφοροι, πολλοί ήρθαν από περιέργεια.

»Αυτό βέβαια επηρέασε την πρώτη παρουσίαση διότι, αφού ο δίσκος πλέον είχε καθιερωθεί (παιζόταν σε παρέες, σε σπίτια και υπήρχε πολύς ενθουσιασμός από τον κόσμο – ήταν γνωστό πια), εμείς περιμέναμε στο τέλος να σηκωθεί το θέατρο όρθιο.
»Δεν σηκώθηκε το θέατρο επάνω, απλώς χειροκρότησαν ευγενικά. Εγώ είχα κουραστεί τόσο πολύ, γιατί έκανα τόσες πολλές πρόβες, με τόσο πολύ κόπο, και όταν τελείωσε ήμουν πανευτυχής»
Ανάμεσα σε αυτούς που παρακολούθησαν την παγκόσμια πρεμιέρα του «Άξιον εστί» ήταν και ο Δημήτρης Ψαθάς, ο οποίος έγραψε για τις εντυπώσεις του στα «ΝΕΑ».
«Μια εξαιρετική μουσική μυσταγωγία ήταν η πρώτη εκτέλεση του ορατορίου «Άξιον εστί». (…) Όσοι είχαν την τύχη να την παρακολουθήσουν, δίκαια χειροκρότησαν – για να μη πω αποθέωσαν – τον συνθέτη για τη ρωμαλέα του δημιουργία που κυριολεκτικά συνήρπασε και συνεκλόνισε το ακροατήριό του.
»Θαυμάζω – μαζί με τους χιλιάδες άλλους Έλληνες – το ταλέντο του εξαιρετικού τούτου συνθέτη μας, που αντλεί τις εμπνεύσεις του κατ’ ευθείαν από την δροσερή βρυσομάνα της λαϊκή μας μουσικής. Τούτη την φορά, ωστόσο, ο συνθέτης ξεπέρασε τον εαυτό του, δίνοντας μεγαλόπνοη μουσική φωνή στην ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη, με το τόσο ελληνικό, το τόσο γνήσια εθνικό του ορατόριο.
»Αυτό λοιπόν ήταν το μουσικό κομμάτι που απορρίφθηκε φέτος από το Φεστιβάλ των Αθηνών; Άξιον εστί, στ’ αλήθεια, το ποιεί ανοησίες στον τόπο τούτον! Η δικαιολογία βέβαια, ήταν ότι ο κ. Μπιθικώτσης δεν ταίριαζε με το Ηρώδειο και θα φάνταζε κάπως παράτονα εκεί όπου συχνάζουν ο Σοφοκλής, ο Ευρυπίδης και ο Φον Καραγιάν.
»Αλλα ο καημένος, ο…Μπιθί ήταν τόσο σεμνός και τόσο συμπαθής κατά την εκτέλεση στο θέατρο ‘Κοτοπούλη’ – ανάμεσα στα τόσα πρόσωπα της ορχήστρας και της χορωδίας – ώστε δεν νομίζω ότι θα πρόσβαλε τα μάρμαρα του Ηρωδείου, αν του επέτρεπαν να εμφανισθή κι εκεί»
Από το 1964, το «Άξιον εστί» ξεκίνησε ένα ταξίδι που δεν πρόκειται να τελειώσει ποτέ, όσα χρόνια κι αν περάσουν κι όποιες μεταβολές, κι αν επέλθουν στην ελληνική μουσική και την ελληνική ποίηση, η συνάντηση εκείνη του Θεοδωράκη, του Ελύτη, του Κατράκη, του Δημητρίεφ και του Μπιθικώτση δεν πρόκειται ποτέ να ξεχαστεί και ποτέ να σβήσει.
Ίσως γιατί, όπως σημειώνουν και «ΤΑ ΝΕΑ» της 17ης Οκτωβρίου 1964:
«Το ‘Άξιον εστί’ έχει μιάν απολύτρωση. Είναι ο Ύμνος της Ελλαδός μέσα από τα τρία πρόσφατα πάθη μας: Το αλβανικό έπος. Την αντίσταση. Τον εμφύλιο σπαραγμό. Και καταλήγει στην λύτρωση. Στο «Χαίρε»


