Το πρώτο μου λαϊκό μουσικό έργο υπήρξε ο Επιτάφιος πάνω σε ποίηση του Γιάννη Ρίτσου. Νομίζω πως η σειρά των οκτώ τραγουδιών αποτελούσε, πέρα από τον καθαρά ποιητικό και μουσικό της χαρακτήρα, και μια δραματική ενότητα.
Μετά την τελετουργική παρουσίαση του Επιταφίου, που ολοκληρώθηκε μέσα στη διαδικασία της Λαϊκής Συναυλίας, ακολούθησαν το Αρχιπέλαγος (θέατρο Μετροπόλιταν 1960) και το κέντρο «Μυρτιά» (απέτυχε ουσιαστικά, όμως η ιδέα του επέζησε). Με Το Τραγούδι του Νεκρού Αδελφού θέλησα να δοκιμάσω την ωριμότητα των νέων εκφραστικών μέσων, που είχαν στο μεταξύ δημιουργηθεί, βάζοντάς τα στην υπηρεσία μιας ολοκληρωμένης αρχιτεκτονικής μορφής, που οι λεπτομέρειές της ήταν ακόμα τυλιγμένες με ομίχλες και ερωτηματικά. Από πού θα δανειζόμουν το μύθο του έργου; Ξαφνικά ανακάλυψα ότι ζούμε περικυκλωμένοι απ’ τους σύγχρονους ήρωες, θεούς, ημίθεους, πεπρωμένα και σύμβολα. Απ’ τη σύγχρονη, τη δική μας μυθολογία. Η φυλή μας, σαν μια καινούρια γενιά του Οιδίποδα, χωρίστηκε σε δύο αντίπαλα στρατόπεδα. Όπως άλλοτε ο Πολυνείκης και ο Ετεοκλής, το ίδιο και τώρα, αδέλφια, φίλοι, συγγενείς, συμπολίτες, αλληλοσκοτώθηκαν μπροστά στα μάτια της Ιοκάτσης, που εμείς τη φωνάζουμε Μάνα!
Μου’ τυχε να ζήσω προσωπικά μια τέτοια σκηνή. Ο ένας αδελφός βρισκόταν μέσα στο μπουλούκι που δεχότανε το ομαδικό ξύλο. Ο άλλος ήταν βασανιστής. Σε μια στιγμή, αναγνωρίζονται. Ορμά ο πρώτος να πνίξει το δήμιο αδελφό του. Κι αυτός, ενώ οι βασανιστές τρέχουν να τον βοηθήσουν, ακούστηκε να τους φωνάζει «Μην τον αγγίζετε! Ειν’ αδέλφι μου! Αφήστε τον να με πνίξει!» Έγραψα το πρώτο τραγούδι και το ονόμασα «Το Όνειρο».
Κι ένιωσα πως ολόκληρο το έργο βρισκότανε «τελειωμένο» μέσα στο λόγο, στη μουσική και στην κίνηση αυτού του τραγουδιού. Έτσι το νέο είδος που επιχειρούσα δεν θα ήταν «λαϊκή όπερα» ούτε «λαϊκή τραγωδία». Ήταν απλά ένα τραγούδι. Γι’ αυτό και πλάι στον τίτλο του έργου δεν παρέλειπα να σημειώνω τη λέξη αυτή σαν υποδηλωτικό του είδους.
Η Μάνα, ο Ήλιος, τ’ αδέλφια που ψάχνονται για ν’ αλληλοσφαγούν, το χώμα, η γη μας, όπου μπήγουνε μαζί τα φονικά μαχαίρια για να αναβλύσει το Νερό, όσο είναι τα δικά μας μυθικά πρόσωπα και σύμβολα, άλλο τόσο είμαστε κι εμείς οι ίδιοι.
Η τελική αλήθεια, η σοφία της γης που μας τρέφει και που μας δέχεται, αναβλύζει από τα σπλάχνα της σαν το νερό, ξεπηδά σαν πηγή.
Του Παύλου και του Νικολιού οι μάνες παν αντάμα.
Ρωτούν το χώμα να τους πει και κείνο στάζει αίμα.
Δεν είναι αναστεναγμός, που βγαίνει από το χώμα.
Μόνο πηγή λαχταριστή, να πιείς να ξεδιψάσεις.
Να ξεδιψάσεις από τι; Ποια ήταν, ποια είναι η δίψα μας; Έπρεπε να καθορίσω επίσης απ’ την αρχή την «πορεία» μου, τους «στόχους» μου. Να σημειώσω στο χάρτη με κόκκινα ορόσημα την περιοχή της φυλετικής δίψας και με πράσινες μολυβιές να χαράξω τις πηγές. Αντιγράφω από τις σημειώσεις εκείνης της εποχής «Η δύναμη της ιδέας, σε ώρες οξύτητας, υπερνικά τους δεσμούς του αίματος και της φιλίας. Είναι οι στιγμές που οι απλοί άνθρωποι ορθώνονται ως τα ύψη της Ιστορίας, γεμίζουν καθήκοντα και συνειδητοποιούν την ευθύνη τους μπροστά στην Ομάδα».
Το άτομο ή λαός διέρχεται μια τέτοια κριτική περίοδο, αξιοθαύμαστος και υπέροχος, χάνει εντούτοις συχνά την απλή καθημερινή εκδήλωση της ανθρωπιάς του. Οι ιδέες έχουν τη δύναμη να οδηγήσουν στο σπάσιμο όλων των απλών ανθρώπινων δεσμών. Τη συγγένεια, τη φιλία, τον έρωτα. Είναι ένα ξεπέρασμα της φύσης με δύο όψεις. Είναι μια νίκη πάνω στη φύση, αλλά και μια περιφρόνηση ενάντια στη φύση!
Να δειχτεί σ’ όλη της την έκταση η επενέργεια της ιδεολογίας πάνω στους απλούς ανθρώπους, τη στιγμή που περνούν απ’ την ατομική προσωπική συμπεριφορά στην ομαδική – καθολική.
Οι άνθρωποι χωρίζονται σε δύο βασικές παρατάξεις, καθορισμένες από αντίθετες ιδεολογίες. Μονάχα η Μάνα έχει τη δύναμη ν’ αντιπαραταχθεί σ’ αυτό το νέο σχήμα, γιατί δένεται σφιχτά με τη ζωή, που την ενώνει δυνατά με τα πρόσωπα.
Οι πάλη ανάμεσα στις ιδέες, ανάμεσα στους ανθρώπους, κι ανάμεσα (σε τελική ανάλυση) στις ιδέες και τους ανθρώπους, είναι το κύριο χαρακτηριστικό της μεταπολεμικής Ελλάδας. Το κορύφωμα της πάλης αυτής εκφράζεται με τον εμφύλιο πόλεμο.
Ο εμφύλιος πόλεμος – ανεξάρτητα από την ορθότητα των ιδεών και την ιστορική αναγκαιότητα που μπορούν να τον γεννήσουν – είναι ένα παραστράτημα, ένα ολίσθημα, μια πράξη παρά φύση, έξω κι ενάντια στη συνείδηση της ζωής. Αυτή τη συνείδηση είναι η μάνα που την εκφράζει. Τα παιδιά της γίνονται όργανα του επίκαιρου, του επεισοδιακού, του εκτός της βαθιάς ουσίας της ζωής.
Να προσπαθήσω να δείξω επίσης α) ότι η δύναμη των ιδεών περνά σαν πελώρια μπουλντόζα πάνω από τους ανθρώπους, που θεληματικά ή όχι, συνειδητά ή όχι, πρέπει να πάρουν την Α ή Β θέση, β) ότι η διαίρεση αυτή, η αντίθεση αυτή, ιστορικά, αναγκαία, σαν πάλη του νέου με το παλιό δεν είναι εντούτοις απαραίτητο να εκφραστεί με την ένοπλη αδελφοκτόνο σύγκρουση, αλλά οφείλει να συντεθεί μέσα σε μία ενότητα, κυριαρχημένη από τη ζωή και τις δυνάμεις που την εξυπηρετούν.
Απ’ όλη την εμπειρία μου, με το Τραγούδι του Νεκρού Αδελφού, κρατώ σαν θετικό στοιχείο την αναμφισβήτητη (την αποδεδειγμένη πια) δυνατότητα του τραγουδιού για αλυσιδωτές αντιδράσεις, που οδηγούν σε μια κατευθυνόμενη δραματική ενέργεια. Το ίδιο, όπως ετέθη άλλοτε στην τέχνη και πρόσφατα στην Ατομική Επιστήμη, το πρόβλημα είναι, κυρίως, πώς να δεσμεύσουμε όλη την περικλειόμενη ενέργεια και πώς να την κατευθύνουμε σωστά σε δραματικές συγκρούσεις που θα κυριαρχούνται από την ισορροπία μύθου, μουσικής, λόγου και όρχησης.
Επίσης, κρατώ την πίστη μου στα σύμβολα και τους ήρωες της σύγχρονης νεοελληνικής μυθολογίας. Όσο για τη μουσική γλώσσα, προσβλέπω με ελπίδα σε μια συμπύκνωση του καθαρά νεοελληνικού μουσικού τρόπου και στην αρμάτωσή του με στέρεα όσο και πρωτόγνωρα τεχνικά – μουσικά υλικά. Με δυο λόγια, κι ύστερα απ’ το πείραμά μου αυτό, αντιμετωπίζω τα μελλοντικά μου βήματα με τον ίδιο, αν όχι και πιο ενισχυμένο δημιουργικό υπερεθνικισμό, με βάση τα στοιχεία του λαϊκού μας πολιτισμού και τα ζωντανά προβλήματα του λαού μας
Μίκης Θεοδωράκης
Αθήνα, 1963

