Διαβάζετε τώρα
Μίκης Θεοδωράκης – Ρωμιοσύνη

Μίκης Θεοδωράκης – Ρωμιοσύνη

  • Επιμέλεια αφιερώματος Καλλιόπη Μισαρλή, μουσικός

… Μετά μπήκαμε ορμητικά στη θύελλα… Χρόνια αντίστασης. Παρανομία, συλλήψεις, μάχες, συλλαλητήρια…

Ο Γιάννης Ρίτσος, τυλιγμένος κι αυτός στους ίδιους ανέμους, να ταξιδεύει τις ίδιες τρικυμίες… Τον πρωτοείδα στη Λέσχη της ΕΠΟΝ. Ακαδημίας και Κριεζώτου, την Άνοιξη του 1945. Είχα αναλάβει να ανακαλύψω και να συγκεντρώσω τους άξιους νέους ποιητές και συγγραφείς, τον Κώστα Κοτζιά, τον Τάσο Λειβαδιτη, τον Μιχάλη Κατσαρό και τόσους άλλους, που το όνομά τους θα το γνώριζε κάποτε όλη η Ελλάδα.

Ο Ρίτσος, ο Βρεττάκος, ο Ρώτας ήταν αυτοί, που ακούγοντας τα κείμενά τους και συζητώντας μαζί τους μια φορά την εβδομάδα, θα βοηθούσαν ώστε να γεννηθεί μια νέα γενιά ποιητών και συγγραφέων, η γενιά της Αντίστασης. Αυτή που δεν θα έβλεπε τα τραγικά δρώμενα απ’ έξω, σαν θεατής, αλλά από μέσα, σαν συμπάσχον, οργανικό τμήμα του μαρτυρικού μας λαού στο δρόμο προς τον Γολγοθά, όπως τον είχε καταδικάσει η σκληρή του μοίρα.

Ήταν η Σχολή του Γιάννη Ρίτσου…

Όπως τη δίδαξε με το έργο του και με το παράδειγμά του. Αυτή ακριβώς, που με το θρίαμβο της αντεπανάστασης απ’ τη Χούντα έως σήμερα, προσπαθούν να φιμώσουν και να κατεδαφίσουν με κάθε μέσον, με κύριο όπλο τη συνομωσία της σιωπής, διάφορα κέντρα και όργανα θλιβερά των νέων εξουσιαστών, που χτίζουν τη δύναμή τους επάνω στην ανοιχτή πληγή, επάνω στα ερείπια των Μύθων, που πέτυχαν να γίνουν έστω και για μια στιγμή φωτεινή πραγματικότητα.

Σκέπτομαι τώρα πώς το πρώτο κοινό χαρακτηριστικό μας με τον Γιάννη Ρίτσο είναι αυτή ακριβώς η «φωτεινή πραγματικότητα», που βιώσαμε με όλους τους πόρους της ψυχής και του κορμιού μας, γνωρίζοντας και πλάθοντας συγχρόνως τους Νέους Ελληνικούς Μύθους.

Ένα δεύτερο κοινό χαρακτηριστικό υπήρξε η εργατικότητα. Πόσες φορές ο ποιητής, σα να’ θελε να «απολογηθεί» για την παραγωγικότητά του, μου’ λεγε για την απίστευτη εργατικότητα του Ευριπίδη, του Σοφοκλή και στου Αισχύλου, που άφησαν πίσω τους κολοσσιαία εργασία, όχι μόνο σε ποιότητα αλλά και σε ποσότητα (άλλο αν χάθηκαν τα πιο πολλά)…

Κι εγώ επικροτούσα επαυξάνοντας με τα παραδείγματα των Μπάχ, Μότσαρτ, Σούμπερτ, Μπετόβεν, Βάγκνερ και Βέρντι, που για την αντιγραφή και μόνο των έργων τους χρειάζονται δεκάδες χρόνια συνεχούς εργασίας…

Όταν βρισκόμασταν στην Αθήνα, επικοινωνούσαμε τηλεφωνικώς την ώρα του διαλείμματος, γύρω στις δώδεκα με μία το μεσημέρι.

Εκείνος ξεκινούσε την εργασία του κάθε πρωί, ο, τι κι αν συνέβαινε. Το ίδιο κι εγώ. Η διαφορά μας ήταν η ώρα που ξεκινούσαμε. Πολλές φορές τον ξεπερνούσα, όταν η έμπνευση με ξυπνούσε απ’ τις έξι και μερικές φορές στις το πρωί, όταν έξω ήταν ακόμα σκοτάδι. Τότε, το μεσημέρι, του διηγιόμουν, πόσο συναρπαστική ήταν η αίσθηση, καθώς έβλεπα την Ακρόπολη με τον Παρθενώνα να αναδύεται μέσα απ’ τη νύχτα, λες κι εκείνη τη στιγμή να έβλεπαν το φως για πρώτη φορά.

Η ελληνολατρία στον Ρίτσο δεν ήταν εγκεφαλική αλλά βιωματική. Με το ταλέντο και τη συνεχή άσκηση είχε πετύχει να ενώσει μέσα του τους μύθους και τα τραγικά πρόσωπα του χθες με το σήμερα.

Άλλωστε η σχέση του με το κύριο υλικό της εργασίας του, τη γλώσσα, δείχνει ότι τον σαγήνευε και τον χάλκευε η βεβαιότητα ότι σμιλεύει την ίδια γλώσσα, την ελληνική, από τον Όμηρο έως σήμερα. Πως όμως μπορούσε να γίνει άξιός της; Δίνοντάς της αντάξιο περιεχόμενο, που μόνο ένας ποιητής, φωνή του λαού και του καιρού του, μπορούσε να της προσφέρει.

Έτσι εξηγείται ο βαθύς και επώδυνος δεσμός του με το Λαό και τον Καιρό. Η συνέπειά του, η πίστη του και η απόφασή του να ζήσει – ακόμα και με κίνδυνο να καταστραφεί – όλα τα πάθη του Λαού, καθώς σφάδαζε μέσα στη δίνη των καιρών.

Ήθελε να γίνει αντάξιός τους, όχι απλώς με ένα ΜΕΡΟΣ, αλλά με το ΟΛΟΝ του εαυτού του. Έπρεπε να εισέλθει στην κάμινο της Δοκιμασίας ολόκληρος, όχι μόνο με τη φαντασία αλλά με την ευαισθησία και τον πόνο ακόμα και της τελευταίας φλέβας, ακόμα και του τελευταίου αιμάτινου αγγείου του σώματός του. Και γι’ αυτό ο Ρίτσος έγινε ΕΡΓΟ και ΣΥΜΒΟΛΟ άξιο να σταθεί πλάι στον Ανώνυμο Μάρτυρα, την ψυχή της Ελλάδας, αυτόν που τον οδήγησε στη θυσία ή πεμπτουσία της συλλογικής μας συνείδησης, τα άγια των αγίων της Ρωμιοσύνης.

Στα δύο κορυφαία μου έργα στον τομέα της έντεχνης λαϊκής μουσικής, τον ΕΠΙΤΑΦΙΟ και τη ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ, είχα την αίσθηση ότι η μελωδία ξεπήδησε – όπως ακριβώς περιέγραψα και πριν – σαν αρτεσιανό νερό μέσα από τους στίχους. Τι να συνέβαινε άραγες;

Νομίζω ότι αυτή η ταύτισή μου με τον ποιητή, που ξεπερνούσε τα σύνορα της ποίησης κι απλωνόταν σε όλο το χώρο της ζωής, της εργατικότητας, της δημιουργικότητας, της ιδεολογίας, της στάσης ζωής, της κοινής πίστης σε μια κοινή κλίμακα αξιών, στην ταυτόσημη αντιμετώπιση του χρέους, τέλος στην κοινή μας στράτευση στο στρατόπεδο της Αριστεράς, της Εθνικής Αντίστασης, της Ελευθερίας και της αφοσίωσης στο ιδεώδες της Εθνικής Αναγέννησης, όλα αυτά δημιούργησαν μια ταυτότητα θα έλεγα, στις δύο ευαισθησίες μας. Γίναμε συγκοινωνούντα δοχεία, απ’ όπου ποίηση και μουσική περνούσε η μία στην άλλη, ώσπου να πάρουν μια Τρίτη διάσταση: το τραγούδι.

Στη γιορτή των Φώτων στα 1966, κάποιο άγνωστο χέρι τοποθέτησε το χειρόγραφο του Ρίτσου πάνω στο αναλόγιο του πιάνου μου στη Νέα Σμύρνη.

Τη ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ μου την είχαν φέρει στο σπίτι γυναίκες κρατουμένων πολλά χρόνια πριν. Είχαν περάσει πρώτα απ’ τον Ρίτσο, που διάλεξε ο ίδιος τα αποσπάσματα από τη ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ για να μου τα εμπιστευθεί. Όμως τα χειρόγραφα σκεπάστηκαν από άλλα. Χάθηκαν. Ξεχάστηκαν. Ώσπου εκείνη ακριβώς τη στιγμή κάποιο χέρι (χωρίς να ξέρει κανείς το πώς και το γιατί) τα ανέσυρε και τα ακούμπησε στον Πειραιά με την Αστυνομία. Ο άγριος ξυλοδαρμός και η κακοποίησή μου, γεγονότα που με επηρέασαν βαθειά. Τόσο που, μόλις διάβασα τον πρώτο στίχο «Αυτά τα δέντρα δεν βολεύονται με λιγότερο ουρανό…», κάθισα, όπως ήμουν λερωμένος με λάσπη και αίματα, και συνέθεσα μονορούφι τη ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ.

Όταν την άλλη μέρα την άκουσε ο Ρίτσος, έμεινε άφωνος. Ποτέ άλλοτε δεν τον είδα τόσο χαρούμενο, τόσο συγκλονισμένο, όσο τη μέρα που στο Κεντρικό, που ήταν γεμάτο με αντιστασιακούς, ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης τραγούδησε τη ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ.

Θυμάμαι τον Χατζιδάκι στα παρασκήνια να του λέει: «Είσαι ο μεγαλύτερος τραγουδιστής του αιώνα μας». Ήταν η μεγάλη στιγμή που αποδέχτηκε τη φωνή του και ο Ρίτσος, που απ’ την εποχή του ΕΠΙΤΑΦΙΟΥ τον βασάνιζε η ιδέα πως έπρεπε να τον τραγουδήσει γυναίκα με λαϊκή φωνή.

Το καλοκαίρι του ’66 αποφασίσαμε να κάνουμε το μεγάλο άλμα: Συναυλία σε γήπεδο, μιας και δεν μας χωρούσαν πια οι κλειστές αίθουσες. Διαλέξαμε την ΑΕΚ στη Ν. Φιλαδέλφεια. Ήταν η πρώτη Λαϊκή Συναυλία σε ανοιχτό χώρο. Περάσαμε με το αυτοκίνητο και πήραμε απ’ το σπίτι τους τον Γιάννη και τη Φιλίτσα. Μπροστά στο γήπεδο, καθισμένοι στα καφενεία οι ηλικιωμένοι άντρες και γυναίκες, όλοι τους αντιστασιακοί, περίμεναν να μπουν πρώτοι.

Τι δεν έκανε η αντίδραση τότε, για να εμποδίσει το Λαό να ρθει να μας ακούσει! Εκατοντάδες με στολές γύρω γύρω, σαν μπαμπούλες, για να φοβίζουν. Άλλες εκατοντάδες χαφιέδες, για να αναγνωρίζουν και να τρομοκρατούν. Ως και το ηλεκτρικό ρεύμα σταμάτησαν, με αποτέλεσμα να μείνουν στο τούνελ οι συρμοί του ηλεκτρικού.

Εμείς με τον Ρίτσο βγαίναμε απ’ τα αποδυτήρια στο γήπεδο, που ήταν ακόμα άδειο. Κοιτάζαμε τον ουρανό και σαν μέλη κάποιου φανταστικού αρχαίου χορού φωνάζαμε μισοαστεία – μισοσοβαρά:

  • Έλα Λαέ! Νίκησε Λαέ! Λαέ, δείξε τη δύναμή σου!

Κι από μέσα οι γυναίκες μας να μαλώνουν, μήπως και μας ακούσει κανείς και μας περάσει για τρελούς…

Φαίνεται όμως πως οι προσευχές μας εισακούσθηκαν, γιατί αιφνιδίως το στάδιο γέμισε. Λες και ήταν συνεννοημένοι, όρμησαν όλοι μαζί, γυναίκες, άντρες, παιδιά. Ξεχύθηκαν απ’ τα σοκάκια και τα στενά… Παραμέρισαν τη φανερή και τη μυστική τρομοκρατία και έγιναν στην αρχή ένα χαρούμενο, πολύβουο πλήθος, που μας γέμισε αγαλλίαση και αμέσως μετά ένα σιωπηλό, παλλόμενο εσωτερικά εκκλησίασμα.

Διηύθυνα πρώτα το Μαουτχάουζεν με τη Μαρία Φαραντούρη και μετά τη Ρωμιοσύνη με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση.

Ο Γιάννης Ρίτσος καθισμένος ακριβώς πίσω μου, ρουφούσε τη συγκλονιστική στιγμή με όλους τους πόρους της ψυχής του.

Δεν ήταν μόνο η μουσική, η ποίηση, το τραγούδι. Ήταν προπαντός αυτή η μυστική μέθεξη όλων αυτών των χιλιάδων, που μέσα απ’ τη Ρωμιοσύνη ξαναζούσαν μέσα τους και ξαναδημιουργούσαν ιδεατά το μέγα όνειρο που είχαν όλοι μαζί ζήσει, αφού οι ίδιοι το είχαν πρώτα δημιουργήσει…

Σταματώ ως εδώ την αφήγηση… Ίσως να θέλω στο βάθος να μείνουμε σ’ αυτή τη θεία και μοναδική στιγμή, που Ποίηση και Μουσική συλλειτουργούσαν με το Λαό, ενώ γύρω τους, γύρω απ’ το περικυκλωμένο γήπεδο, στριφογύριζαν απειλητικά οι σκιές των τσακαλιών, που ένα χρόνο αργότερα θα υποχρέωναν την πατρίδα μας να μπει σ’ αυτό το Μεγάλο Ταξίδι μέσα στη Νύχτα, που δεν έχει ακόμα τελειωμό.

 

Μίκης Θεοδωράκης

 

Αν και οι μουσικές μου γνώσεις είναι αρκετά περιορισμένες και δε μου δίνουν το δικαίωμα να έχω γνώμη για τα προβλήματα και τα έργα της μουσικής, ωστόσο ακούγοντας τη Ρωμιοσύνη του Μίκη Θεοδωράκη ένιωσα την ανάγκη να εκφράσω ανεπιφύλακτα και απροφύλακτα, όχι πια μια γνώμη, αλλά τον ενθουσιασμό, τη συγκίνηση, τη μέθη που μας δίνει ένα μεγάλο έργο τέχνης, ή σωστότερα ένα αληθινό έργο τέχνης – αυτή τη βαθιά, ανεξήγητη, ανεξέλεγκτη συγκίνηση, αυτή την ευφορία, τη μυστική ανανέωση της πίστης στις ανθρώπινες και ανθρωπιστικές δυνατότητες της τέχνης, την αναζωπύρωση μιας αόριστης εμπιστοσύνης στη γη, στον άνθρωπο, στη ζωή και ειδικότερα στη φυλή, στο έθνος, στο λαό μας.

Ακούγοντας λοιπόν τη Ρωμιοσύνη του Θεοδωράκη, ένιωσα πως η εξαίσια αυτή στην αίσθησή μου μουσική του όχι μόνο ανακάλυψε σε βάθος, υπογράμμιζε, αναδείκνυε την όποια σημασία αυτού του ποιήματος, μα πήγαινε πιο πέρα απ’ το ποίημα, αγκαλιάζοντας όλη την Ελλάδα. Δεν ήταν πια μια μουσική ερμηνεία του λόγου, αλλά μια αναδημιουργία – μια δημιουργία. Νομίζω πως η σύνθεση αυτή του Θεοδωράκη έχει συλλάβει και έχει πραγματώσει με μιαν ακρίβεια όχι πια εκλεκτικής συνείδησης αλλά καθολικού ενστίκτου (αυτό που αποκαλούμε ιδιοφυΐα) το ελληνικό μέτρο – μιαν ισορρόπηση και μιαν ισοζυγία ανάμεσα στο ελεγειακό (που δε γίνεται ποτέ στομφώδες, τυπικό και αυτάρεσκο).

Ένιωσα ακόμα πως σ’ αυτή τη σύνθεση του Θεοδωράκη η νεοελληνική μας μουσική (που την αποκαλούν με το δήθεν οξύμωρο: έντεχνη – λαϊκή) έχει ξεπεράσει το στάδιο της προσπάθειας για τη συντήρηση ορισμένων άξιων ελληνικών παραδόσεων (βυζαντινών, δημοτικών, λαϊκών), έχει ξεπεράσει το στάδιο της ηθελημένης αναπαραγωγής και συνειδητής απομίμησης καθιερωμένων και τυπικών μοτίβων ή και μορφών (αυτό που ονομάζουμε φιλολαϊκό ή λαϊκίστικο), έχει ξεπεράσει ακόμα το στάδιο μιας απλής από συνήθεια επιβίωσης μελωδικών τρόπων και κινείται στην περιοχή μιας απ’ την αρχή κι από την αίσθηση αναβίωσης του ελληνικού χώρου, του λαϊκού χαρακτήρα σε ήθος και σε ύφος, πέρα απ’ την έννοια μιας όποιας στατικής ηθογραφικότητας.

Γι’ αυτό αισθάνομαι την ανάγκη να ξαναπώ αυτό που αυθόρμητα ανέβηκε στα χείλη μου στο πρώτο άκουσμα αυτής της σύνθεσης: η Ρωμιοσύνη του Θεοδωράκη είναι ένα έξοχο, ένα μεγάλο έργο, με εντελώς ιδιαίτερη σημασία για το μουσικό μας βίο και για ολόκληρο τον νεοελληνικό πολιτισμό.

 

Γιάννης Ρίτσος, Ιανουάριος 1966