Διαβάζετε τώρα
Σαν σήμερα 4 Φεβρουαρίου 1843 πέθανε ο “Γέρος του Μοριά”

Σαν σήμερα 4 Φεβρουαρίου 1843 πέθανε ο “Γέρος του Μοριά”

  • της Μαρίας-Ελευθερίας Γιατράκου

Ἕλληνας ἀρχιστράτηγος καί ἡγετική μορφή τῆς Ἐπανάστασης τοῦ 1821, ὁπλαρχηγός, πληρεξούσιος, Σύμβουλος τῆς Ἐπικρατείας. Μετά θάνατον τιμήθηκε ἀπό τήν Ἑλληνική Πολιτεία μέ τόν βαθμό τοῦ Στρατάρχη.

Καταγόταν ἀπό φημισμένη ἠρωϊκή οἰκογένεια μέ τό ἐπώνυμο Τσεργίνης. Ὁ πατέρας τοῦ πῆρε μέρος στήν ἔνοπλη ἐξέγερση τῶν Ὀρλωφικῶν καί σκοτώθηκε μαζί μέ δύο ἀδελφούς του. Ὁ Θόδωρος τόν ἀκολούθησε στίς διάφορες περιπέτειές του. Ἔγινε ἁρματολός ἀπό 15 ἐτῶν καί ἡ δράση καί ἡ φήμη το ῦ ἁπλώθηκαν σ’ ὁλόκληρη τήν Πελοπόννησο. Τό 1802, ἐπειδή ἦταν ἐπικίνδυνος στούς κατακτητές, θέλησε ὁ Βοεβόδας τῆς Πάτρας νά τόν καταδικάσει σέ θάνατο, ἐκδίδοντας σουλτανικό φιρμάνι. Εἶχε πείρα καί γνώσεις στά στρατιωτικά θέματα ξηρᾶς καί θάλασσας καί πῆρε μέρος στίς ἐπιχειρήσεις τοῦ ρωσικοῦ στόλου κατά τόν ρωσσοτουρκικό πόλεμο. Καταδιωκόμενος ἀπό τούς Τούρκους κατέφυγε στά Κύθηρα καί ἀπό τό 1810 ὑπηρέτησε στό ἑλληνικό στρατιωτικό σῶμα τοῦ ἀγγλικοῦ στρατοῦ στή Ζάκυνθο καί ἔφθασε στό βαθμό τοῦ Ταγματάρχη. Μυήθηκε στήν Φιλική  Ἑταιρεία τό 1818. Ἐπέστρεψε στή Μάνη, ὅπου ἄρχισε νά προετοιμάζει τήν ἐπανάσταση στήν Πελοπόννησο, ἡ ὁποία ἀπέκτησε γερό στρατιωτικό ἔρεισμα, ὀφειλόμενο κατά μεγάλο μέρος στόν πατριωτισμό τοῦ ἀρχιστράτηγου τοῦ ἀγώνα Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Χαρακτηριστικά τά λόγια του: «Ὁ Θεός ὑπέγραψε τήν ἐλευθερία τῆς Ἑλλάδας καί δέν παίρνει πίστη στήν ὑπογραφή του».

Ὁ Γέρος τοῦ Μωριά πρωταγωνίστησε σέ πολλές στρατιωτικές ἐπιχειρήσεις τοῦ Ἀγώνα, ὅπως στή νίκη στό Βαλτέτσι, στήν ἅλωση τῆς Τριπολιτσᾶς, στήν καταστροφή τῆς στρατιᾶς τοῦ Δράμαλη στά Δερβενάκια. Καί κατά τή διάρκεια τοῦ ἐμφυλίου πολέμου πολλές φορές προσπάθησε νά ἀμβλύνει τίς ἀντιθέσεις ἀνάμεσα στούς ἀντιπάλους. Πολλές ἱστορικές εἰδήσεις ἀντλοῦμε ἀπό τά ἀπομνημονεύματά του. Αὐτός καί ὁ γιός τοῦ φυλακίσθηκαν καί ἀποφυλακίσθηκαν γιά νά ἀντιμετωπίσουν τόν Ἰμπραήμ. Ὡς τό τέλος τῆς Ἐπανάστασης συνέχιζε νά διαδραματίζει ἐνεργό μέλος στά στρατιωτικά καί πολιτικά πράγματα τῆς ἐποχῆς του. Ἔνθερμος ὑποστηρικτής τῆς πολιτικῆς τοῦ Καποδίστρια πρωτοστάτησε στά γεγονότα τῆς ἐνθρόνισης τοῦ Ὄθωνα. Τό 1833, ὅμως, διαφώνησε μέ τήν Ἀντιβασιλεία καί ὁδηγήθηκε στίς φυλακές τῆς Ἀκροναυπλίας, στό Ναύπλιο. Καταδικάσθηκε σέ θάνατο μαζί μέ τόν Πλαπούτα. Ἔλαβε χάρη μετά τήν ἐνηλικίωση τοῦ Ὄθωνα τό 1835, ὅποτε ὀνομάσθηκε στρατηγός καί ἔλαβε τό ἀξίωμα τοῦ «Συμβούλου τῆς Ἐπικρατείας». Στά τελευταῖα χρόνια της ζωῆς τοῦ ὑπαγόρευσε στόν Γεώργιο Τερτσέτη τά «Ἀπομνημονεύματά» του.

Πνευματική παρακαταθήκη ἀποτελεῖ ὁ λόγος πού ἀπηύθυνε στούς νέους του βασιλικοῦ  Γυμνασίου τῆς Ἀθήνας.

Λόγια ἀγράμματου, μά σοφοῦ καί συνετοῦ μεγάλου ἀνδρός, πού ἀποτελοῦν τήν πνευματική διαθήκη τοῦ ἥρωα στό ἔθνος. Τόν λόγο αὐτόν ἐκφώνησε ἀνεβασμένος στούς βράχους τῆς Πνύκας, ἐκεῖ ὅπου τρανοί ἥρωες ἀπό τήν ἀρχαιότητα συνήθιζαν νά ὁμιλοῦν στούς Ἀθηναίους. Εἶχε λαμπρή πολύτεκνη οἰκογένεια. Ἡ ἀνεξικακία τοῦ παροιμιώδης. Συγχώρεσε κι αὐτόν ἀκόμη τόν Σχινά, τόν Ὑπουργό Δικαιοσύνης, πού ἤθελε τήν καταδίκη του. Πρίν πεθάνει περιόδευσε σέ ὅλον τόν Μοριά καί ἀποχαιρετοῦσε ἐχθρούς καί φίλους, δίνοντας καί παίρνοντας συγχώρηση. Στίς 3 Φεβρουαρίου παραβρέθηκε στόν μεγάλο χορό τοῦ παλατιοῦ καί ἦταν πολύ εὐδιάθετος. Γύρω στά μεσάνυχτα ἐπέστρεψε στό σπίτι του, ὅπου ὑπέστη ἐγκεφαλική συμφόρηση. Γύρω στίς 11:00 τό πρωΐ, ἡ μεγάλη καρδιά τοῦ ἔπαψε νά χτυπᾶ. Μέσα σ’ ἕνα θρῆνο σπαρακτικό του φόρεσαν τή στολή τοῦ στρατηγοῦ, τόν ἔζωσαν μέ τό σπαθί μέ τό ὁποῖο ξεκίνησε τόν Ἀγώνα, τήν περικεφαλαία καί τή στολή πού φοροῦσε στά Ἑπτάνησα. Κηδεύθηκε στήν ἐκκλησία τῆς Ἁγίας Εἰρήνης Αἰόλου. Κηδεύθηκε στό Ἅ’ Νεκροταφεῖο. Ἡ ἐπιγραφή στό κενοτάφιο τοῦ ταφικοῦ μνημείου του, ἀναφέρει: <<ΣΙΓΑ ΔΙΑΒΑΤΗ. ΕΔΩ ΚΟΙΜΑΤΑΙ Ο ΓΕΡΟΣ ΤΟΥ ΜΟΡΙΑ.ΤΟΝ ΥΠΝΟ ΤΟΥ ΜΗΝ ΤΟΝ ΤΑΡΑΖΕΙΣ>>.

Κι ἔξω ἀπό τό ἱστορικό Μουσεῖο (Παλαιά Βουλή), στήν ὁδό Σταδίου, στήθηκε σέ βάθρο ὁ ἔφιππος ἀνδριάντας του, μέ τήν ἐπιγραφή στό βάθρο:

<<ΕΦΙΠΠΟΣ ΧΩΡΕΙ ΚΑΙ ΣΥ ΓΕΝΝΑΙΕ ΣΤΡΑΤΗΓΕ ΑΝΑ ΤΟΥΣ ΑΙΩΝΕΣ ΓΙΑ ΝΑ ΔΕΙΧΝΕΙΣ ΣΤΟΥΣ ΛΑΟΥΣ ΠΩΣ ΟΙ ΣΚΛΑΒΟΙ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ>>.