Διαβάζετε τώρα
Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου, Λόγος εις τα Άγια Θεοφάνεια

Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου, Λόγος εις τα Άγια Θεοφάνεια

Ἀγαπητοί μου, θέλω νά γιορτάσουμε καί ἐπιθυμῶ νά πανηγυρίσουμε· γιατί ἡ ἁγία ἡμέρα τῶν Φώτων ἀποτελεῖ καί θύρα ἑορτῆς καί θύρα πανηγύρεως. Διότι ἀφ’ ἑνός μέν σφραγίζει τό σπήλαιο τῆς Βηθλεέμ, ὅπου ὁ Παλαιός τῶν ἡμερῶν ξάπλωνε μέσα σέ φάτνη ὡς βρέφος πού θήλαζε καί ἀφ’ ἑτέρου ἀνοίγει τίς πηγές τοῦ Ἰορδάνη, ὅπου καί πάλι ὁ ἴδιος βαπτίζεται μαζί μέ τούς ἁμαρτωλούς, χαρίζοντας στόν κόσμο ἄφεση ἁμαρτιῶν διά τῶν ἀχράντων μελῶν τοῦ σώματός του. Ἀλλά ὅταν Αὐτός ἐμφανίσθηκε στή γῆ ἀπό μήτρα ἀνθρώπινη, συμπεριφέρθηκε στά νήπια ὡς νήπιο, στούς ἀνθρώπους ὡς ἄνθρωπος, στή μητέρα του ὡς γιός, στούς ποιμένες ὡς καλός ποιμένας. Γιατί λέει ἡ θεία Γραφή· «Ἐγώ εἶμαι ὁ καλός ποιμένας πού θυσίασε τή ζωή του γιά τά πρόβατά του».

Καί τώρα σκοπεύει νά καταλάβει τίς πηγές τοῦ Ἰορδάνη, θέλοντας νά ξεπλύνει τήν ἁμαρτία τῶν τελωνῶν καί τῶν ἁμαρτωλῶν. Καί, νά, τό μεγάλο θαῦμα αὐτῆς τῆς πανηγύρεως. Ὁ σοφώτατος Παῦλος φωνάζει καί λέγει· «Ἐπεφάνη ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἡ σωτήριος γιά ὅλους τούς ἀνθρώπους». Καί πλεονάζει στόν κόσμο κάθε εἴδους λαμπρότητα. Χαίρεται ὁ οὐρανός ὁ ὁποῖος πρῶτος ἄκουσε μέ προσοχή τήν φωνή πού κατερχόταν ἀπό τόν οὐρανό· ὁ ἀέρας ἁγιάζεται, καθώς τό Ἅγιον Πνεῦμα κατεβαίνει πετώντας· τά νερά μαθαίνουν νά καθαρίζουν μαζί μέ τά σώματα καί τίς ψυχές. Καί ὅλη ἡ κτίση ἐκτελοῦσε ἕνα χορό γιά νά τιμήσει τή γιορτή. Ὁ μόνος πού πενθοῦσε ἦταν ὁ διάβολος, καθώς ἔβλεπε νά ἑτοιμάζεται ἡ κολυμβήθρα πού μόνον αὐτόν θά πνίγει.

Τί λέγει ἡ Γραφή; «Τότε παραγίνεται ὁ Ἰησοῦς ἐν τῷ Ἰορδάνῃ πρός τόν Ἰωάννη τοῦ βαπτισθῆναι ὑπ’ αὐτοῦ». «Τότε ἔρχεται ὁ Ἰησοῦς στόν Ἰορδάνη πρός τόν Ἰωάννη, γιά νά βαπτισθεῖ ἀπό αὐτόν». Ὁ Ἰωάννης ὅμως τόν ἐμπόδιζε λέγοντας· Ἐγώ ἔχω ἀνάγκη νά βαπτισθῶ ἀπό σένα, καί Σύ ἔρχεσαι σέ μένα;  Ποιός εἶδε ἕνα Κύριο νά στέκεται δίπλα σέ ἕνα ὑπηρέτη; Ποιός εἶδε ἕνα βασιλιά νά σκύβει τό κεφάλι του μπροστά σ’ ἕνα στραατιώτη; Ποιός εἶδε ἕνα ποιμένα νά σφραγίζεται ἀπό ἕνα πρόβατο; Ποιός εἶδε ἕνα κριτή ἀγώνων νά βραβεύεται ἀπό ἕναν ἀθλητή; «Ἐγώ ἔχω ἀνάγκη νά βαπτισθῶ ἀπό σένα». Δός μου ἐσύ ὁ ἴδιος, Δέσποτα, λέει ὁ Ἰωάννης, τό βάπτισμα πού πρόκειται νά χαρίσεις στόν κόσμο· «Ἐγώ ἔχω ἀναγκη νά βαπτισθῶ ἀπό σένα», διότι ἔχω κλεισθεῖ μέσα στήν προπατορική ἁμαρτία καί περιφέρω παντοῦ τό δηλητήριο τοῦ ὄφεως· ἐγώ ἔχω ἀνάγκη νά πλύνω καλά τή βρωμιά τῆς ἀρχαίας παραβάσεως· ἐσύ ὅμως, λέει, γιά ποιές ἁμαρτίες προσῆλθες στό βάπτισμα; Ἔχεις προφήτη πού βεβαιώνει γιά σένα· «Αὐτός δέν διέπραξε ἁμαρτία οὔτε βρέθηκε δόλος μέσα στό στόμα του». Πῶς ζητᾶς ἀπολύτρωση Ἐσύ πού χορηγεῖς τήν ἐξιλέωση; Εἶναι συνήθεια ὅσοι βαπτίζονται νά ἐξομολογοῦνται τίς ἁμαρτίες τους· Ἐσύ ὅμως, πού εἶσαι ἐντελῶς ἀναμάρτητος, τί ἔχεις νά ἐξομολογηθεῖς; Τί ζητᾶς ἀπό μένα, τό ὁποῖο ὅμως δέν ἔχω διδαχθεῖ; Δέν τολμῶ νά ἐπιχειρήσω κάτι τόσο πολύ μεγάλο· δέν γνωρίζω πῶς πλένεται τό φῶς· δέν μπορῶ νά λούσω τόν ἥλιο τῆς δικαιοσύνης· δέν φωτίζει ἡ νύχτα τήν ἡμέρα, ὁ χρυσός δέν ὑπηρετεῖ τόν μόλυβδο, ὁ πηλός δέν διορθώνει τόν τεχνίτη, ἡ θάλασσα δέν δανείζεται νερό ἀπό τήν πηγή, ὁ ποταμός δέν ἔχει ἀνάγκη ἀπό μιά σταγόνα· ἡ βρωμιά δέν καθαρίζει τό καθαρό, ὁ κατάδικος δέν δικάζει καί δέν ἀπαλλάσσει (τῆς ἐνοχῆς) τόν δικαστή. «Ἐγώ χρείαν ἔχω ὑπό σοῦ βαπτισθῆναι». Ἐγώ ἔχω ἀνάγκη νά βαπτισθῶ ἀπό σένα. Ὁ θάνατος δέν ἀνασταίνει τή ζωή, ἡ ἀσθένεια δέν θεραπεύει τόν ἰατρό. Ἔχω ἐπίγνωση τῆς εὐτέλειας τῆς φύσεώς μου. Διότι δέν ὑπάρχει μαθητής ἀνώτερος ἀπό τόν δάσκαλό του, οὔτε δοῦλος ἀνώτερος ἀπό τόν ἀφέντη του. Ἐμένα δέν μέ πλησιάζουν γεμάτα φόβο τά Χερουβίμ, σ’ ἐμένα δέν ψάλλουν μέ δυνατή φωνή τά Σεραφίμ τόν τρισάγιο ὕμνο, ἐγώ δέν ἔχω γιά θρόνο μου τόν οὐρανό, δέν μίλησε τό ἀστέρι στούς μάγους γιά μένα, ἐγώ δέν διαθέτω φωνή πού δημιούργησε τό σύμπαν. Ὁ θεράπων τοῦ Θεοῦ Μωϋσῆς ἀξιώθηκε νά δεῖ τά νῶτα Του, καί πῶς ἐγώ θά τολμήσω νά ἀκουμπήσω τήν ἄχραντη κεφαλή Του; Γιατί μοῦ ἀναθέτεις ἔργο πού ξεπερνάει τίς δυνάμεις μου; Ἐγώ δέν ἔχω παλάμη πού νά εἶναι σέ θέση νά βαπτίσει τόν Θεό.

«Ἐγώ ἔχω ἀνάγκη νά βαπτισθῶ ἀπό σένα». Ἐχω γεννηθεῖ ἀπό μητέρα στεῖρα· ἀλλά ἡ φύση δέν προέβαλε ἀντίρρηση στήν ἐντολή σου. Καί τότε πού μέ κυοφοροῦσε ἡ μητέρα μου, καθώς ζοῦσα μέσα στά σπλάγχνα της πού ἦταν ὁ χῶρος τῆς γεννήσεώς μου καί μή μπορώντας ἀκόμη νά μιλήσω, δανείσθηκε τά χείλη της· τώρα ὅμως, καθώς βρίσκεσαι μπροστά μου, πῶς νά μή θεολογήσω ἐσένα πού σέ χώρεσε ἡ παρθενική κιβωτός; Μήπως, σύμφωνα μέ τούς Ἰουδαίους, ἔχω χάσει τά λογικά μου; Γνωρίζω ὅτι, ἐνῶ εἶσαι Κύριος, πῆρες μορφή δούλου, γιά νά θεραπεύσεις τήν μορφή τοῦ ἀνθρώπου· γνωρίζω ὅτι πῆρες τή μορφή τοῦ ἀνθρώπου τόν ὁποῖον ἦλθες νά σώσεις, νά ἐλεήσεις, ξέρω ὅτι ἔχεις γίνει πέτρα τῆς πίστεως. Ἀλλά δέν μέ ἐμποδίζουν αὐτά πού φαίνονται, διότι βλέπω ἐκεῖνα πού νοοῦνται· ἐγώ εἶμαι θνητός, ἐνῶ ἐσύ Θεός ἀθάνατος· ἐγώ γεννήθηκα ἀπό στεῖρα, ἐνῶ ἐσύ ἀπό Παρθένο. Γεννήθηκα πρῶτος, ἀλλά δέν εἶμαι ἀνώτερος ἀπό σένα πού γεννήθηκες μετά ἀπό μένα. Σέ προανήγγειλα προφητικά, ἀλλά δέν μπορῶ νά σέ βαπτίσω. Σέ γνώρισα ὡς ἀξίνη πού κεῖται δίπλα στή ρίζα. Γνώρισα στό πρόσωπό σου τόν ὑλοτόμο τῆς ἄκαρπης φυτείας τῶν Ἰουδαίων· εἶδα τό δρεπάνι πού πλησιάζει ἀπειλητικά τά πάθη· εἶπα ὅτι πλησιάζει ἡ πηγή τῶν θεραπειῶν. Ποιόν τόπο ἄραγε μπορῶ νά βρῶ, πού νά μήν ἔχει ἀπολαύσει τά θαύματά σου; Μέ τόν λόγο σου καθάρισες λεπρούς, μέ τό ἄγγιγμα τοῦ κρασπέδου τοῦ ἱματίου σου ἐξήρανες τήν πηγή τῶν αἱμάτων τῆς αἱμορροούσης γυναικός· μόνον μέ τή διαταγή σου συνέσφιξες τά μέλη τοῦ παραλυτικοῦ· μέ τό θαῦμα σου τά ψίχουλα τῆς Χαναναίας ἔθρεψαν τήν κόρη της· μέ τόν πηλό δημιούργησες μάτια στόν τυφλό, καί πῶς ζητεῖς νά σέ βαπτίσω μέ τά χέρια μου; «Ἐγώ ἔχω ἀνάγκη νά βαπτισθῶ ἀπό σένα». «Βλέπεις τή γῆ καί τήν κάνεις νά τρέμει». Περπατᾶς πάνω στά νερά ὅπως ἐπάνω στό ἔδαφος· ἐπέτρεψες στήν πόρνη νά σκουπίσει μέ τά μαλλιά της τά πόδια σου καί τῆς χάρισες ἄφεση ἁμαρτιῶν. Πῶς νά τολμήσω νά ἀκουμπήσω τή σεβάσμια κεφαλή σου ἐγώ πού πολλές φορές κατά τό κήρυγμά μου φώναξα· «Ἔρχεται πίσω μου ὁ ἰσχυρότερός μου, τοῦ ὁποίου δέν εἶμαι ἱκανός νά λύσω τό κορδόνι τοῦ ὑποδήματός του;».

Καί τί τοῦ εἶπε ὁ Χριστός; «Ἄφησε τώρα τίς ἀντιρρήσεις σου· διότι μέ τόν τρόπο αὐτό πρέπει νά τηρήσω κάθε ἐντολή τοῦ Θεοῦ». Ὑπηρέτησε τόν Θεό Λόγο ὡς φωνή, πρόσφερε τίς ὑπηρεσίες σου στόν δεσπότη ὡς δοῦλος, στόν βασιλιά ὡς στρατιώτης, ὡς πηλός στόν ἀγγειοπλάστη. Μή φοβᾶσαι τήν ἐντολή, ἀλλά ἔχε θάρρος· βάπτισέ με ἐσύ, γιά νά ἐλευθερώσω τόν κόσμο. Παραδίδομαι στόν θάνατο, γιά νά δώσω ζωή στή νεκρωμένη φύση. Ἐσύ, ἄν καί σέ διατάσσω, διστάζεις νά ἁπλώσεις τό χέρι σου, οἱ Ἰουδαῖοι ὅμως μετά ἀπό λίγο δέν θά διστάσουν νά μέ παραδώσουν. Προαιωνίως καθόρισα τούς τρόπους τῆς φιλανθρωπίας μου, μέ σκοπό νά σώσω τό γένος τῶν ἀνθρώπων. Ἔγινα ἄνθρωπος χάριν τοῦ ἀνθρώπου. Θεωρεῖς μέγα γεγονός τό ὅτι, ἄν καί εἶμαι ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου, ἦλθα νά λάβω τό βάπτισμα; Τό ἔκανα αὐτό, διότι δέν ἀδιαφόρησα γιά τό δημιούργημα τῶν χειρῶν μου· δέν ντράπηκα γιά τό γήϊνο στοιχεῖο τῆς ἀνθρώπινης φύσεως τήν ὁποία ἔλαβα. Ἐνῶ παρέμεινα αὐτός πού ἤμουν, δηλαδή Θεός, ἔγινα αὐτά πού δέν ἤμουν, ἀπέκτησα δηλαδή τά συστατικά τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος, χωρίς καθόλου νά μεταβληθεῖ ἡ θεία μου φύση. «Ἄφες οὖν ἄρτι». «Ἄφησε, λοιπόν, τώρα τίς ἀντιρρήσεις σου». Ὁ ἐχθρός τοῦ ἀνθρωπίνου γένους πετάχθηκε κάτω ἀπό τά οὐράνια, ἐκδιώχθηκε ἀπό τά γήϊνα. Ἔκανε τή φωλιά του μέσα στή φύση τῶν ὑδάτων. Ἀλλά ἦλθα ἐδῶ γιά νά τόν διώξω καί ἀπ’ ἐκεῖ». Διότι ὁ πειραστής παρουσιάσθηκε μπροστά μου σάν σέ ἄνθρωπο, καί ἦλθε ἡ ὥρα νά ἀποκαλύψω δημοσίως τήν ἀδυναμία του. Διότι θά τοῦ πῶ, «Οὐκ ἐκπειράσεις Κύριον τόν Θεόν σου».

Ὤ καινούριο θαῦμα! Ὤ ἀνέκφραστη χάρις! Ἀγωνίζεται ὁ Χριστός, κι ἐγώ βαστῶ τά βραβεῖα του· αὐτός μάχεται κατά τοῦ διαβόλου, κι ἐγώ ἐπωφελοῦμαι ἀπό τή νίκη του κατά τοῦ διαβόλου· αὐτός συντρίβει ἐπάνω στά νερά τοῦ Ἰορδάνη τήν κεφαλή τοῦ δράκοντος, κι ἐγώ στεφανώνομαι σάν νά ἤμουν ὁ νόμιμος ἀθλητής· αὐτός βαπτίζεται μέσα στό νερό κι ἐγώ ἀποθέτω τόν ρύπο μου· ἐπάνω σ’ αὐτόν ἔρχεται τό Ἅγιον Πνεῦμα καί σέ μένα χαρίζει τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν· αὐτός μαρτυρεῖται ἀπό τόν Πατέρα Του ὡς Υἱός Του ἀγαπητός, κι ἐγώ γίνομαι χάρις σ’ αὐτόν υἱός τοῦ Θεοῦ. Γιατί οἱ οὐρανοί ἄνοιξαν γιά χάρη Του, γιά νά φανερωθεῖ τό κατοικητήριο τοῦ βαπτισθέντος καί ἡ φωνή τοῦ Πατέρα Του μαρτυρεῖ λέγοντας· «Οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ ηὐδόκησα· αὐτοῦ ἀκούετε». «Αὐτός εἶναι ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός, στόν ὁποῖο εὐαρεστήθηκα· σ’ Αὐτόν νά ὑπακοῦτε». Σ’ Αὐτόν ἁρμόζει ἡ δόξα καί ἡ ἐξουσία πάντοτε, τώρα καί σέ ὅλους τούς αἰῶνες. Ἀμήν.

(PG 61, 761- 764)

View Comments (0)

Leave a Reply

Your email address will not be published.