Διαβάζετε τώρα
9 Μαΐου 1919. Ο ελληνικός στρατός καταλαμβάνει τη Μαινεμένη της Σμύρνης

9 Μαΐου 1919. Ο ελληνικός στρατός καταλαμβάνει τη Μαινεμένη της Σμύρνης

  • Γιάννης Καψής, Χαμένες Πατρίδες

09/05/1919
Ο ελληνικός στρατός (5ο Σύνταγμα Πεζικού)
καταλαμβάνει τη Μαινεμένη της Σμύρνης

Την 6η Μαΐου το Ανώτατο Διασυμμαχικό Συμβούλιο, το οποίο αποτελείτο από τον Πρόεδρο Ουίλσων, τον Λόυδ Τζωρτζ, τον Κλεμανσώ και τον Σοννίνο, συνήρχετο εκτάκτως. Ο Βενιζέλος έδραξε τήν ευκαιρία νά ζητήσει διεύρυνση του προγεφυρώματος προκειμένου νά αντιμετωπίσει τίς επιθέσεις των Τούρκων ατάκτων αλλά καί γιά νά επαναπατριστούν 300.000 πρόσφυγες πού είχαν καταφύγει στά νησιά, όταν ξεκίνησαν οι σφαγές του 1914. Η έγκριση δόθηκε καί ο ελληνικός στρατός ήταν έτοιμος νά πατήσει καί άλλα ιερά χώματα ύστερα από πέντε αιώνες βάρβαρης καί ξενικής κατοχής.

«Όταν ελήφθη η διαταγή επέκτασης της Κατοχής, η τάξη είχε αποκατασταθεί πλήρως στην περιοχή της Σμύρνης. Το σχέδιο του διοικητή της 1ης Μεραρχίας συνταγματάρχη Ζαφειρίου απέβλεπε στη περικύκλωση της πόλης και της τουρκικής συνοικίας περιλαμβανομένης. Ήλπιζε ότι με τον τρόπο αυτό οι Τούρκοι δεν θα τολμούσαν να κινηθούν – θα ησύχαζαν. Και δικαιώθηκε απόλυτα. Ο Τούρκος είναι Ασιάτης, βάρβαρος και μόνο την ισχύ σέβεται.

Η κατάληψη της Μαινεμένης είχε μεγάλη στρατηγική σπουδαιότητα, γιατί ο πληθυσμός της, στο μεγαλύτερο ποσοστό τουρκικός, υποστήριζε την κίνηση των Νεότουρκων, ήταν οπλισμένος και θα πλευροκοπούσε το Στρατό μας στη κατάλληλη ευκαιρία. Εφόσον παρέμενε ελεύθερη, το φρόνημα των Τούρκων θα ήταν υψηλό. Έπρεπε να καταληφθεί με κάθε θυσία. Κι όμως, ο αντισυνταγματάρχης Τσάκαλος, διοικητής του 5ου συντάγματος Πεζικού, κατέλαβε τη πόλη χωρίς να χυθεί αίμα και δέχονταν την παράδοση του εκεί τουρκικού τάγματος.

Η αναίμακτη κατάληψη της Μαινεμένης οφείλεται αποκλειστικά και μόνο σ’ έναν Μικρασιάτη δημοσιογράφο, τον Κώστα Μισαηλίδη. Ήταν εκείνος, που με κίνδυνο της ζωής του έπεισε τους δημογέροντες της πόλης να μη παρασυρθούν από το Κομιτάτο και να υποταχθούν στο «Κισμέτ». Αν δεν τους έπειθε, θα τον έσφαζαν – κι όμως δεν δείλιασε.

Το ηθικό τους κλονίσθηκε κι οι αρχηγοί τους αποφάσισαν να δώσουν την αποφασιστική μάχη στην Μαγνησία – την ακρόπολη του τουρκικού μισελληνισμού. Στην πόλη αυτή, που παρά το ελληνικότατο όνομα της ήταν τουρκική (μόνο 8.000 Έλληνες υπήρχαν σε πληθυσμό 80.000), είχαν εγκατασταθεί από το 1912 πολυάριθμοι Τουρκοκρήτες, άνθρωποι, που είχαν το μίσος του Ασιάτη και την παλικαριά του Κρητικού. Μισούσαν πιο πολύ κι από την Ελλάδα τους Έλληνες, πιο πολύ κι από τους Έλληνες τον Βενιζέλο. Δεν λησμονούσαν ότι από την Μαγνησία ξεκίνησε ο Μωάμεθ ο Πορθητής για να καταλάβει την Πόλη, την Αγιά Σοφιά. Και κατά την διάρκεια του μεγάλου πολέμου υπέβαλαν τους λίγους Χριστιανούς συντοπίτες τους σε φρικτά βασανιστήρια.

Οταν ο αντισυνταγματάρχης Κωνσταντίνος Τσάκαλος, με δύο τάγματα πεζικού, ένα ουλαμό πυροβολικού και ένα ουλαμό ιππικού, προχωρούσε προς Μαγνησία Μεγάλη Ιδέα ήλπιζε ότι οι Τούρκοι θα προέβαλλαν αντίσταση. Τον γέλασαν όμως, του έκλεψαν μια σίγουρη νίκη. Έφτανε να διαδοθεί η φήμη, ότι «οι Έλληνες έρχονται» για να εξανεμισθεί το πολεμικό μένος των Τούρκων· έφτανε οι σαλπιγκτές να σαλπίσουν επέλαση, για να τραπούν σε άτακτο φυγή οι Τσέτες. Αυτός ήταν ο Στρατός μας την εποχή εκείνη, κέρδιζε μάχες με μόνο τη φήμη της ανδρείας του – φήμη μεγάλη, κατώτερη, όμως, της πραγματικότητας. Το μεσημέρι της 12ης Μαΐου ο αντισυνταγματάρχης Τσάκαλος, έφιππος, επικεφαλής των ανδρών του, έμπαινε με υψωμένη την Γαλανόλευκη στην πατρίδα του Μωάμεθ. Ασφαλώς τη στιγμή εκείνη η ψυχή του Κωνσταντίνου του Παλαιολόγου θ’ αγαλλίασε.

Η κατάληψη της Μαινεμένης και της Μαγνησίας άνοιξε το δρόμο προς βορρά, προς τις Κυδωνιές, το θρυλικό Αϊβαλί. Πριν περιγράψει κανείς την απελευθέρωσή της, πρέπει να περιγράψει την ίδια τη πόλη, την αδούλωτη πρωτεύουσα της Αιολίας. Κι ήταν πραγματικά αδούλωτη. Μετά τη Σμύρνη, το Αϊβαλί (Κυδωνιές) ήταν η μεγαλύτερη πόλη της Δυτικής Μικράς Ασίας. Οι 40.000 κάτοικοι της ήταν όλοι σχεδόν Έλληνες κι ακόμη περισσότερο: Ήταν υπέροχοι Έλληνες, που στα θαρραλέα στήθια τους έκαιγε άσβηστη η φλόγα της Μεγάλης Ιδέας. Ήταν γενναίοι, ατίθασοι και δεν έσκυψαν ποτέ τον τράχηλο στον Τούρκο. Τους έλεγαν ραγιάδες, μα δεν ήταν. Είχαν κατορθώσει ν’ απελευθερώσουν την πόλη τους, πολύ πριν αποβιβασθεί ο Στρατός μας στη Σμύρνη. Οι Αϊβαλιώτες, ατρόμητοι κοντραμπατζήδες, έφθαναν μέχρι τα βάθη της Ανατολίας κι εφοδίαζαν τους Χριστιανούς με όπλα, τους θέρμαιναν την ψυχή τους μ’ ελπίδα. Είχαν, μάλιστα, επεκτείνει την… ηγεμονία τους και σε αρκετό βάθος, σ’ όλα τα χωριά του Αϊβαλί. Οι Τούρκοι τους έτρεμαν αλλά και τους σέβονταν. Και μεταξύ τους υπήρχε μια σιωπηρά συμφωνία: Οι Αϊβαλιώτες θ’ άφηναν τις Αρχές να παραμένουν στην πόλη τους και τις λίγες τουρκικές οικογένειες να ζουν ανενόχλητα. Αρκεί να μη τους πείραζε κανείς, αρκεί να μη τολμούσε ζαπτιές να σηκώσει το χέρι του στα παλληκάρια της, άπιστος το βλέμμα του στις όμορφες Αϊβαλιώτισσες.

Το βράδυ της 15ης προς 16η Μαΐου η «Υπεροχή» κι η «Εσπερία», με τρεις λόχους Κρητών, ένα λόχο πολυβόλων και μια πυροβολαρχία, καταπλέουν στο λιμάνι των Κυδωνιών. Ο διοικητής της αποβατικής δύναμης, αντισυνταγματάρχης Θωμάς, αποβιβάζει αμέσως την διλοχία Βλαστού και καταλαμβάνει τη χερσόνησο Ποντικονήσι, για υποστήριξη της κύριας απόβασης, που θα γίνει την αυγή. Κι αυτός, όμως, δεν πρόλαβε. Λίγο πριν αρχίσει η απόβαση, η διλοχία Βλαστού συμπλέκεται με τμήμα Τούρκων άτακτων. Τους συντρίβει και τους καταδιώκει και οι τρομοκρατημένοι Τσέτες σκορπίζουν τον πανικό και στους υπόλοιπους. Πριν αρχίσει η απόβαση, ο Καϊμακάμης παίρνει τ’ ασκέρια του και σπεύδει να εγκαταλείψει το Αϊβαλί. Και η απόβαση, που το Στρατηγείο περίμενε, ότι θα ήταν πολυαίμακτη, μεταβάλλεται σε στρατιωτικό περίπατο. Οι Τούρκοι φεύγουν… κι οι Αϊβαλιώτες πανηγυρίζουν. Είναι ελεύθεροι.»

View Comment (1)

Leave a Reply

Your email address will not be published.